ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ (όλο το έργο)

Με το πέρασμα των χρόνων, οι ανάγκες των ανθρώπων και ο τρόπος παραγωγής προϊόντων αλλάζουν, γι αυτό με τη πρόοδο και την ανάπτυξη της τεχνολογίας πολλά επαγγέλματα αντικαθίστανται και πολλά χάνονται, όλα σε σχέση με τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Έτσι σ αυτό το site παρουσιάζω επαγγέλματα που φθίνουν ή και εκλείπουν με τον καιρό, και μένουν στις σκέψεις μας ως ανάμνηση του παρελθόντος.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Ο ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΣ
Ο ΒΙΟΛΑΡΗΣ
Η ΜΑΜΜΟΥ
Ο ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ
Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ
Ο ΡΑΦΤΗΣ
Ο ΤΣΕΣΤΑΣ
ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ
ΑΛΕΤΡΑΡΗΣ
ΒΟΣΚΟΣ
ΚΤΙΣΤΗΣ
ΧΑΜΑΛΗΣ
ΠΕΤΡΟΚΠΟΣ
ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ
ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ
ΥΦΑΝΤΡΑ
ΚΑΦΕΤΣΙΗΣ-ΜΠΑΚΑΛΗΣ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ
ΤΕΛΑΛΗΣ
ΖΕΥΓΟΛΑΤΗΣ
ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ
ΠΑΡΠΕΡΗΣ
ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΧΕΙΡΟΠΡΑΚΤΗΣ
ΚΑΡΑΓΓΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ
ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ
ΠΡΑΤΗΣ

Ο ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΣ
Ο τοκογλύφος δανείζει χρήματα με παράνομο τόκο. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως εξυπηρετεί δυστυχείς και τους σώζει από δύσκολες περιστάσεις. Αυτό πραγματικώς κάνει, αλλα αφού τους σώσει τους εντάσσει στο τοκολόγιό του και τους καταστρέφει ολοσχερώς, γιατί το αρχικό κεφάλαιο που τους δίνει, το παίρνει πίσω πολλαπλάσιο.
Οι τοκογλύφοι δεν αναζητούν τα θύματα τους, καθώς πάντα όλοι οι δυστυχείς που φτάνουν σε οικονομικά αδιέξοδα, πηγαίνουν μόνοι τους να τους παρακαλέσουν.
 Ο Τοκογλύφος στη σκέψη των απλών φτωχών ανθρώπων, είναι συνήθως σκυθρωπός με στριφνό πρόσωπο, με βλέμμα στεγνό, και με λαδωμένο μαλλί και χωρίστρα στο πλάι.
Όσοι προσωπικώς γνωρίζουν έναν τοκογλύφο, τον σιχαίνονται, αλλα και τον φοβούνται.
Το άκουσμα του ονόματος από μόνο του προκαλεί φόβο, ενώ η συνεργασία μαζί του, πάντα καταλήγει σε συμφορά.
Όταν έρθει η ώρα που οι τοκογλύφοι δεν μπορούν να εισπράξουν, αρχίζουν πρώτα να απειλούν πως θα βγάλουν στο σφυρί τις υποθηκευμένες περιουσίες, και αν πάλιν δεν επιτύχουν, δια ιδιωτικής συμφωνίας, ή δια δικαστηρίου, οικειοποιούνται τις περιούσιες των φτωχών και κατεστραμμένων πλέον δανειοληπτών.
Οι Ρωμαίοι είχαν αποτυπώσει σε προτομή το πρόσωπο του τοκογλύφου. Αντιπαθής, αδίστακτος, πανούργος, άπληστος, κακούργος, και απεχθής.

Σιγά με τον καιρό αφού οικονομικά θέριεψαν, οι τοκογλύφοι δημιούργησαν τις τράπεζες που συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο η και χειρότερα. Έχοντας το νόμο με το μέρος τους, δανείζουν πολλαπλάσιες φορές το ρευστό που διαθέτουν. Δηλαδή αντί για χρήματα δανείζουν αέρα, που ωστόσο εισπράττουν κανονικό χρήμα. Με υπομονή βοηθούν όσους δεν μπορούν να πληρώσουν ώστε πρώτα να εισπράξουν το αρχικό κεφάλαιο που τους δάνεισαν, και ακολούθως με τόκο πάνω στον τόκο όταν το πόσο διπλασιαστεί, τους παίρνουν δικαστήριο όπου με συνοπτικές διαδικασίες καθώς οι νόμοι είναι πάντα στα μέτρα τους, προχωρούν στις εκποιήσεις των περιουσιών τους.
Οι τράπεζες συνήθως πάντα κερδίζουν τις δίκες, γιατί αυτοί που ψηφίζουν τους νόμους είναι πάντα υποχείριοι των μεγάλων κεφαλαιοκρατών και ιδιοκτητών των τραπεζών.
Σήμερα η μεγαλύτερη τοκογλυφία και νόμιμη «κλεψιά», διενεργείται από τις τράπεζες που έχοντας υπέρμετρα δυναμώσει, δεν επιτρέπουν σε ιδιώτες τοκογλύφους να δραστηριοποιούνται, και δια νόμων που έχουν θεσπίσει οι αντιπρόσωποι του λαού αλλα κατά βάσην υπόλογοι των Τραπεζιτών , τους το απαγορεύουν. 
Στη Χλώρακα ο πιο ξακουστός και επιτυχημένος τοκογλύφος, ήταν ο Χατζή Φίλιππος ο οποίος σκοτώθηκε σε ενέδρα από τους Τούρκους το 1958

ΟΙ ΒΙΟΛΑΡΗΔΕΣ
Οι Έλληνες διατήρησαν μέσα στους αιώνες που πέρασαν την παραδοσιακή τους μουσική. Οι Κύπριοι με ίδια εθνικότητα, γλώσσα, θρησκεία και πολιτισμό, διατήρησαν και αυτοί το ίδιο τη δική της μουσική κληρονομιά. Μέσα από τους διάφορους κατακτητές Πέρσες, Φοίνικες, Πτολεμαίους, Ρωμαίους, Φράγκους, Ενετούς, Τούρκους, Άγγλους, κατάφεραν να διατηρήσουν τον πολιτισμό τους, τη κουλτούρα τους και τη μουσική τους η οποία κατ αρχάς διαδόθηκε από στόμα σε στόμα από καλλίφωνους και ιεροψάλτες. Ακολούθως μέσα από τις ανάγκες επιβίωσης, διάφοροι τραγουδιστές έμαθαν να παίζουν διάφορα όργανα που τα χρησιμοποιούσαν ως δεύτερα βιοποριστικά επαγγέλματα. Με τον καιρό επικράτησε το βιολί ως σολίστικο όργανο, και το λαούτο ως συνοδευτικό.
Τη μουσική τους κυρίως την έπαιζαν σε γάμους, καθ ότι αυτή αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του μυστηρίου. Τους παλιούς καιρούς ο γάμος στη Χλώρακα διαρκούσε τρεις ημέρες. Από το Σάββατο μια μέρα πριν το γάμο, οι βιολάρηδες ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης δίνοντας το επίσημο κάλεσμα για τους άλλους χωριανούς να κοπιάσουν και να ξεκινήσουν το στρώσιμο του κρεβατιού.
Την ημέρα του γάμου οι μουσικοί έπαιζαν για το στόλισμα της νύφης και το ξύρισμα του γαμπρού. Ακολούθως με μουσική τους συνόδευαν στην εκκλησία όπου η νύφη παραδιδόταν στο γαμπρό. Μετά την τελετή στο σπίτι της νύφης όλοι διασκέδαζαν και χόρευαν υπό τη συνοδεία των Μουσικών. Επειδή τον παλιό καιρό δεν υπήρχαν πολλών ειδών διασκέδασης, σε κάθε γάμο οι καλεσμένοι δεν είχαν όρεξη να εγκαταλείψουν το γλέντα. Έτσι όταν η ώρα προχωρούσε ως τις πρωινές, ο Βιολάρης έπαιζε το τραγούδι του πολογιαστού, οπότε όλοι αναγκαστικά έφευγαν και αφήναν το αντρόγυνο μόνο του. Τη Δευτέρα του γάμου το σούρουπο, ο κόσμος μαζευόταν στην αυλή του αντρογύνου και διασκέδαζαν ακούοντας μουσική και χορεύοντας. Όταν νύχτωνε με τη συνοδεία της μουσικής, η νύφη και ο γαμπρός άνοιγαν το χορό ενώ οι συγγενείς και οι καλεσμένοι καρφίτσωναν επάνω στα ρούχα τους χρήματα ή κοσμήματα, και σε ένα πιάτο πλούμιζαν τους βιολάρηδες με μικρά νομίσματα.

Η κοινότητα της Χλώρακας ευτύχισε να έχει μερικούς σπουδαίους επαγγελματίες Βιολάρηδες που άφησαν εποχή. Γυρνώντας στα πανηγύρια και σε γάμους στα περίχωρα, αλλά και σε άλλες επαρχίες που τους καλούσαν, απέκτησαν μεγάλη φήμη και ακόμα μέχρι τις σημερινές μέρες αν και έχουν παρέλθει πολλά χρόνια από το θάνατο τους, πολλοί τους ενθυμούνται και τους συναφέρνουν. Με σειρά γεννήσεως ήσαν οι Αντωνής Βλόκκος που γεννήθηκε το 1905, ο Χαμπής Βασιλούης το 1930, ο Παναής Παναή το 1935, και ο Νικόλας Βλόκκος υιός του πρώτου ο οποιος σήμερα σε μεγάλη ηλικία πλέον, έχει σταματήσει να εργάζεται την όμορφη τέχνη της μουσικής την οποίαν κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, πραγματικώς έχει προάγει σε ύψιστο βαθμό.
Ήταν όλοι άνθρωποι απλοϊκοί μεροκαματιάρηδες που για να ζήσουν τις οικογένειες τους έκαναν και διάφορες άλλες δουλειές. Είχαν όμως εντός του έμφυτο το μεγάλο ταλέντο της μουσικής που τους έκανε ξεχωριστούς και φημισμένους στην κοινωνία.
Ταξίδευαν συχνά προσκεκλημένοι σε γάμους, πανηγύρια, και κάθε λογής συνάξεις της εποχής σε όλη την Κύπρο, σε Τούρκικα ή μιχτά χωριά όπου συναπαντιόνταν με Τουρκοκύπριους οργανοπαίχτες, και επηρεασμένοι από ανατολίτικους ρυθμούς έσμιγαν τους πατροπαράδοτους με τους ξενόφερτους ρυθμούς, ομορφαίνοντας και εμπλουτίζοντας τοιουτοτρόπως την απόδοση της μουσικής τους και
Δίνοντας της ένα διαφορετικό ηχόχρωμα, έτσι ως πρωτεργάτες καθιέρωσαν την κυπριακή μουσική στη σημερινή της μορφη. Ήσαν όλοι σπουδαίοι βιολάρηδες που συνέβαλαν στην διάδοση της παραδοσιακής μουσικής του τόπου. Κοντά τους μαθήτευσαν αρκετοί μουσικοί που συνέχισαν το έργο τους.

Η ΜΑΜΜΟΥ
Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων οι άνθρωποι ανάβουν κάρβουνα και θυμιατίζουν το σπίτι, γιατί οι καλικάντζαροι καιροφυλακτούν γύρω για να φάνε τους ανθρώπους. Το έθιμο αυτό προήρθε από το γνωστό παραμύθι της μαμμούς, όταν μια κρύα νύχτα του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων την κάλεσαν να πάει να ξεγεννήσει μια γυναίκα.
Όταν έφτασε στο σπίτι της είδε δίπλα της κάποια ανθρωπάκια να χορεύουν και να λέγουν,
-αν είναι αγόρι χαρά στη μαμμή, αν είναι κορίτσι κατύσιη της μαμμής.
Η έγκυος γέννησε και έκανε κορίτσι. Η μαμή επειδή φοβήθηκε τα λόγια που άκουσε, για να τους ξεγελάσει έβαλε στο μωρό δυο μικρούλια κουβάρια νήμα και φάσκιωσε το μωρό. Τα ανθρωπάκια που χόρευαν και ήταν καλικάντζαροι, ξεγελάστηκαν, και άφησαν την γριά μαμμού να φύγει. Όταν όμως ύστερα από λίγο διαπίστωσαν πως πιάστηκαν αφελείς, πήγαν στο σπίτι της μαμμούς να την τιμωρήσουν. Όμως αυτή προνοητική και πονηρή, κλείδωσε τις πόρτες και άναψε κάρβουνα στο τζάκι και έριξε πάνω φύλλα ελιάς και θυμιατά, έτσι όλη νύχτα οι καλικάντζαροι δεν μπόρεσαν να μπουν στο σπίτι ώσπου έφεξε ο ήλιος, και αναγκαστικά τρύπωσαν και χάθηκαν μέσα στη γη όπου είναι καταδικασμένοι αιώνια να ζουν. Από τότε οι άνθρωποι πήραν το έθιμο από τη μαμμού και τακτικά καπνίζουν με το θυμιατήρι ώστε να φεύγει πάσα κακό.

Από καταβολής κόσμου υπάρχουν οι γυναίκες που ξεγεννούν τα μωρά, γιατί είναι δύσκολο να επιβιώσει ένα νεογέννητο παιδί που το ξεγεννά μόνη της η μητέρα. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός, δίπλα στην Παναγία υπήρχαν δυο μαμμές όπως γράφει στο ευαγγέλιο του ο Ιάκωβος. Στην εποχή του μεσαίωνα οι μαμές κατηγορήθηκαν για μαγεία και κυνηγήθηκαν από την Ιερά εξέταση, ενώ η καθολική εκκλησία απαιτούσε από τις μαμές να είναι βαφτισμένες χριστιανές.
Η μαμή στα όνειρα είναι καλός οιωνός. Εάν στον ύπνο σας δείτε μία μαμή να ξεγεννά κάποιο μωρό, θα μπορέσετε να διώξετε τα βάρη που σας ενοχλούν, και ευχάριστα γεγονότα θα τα διαδεχθούν.
Ως εκ τούτου όλοι τη θεωρούσαν αναγκαία στη ζωή τους αλλά και καλό ποδαρικό, γιατί εκτός από μια καινούργια ζωή σε μια οικογένεια, έφερνε και χαρά σε όσους την ονειρεύονταν, καθώς πίστευαν οι παλαιοί άνθρωποι.
Στα παλιά χρονιά λοιπόν που η φτώχεια ήταν μεγάλη, μια μαμμού αμειβόταν καλύτερα εν συγκρίσει με άλλα επαγγέλματα, άσχετα αν η πληρωμή της ήταν σε είδη όπως γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, ή και ρούχα.
Μια φημισμένη μαμμού ζούσε στα παλιά χρόνια στη Χλώρακα. Ήταν η Ελενούα που έζησε πολλά χρόνια μέχρι πολύ βαθιά γεράματα, και για δεκαετίες επέβλεψε πολλές εγκυμοσύνες και ξεγέννησε όλα τα μωρά της κοινότητας. Γι αυτό όλοι την σέβονταν, και εγώ που μόλις την ενθυμούμαι, την φέρνω στη μνήμη μου σαν μια σεβάσμια γριά που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από όλους τους χωριανούς. Ολοι είχαν να πουν μια ιστορία για την γριά μαμμού, και όλοι την θεωρούσαν δεύτερη μάνα, αφού η μάνα τους γέννησε, και η μαμμού τους ξεγέννησε. 
Η ΧαζιηΕλενούα είναι η μάνα της Στασιάς του Μωυσή. Κατάγεται από την οικογένεια Σιαμμάς, μιας από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες οικογένειες της Χλώρακας. Εκτός από νοικοκυρά, εξασκούσε και το επάγγελμα της μαμμούς, ένα δύσκολο επάγγελμα που χρειαζόταν τεχνική, ελαφρύ χέρι και ιατρικές γνώσεις. Ήταν η γυναίκα που βοηθούσε τις έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τη γέννα.

Ο ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ
Οι Άνθρωποι για να επιβιώσουν έμαθαν  να εργάζονται σκληρά, και επέλεγαν επαγγέλματα σύμφωνα με τις διαθέσεις, τις δυνάμεις, τις βλέψεις και τις επιθυμίες τους. Ρίχνοντας μια ματιά στα παλαιά επαγγέλματα, θα γνωρίσουμε τις δυσκολίες που είχαν στην ανεύρεση ενός συμφέροντος  επαγγέλματος.  θα διαπιστώσουμε και θα θαυμάσουμε την επινοητικότητά τους για να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν αυτά που τους έδινε η φύση. Θα δούμε κάποιους χαρισματικούς με υπερφυσικά προσόντα όπως μυϊκή δύναμη και υπεράνθρωπη αντοχή να γίνονται παλαιστές και να επιδεικνύουν τα προσόντα τους, και γνωρίζοντας την ανάγκη του λαού να θαυμάσει κάθε υπεράνθρωπο, έδιναν παραστάσεις πάλης και επίδειξης άλλων κατορθωμάτων που μόνο αυτοί μπορούσαν να επιτύχουν. Και ήταν πράγματι μεγάλα τα κατορθώματα τους, τόσο που η φαντασία του απλού λαού έπλασε τα αληθινά με τα φανταστικά και ένωσε το θρύλο με την ιστορία.
Στη σημερινή μου διήγηση, μια πραγματική ιστορία θα σας πω για έναν δυνατό παλαιστή που διακρίθηκε στην μακρινή Αμερική καθώς μετανάστευσε για ένα καλύτερο μέλλον και μια μεγαλύτερη φήμη.
-ιστορίας
Πρόκειται για τον Σάββα Ττοουλιά, ένα νεαρό με μεγάλη μυϊκή δύναμη, που μια φορά όταν τον έστειλε ο πατέρας του να πάρει το γαϊδούρι τους στους αγρούς να βοσκήσει και το έπιασε το γαϊδουρινό γινάτι και δεν περπατούσε, αυτός θύμωσε και το άρπαξε στα χέρια, το φορτώθηκε, και το κουβάλησε στους ώμους. Από μικρό παιδί είχε μεγάλη φυσική δύναμη που την όφειλε στα γονίδια της οικογένειας. Πολλοι προγονοι του φημοζονταν για τη σωματική τους ρώμη, αλλά προπάντων ο πατέρας του και ο παππούς του που ήταν δυνατοί, σαν λιοντάρια.
Από την Κισσόνεργα καταγόταν ο πρώτος πρόγονος που έφερε το επίθετο Ττοουλιάς, επίθετο το οποίον προήλθε από το μικρό του όνομα Χριστόδουλος ή Ττοουλής ή Ττοουλιάς, παρατσούκλι που έμεινε σαν επώνυμο επίθετο και στις επόμενες γενιές έως σήμερα. Ήταν  μεγαλόσωμος με πολλή δύναμη και δυνατό σωματικό σκαρί, χαρακτηριστικά που φέρουν αρκετοί απόγονοι του που επίσης διακρίνονται για τη μεγάλη σωματική τους δύναμη.
Οι πληροφορίες φέρουν δυο από τα παιδιά του να μετοικεί ένας στη Χλώρακα και άλλος στην Αυγόρου.
Στην Αυγόρου μετανάστευσε από μικρό παιδί ο Γεώργιος που πήγε δουλειά σαν μισταρκός και όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε και δημιούργησε οικογένεια εκεί. Ένα από τα παιδιά του ο Χριστόδουλος παντρεύτηκε στην Άχνα και έκαμε πέντε παιδιά τους Γιαννή, Δέσποινα, Γεώργιο, Κυριάκο, και Σάββα. Οι τελευταίοι τρεις μετανάστευσαν στην Αμερική όπου έζησαν και οι απόγονοι τους ευρίσκονται εκεί.
Εκ των τριών μεταναστών, ο Σάββας ήταν παλικάρι και είχε τεράστια σωματική δύναμη. Ήταν άφοβος και ανίκητος, έτσι που φυσιολογικά κατέληξε να γίνει επαγγελματίας παλαιστής. Ανακάλυψε ένα προπονητήριο όπου μπορούσε να παλεύει. Αφοσιώθηκε με μανία στην προπόνηση, και γρήγορα με τον καιρό κέρδισε πολλούς αγώνες. Τον καλούσαν σε όλες τις πολιτείες της Αμερικής όπου έγινε πολύ γνωστός. Είχε αποκτήσει φήμη και γνώρισε μεγάλη δόξα, ήταν πάντα ο νικητής και μεγάλα στοιχήματα παίζονταν υπέρ του. Κέρδισε πολλά χρήματα, που όμως δεν τα λογάριασε. Το χειροκρότημα των θεατών ήταν η μεγαλύτερη του ανταμοιβή.
Όμως όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο και περισσότερο στην Αμερική, στις δουλειές αυτές όπου διακινούνται τεράστια ποσά χρημάτων, τον έλεγχο κάθε μεγάλης νίκης πάντα τον έχουν άνθρωποι του υποκόσμου. Με διάφορους τρόπους πάντα καταφέρνουν να γίνεται αυτό που τους συμφέρει. Είναι τόσο ασύλληπτα τα ποσά χρημάτων που διακινούνται στα στοιχήματα που περιπλέκονται στο συνδικάτο της διαχείρισης των αποτελεσμάτων κάθε αγώνος, που  οι άνθρωποι και οι πέριξ αυτών που τα διαχειρίζονται, δρουν παράνομα και ανενόχλητα χωρίς η δικαιοσύνη να μπορεί να τους ακουμπήσει. Κανονίζουν τα αποτελέσματα με ένα τους λόγο και προωθούν στον πρωταθλητισμό όσους αυτοί και μόνον αποφάσιζουν, ασχέτως εαν αξίζουν πραγματικώς.
Ο Κύπριος παλαιστής Σάββας Τουουλιάς είχε τα φόντα για μια σπουδαία καριέρα εκεί στη μακρινή ήπειρο της νέας γης όπου η μια νίκη του διαδεχόταν την άλλη, σημάδι βέβαιο πως θα κατακτούσε την πρωτιά. Με αισθήματα πατριωτισμού να τον διακατέχουν, είχε μια μεγάλη επιθυμία στην καρδιά, ήθελε να κάμει το όνομα του και την άγνωστη μικρή πατρίδα του φημισμένα και ξακουστά ονόματα εκεί στη μεγάλη χώρα. Σύντομα το όνομα του έγινε αρκετά γνωστό, και τα χρήματα γέμιζαν τις τσέπες του, παρ όλο που δεν τον ενδιέφεραν τόσο αυτά, όσο η προσωπική του δόξα. Δεν δέχτηκε συμβιβασμούς, ούτε υπέκυψε σε εκβιασμούς, ήταν όμως αυτό αιτία να τον σκοτώσουν, να τον δολοφονήσουν.
Ήταν ένας αγώνας πάλης, ένα παιχνίδι στημένο που εάν τελεσφορούσε θα επέφερε πολλά εκατομμύρια κέρδη χρημάτων στους ανθρώπους της μαφίας που κυριαρχούσαν και εκβίαζαν, που δωροδοκούσαν ή τιμωρούσαν ή και δολοφονούσαν για παραδειγματισμό εάν χρειαζόταν. Που είχαν καταντήσει τα αθλήματα κυρίως  της πάλης και του μποξ, καθαρά παράνομες κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που προκαθορίζονταν τα αποτελέσματα από τους νονούς με απώτερο καθαρό σκοπό το οικονομικό όφελος από τα στοιχήματα.
Γι αυτό όταν ο Σάββας Ττοουλιάς δεν υπάκουσε στην προσταγή τους, αυτοί θεώρησαν πως αυτός ο ασήμαντος ανθρωπάκος από ένα άγνωστο μέρος του κόσμου, έπρεπε να τιμωρηθεί και να γίνει μικρό παράδειγμα για τους υπόλοιπους συναδέλφους του, ώστε να υπακούν στο σύστημα που είχαν δημιουργήσει και που αποτελείτο από μπράβους και δολοφόνους, αλλά και «καθώς πρέπει» ανθρώπους της κοινωνικής και πολιτικής ελίτ.
Έτσι όταν αντί να ηττηθεί στον αγώνα όπως είχε λάβει προσταγή αυτός νίκησε, η καταδίκη του είχε προδιαγραφεί. Η διαταγή δόθηκε και ο παλαιστής με το λαμπρό μέλλον διαγράφηκε δια παντός από τους αγώνες, βρέθηκε σκοτωμένος σε μια γωνιά του δρόμου ένα πρωί ξημέρωμα από την αστυνομία. Είχε δολοφονηθεί ένα δείλις αργά ενώ επέστρεφε στο ξενοδοχείο που διέμενε, με τρόπο ενδεικτικό και επιδεικτικό που φανέρωνε τους λόγους του άδικου σκοτωμού.

Υ.Γ.
Συγγενείς του μεγάλου παλαιστή Σάββα Ττοουλιά σήμερα ευρίσκονται στην Αυγόρου, στην Άχνα, στη Λευκωσία, στη Λεμεσό, στη Κισσόνεργα, στη Χλώρακα, και τα τελευταία χρόνια με το μηδενισμό των αποστάσεων, σε όλη την Κύπρο και ακόμα παραπέρα.

Στη Χλώρακα έζησε ο Σάββας που παντρεύτηκε την Δεσποινού αδερφή του Μουχτάρη της Χλώρακας Χριστόδουλου Αζίνα. Απόγονοι τους ήταν οι Θεόδωρος (Τριανταφύλλης), Χαράλαμπος, Νικόλας (Εύζωνας), Καλλιστένη και Αγαθονίκη.
Ο Θεόδωρος ειχε απογόνους τους Χριστόδουλο, Χαμπή (Χαμπιάς) και Ανδρέα.
Ο Χαράλαμπος έκαμε απογόνους τους Νικόλα (Νικολάτσιη), Χριστόφορο (Ττόφας), Χριστόδουλο (Πάρπας), τον Γιωρκή (Κορκής), και την Μαρουλλα Μενελάου Μελιου.
Ο Νικόλας Εύζωνας έκαμε απογόνους τους Μιχάλη, Χριστάκη, Ανδρέα, Θέκλα, Παναγιώτα, Μαρία, Αγγελική και Λυδία.
Η Αγαθονίκη παντρεύτηκε στη Γεροσκήπου και έκαμε απόγονους τη Μαρία Σιαμμά Μαυρονικόλα, το Φιλιππο (υπασπιστής του Μητροπολίτη Πάφου Φώτιου) και το Γιώργο Κούπανο.
Η Καλλιστενη παντρευτηκε το Αντωνούϊ (Κολόιδο) και έκαμαν παιδια τους οι Νικόλα (Πίνος), Χριστόδουλο, Κατίνα, Γιώρκο (Κκελούϊ), Μιχάλη Κέρβερο και Παναγιωτού Χάμπου Πούρνελλου.

Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ
Ο καρεκλάς κατασκευάζει ψάθινες καρέκλες πλέκοντας το κάθισμα πάνω σε ξύλινο σκελετό, που αγόραζε από το μαραγκό σε έτοιμα κομμάτια, και ο ίδιος συναρμολογούσε και τα κολλούσε με γόμα. Συνήθως οι μαστόροι δεν ήσαν στεγασμένοι σε κάποιο μαγαζί, αλλά δούλευαν στην αυλή του σπιτιού τους ή μπροστά στο πεζοδρόμιο, καθώς η τέχνη τους απαιτούσε ελάχιστα εργαλεία.
Ο καρεκλάς με τα λιγοστά εργαλεία του περιδιάβαινε τις γειτονιές και τα καφενεία στα γειτονικά χωριά, και επισκεύαζε τις κατεστραμμένες καρέκλες. Επί τόπου, οπουδήποτε, εργαζόταν για τους πελάτες. Σήμερα αυτοί οι τεχνίτες ακόμα υπάρχουν, καθώς οι τόννενες καρέκλες είναι πολύ αναπαυτικές, ανθεκτικές και όμορφες.

Την καρέκλα στα παλιά χωριάτικα την ονομάζουν τσαέρα. Ο Νεόφυτος ο Τσαεράς πήρε το όνομα του επειδή σε κάποια περίοδο της ζωής του υπήρξε τσαεράς (καρεκλάς).
Από μικρό παιδί του άρεσε να κατασκευάζει καρέκλες χρησιμοποιώντας ως υλικό ξερές βανούκες. Στην αρχή έφτιαχνε σκαμνάκια, αλλά καθώς είχε μεγάλο ζήλο, σιγά-σιγά άρχισε από μόνος του να μαθαίνει να δένει τον τόνο και να κατασκευάζει καρέκλες. Με τον καιρό έγινε καλός μάστρος, και επισκεύαζε τις σπασμένες καρέκλες του χωριού. Ακόμα έδενε τις καρέκλες που μόνοι τους οι νοικοκυραίοι κατασκεύαζαν. Ήταν καρέκλες χοντροκομμένες με απελέκητα υλικά, αλλά πολύ στέρεες. Σήμερα μόνο ελάχιστες από αυτές υπάρχουν, και είναι σε μουσεία όπου συντηρούνται και προφυλάσσονται. Αργότερα όταν τα μέρη που αποτελούν την τόννενη καρέκλα βιομηχανοποιήθηκαν, τα αγόραζε και τα συναρμολογούσε και ακολούθως τις έδενε με τόνο.
Ο Νεόφυτος ο Καρεκλάς ή Τσαεράς, έζησε μια φτωχή εποχή, και για να ζήσει την οικογένεια του έκαμνε διάφορες δουλειές. Είχε υπηρετήσει ως στρατιώτης στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ κάποια περίοδο είχε ένα παλιο φορτηγό αυτοκίνητο που το έστηνε στον κατήφορο για να το ξεκινά κάθε πρωί, καθώς μονίμως η μπαταρία του ήταν καθισμένη.
Μόνος του επεξεργαζόταν τον τόνο τον οποίο έβρισκε και μάζευε από έναν υγρότοπο όπου βλαστούσε. Ήταν μια μεγάλη λίμνη κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου γεμάτη νερό από αγίασμα που έτρεχε, και που ξεχειλίζοντας πότιζε το χώμα και σχημάτιζε ένα βαλτότοπο, έναν υγρότοπο, όπου πλούσια ευδοκιμούσε ο τόνος.
Και ύστερα κάθε απόγευμα, καθόταν στη βεράντα του μακριναριού σπιτιού του, και έπλεκε τον τόνο πάνω στις καρέκλες.

Ο ΡΑΦΤΗΣ
Ο Αντρέας Πισσούριος όταν ήταν μικρό παιδάκι, για την σταδιοδρομία του ο πατέρας του αποφάσισε πως έπρεπε να τον μάθει μια τέχνη ελαφριά που να μην κουράζεται όπως ο ίδιος και να γεράσει γρήγορα από τα βάσανα. Σκέφτηκε λοιπόν όλες τις τέχνες, και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η τέχνη του ράφτη ήταν καθαρή και ξεκούραστη δουλειά. Είχε ένα κουμπάρο τον Χαμπή τον Λαούρη ράφτη στο επάγγελμα, που είχε ένα ραφείο στο Κτήμα. Μαζί κανόνισαν, και φώναξαν τον νεαρό Ανδρέα, και του είπαν πως αρχινά δουλειά μαθητευόμενου ράφτη. Χωρίς να φέρει αντίρρηση ο μικρός, από την επόμενη μέρα ξεκίνησε να δουλεύει. Καθημερινά πηγαινοερχόταν περπατητός αγόγγυστα τη μακρινή απόσταση μέρες μήνες και χρόνια.
 Μαθήτευσε περισσότερο από δέκα χρόνια, και όταν πλέον καλά ενηλικιώθηκε και έπρεπε να παντρευτεί καθώς του προξένεψαν μια όμορφη κοπέλα, άνοιξε δικό του ραφείο. 
 Σήμερα ο Ανδρέας Πισσουριος σε ηλικία περισσότερη των 80 ετών στέκει καλά στην υγεία του, και ακόμα έχει το δικό του ραφείο το οποίο ανελλιπώς κάθε πρωί ανοίγει, και ανελλιπώς εργάζεται εξασκώντας την τέχνη του. Και κάθε δείλι ανελλιπώς, κάθεται στο καφενείο και ρεμβάζει, ή κουβεντιάζει με άλλους χωριανούς. Και αναπολώντας τα περασμένα, κάποιες φορές σκέφτεται πως ο πατέρας του είχε δίκαιο που αποφάσισε να τον στείλει σε τέχνη ξεκούραστη ώστε να μην γεράσει και να πεθάνει γρήγορα από τα βάσανα μιας σκληρής δουλειάς.
Ο ράφτης είναι ένα επάγγελμα που σχεδόν έχει εκλείψει παντελώς, σε αντίθεση πριν λίγες δεκαετίες που ανθούσε σε μεγάλο βαθμό.
Τα ραφεία είναι μικρές κάμαρες, καθώς δεν χρειάζονται πολύ χώρο για να λειτουργήσουν. Μέσα υπήρχαν στοιβαγμένα σε ράφια μερικά τόπια υφασμάτων για να διαλέγει ο πελάτης. Τα εργαλεία του ράφτη είναι ένας πάγκος όπου πάνω σχεδιάζει και σιδερώνει τα κοστούμια που ράβει με ένα βαρύ σιδερό και ένα γάρο (σιδερωστρα), μια μεζούρα, ένα τρίγωνο και ένα μεγάλο ψαλίδι, κιμωλίες για να τραβά τις γραμμές, δαχτυλήθρες και ένα καρφιτσερό με καρφίτσες, βελόνες, και οπωσδήποτε η μηχανή ραψίματος.
Ο ράφτης έπρεπε να παρακολουθεί μέσα από περιοδικά τη διεθνή μόδα και να ενημερώνει, αλλά και να καθοδηγεί τους πελάτες ποια γραμμή και μόδα να διαλέξουν για τα ρούχα τους. Έραβαν μόνο αντρικά ρούχα, και αφού έπαιρναν τα μέτρα του πελάτη, ξεκινούσαν το ράψιμο. Τα παντελόνια έπαιρναν λίγο καιρό, αλλά τα σακάκια ήθελαν από μερικές μέρες μέχρι μήνα, και χρειαζόταν κατά τη διάρκεια του ραψίματος, ο πελάτης να επισκεφτεί το ραφείο μερικές φόρες για πρόβα.
Έπρεπε να ράβουν ρούχα καλοραμμένα που να ταιριάζουν στον πελάτη, ανάλογα με το βάρος και το ύψος. Ένας καλός ράφτης ξεχώριζε από την ομορφιά και τη γραμμή που έδινε στα ρούχα.
Όπως και στην εποχή μας, και παλιότερα υπήρχαν ράφτες υψηλής ραπτικής που έπαιρναν πολλά χρήματα. Υπήρχαν μερικοί που πήγαιναν και μαθήτευαν στην Αθήνα, και επιστρέφοντας ονόμαζαν τα μαγαζιά τους Αθηναϊκά ραφεία, και έραβαν ακριβά υφάσματα για πλούσιους και άρχοντες.

Ο ΤΣΕΣΤΑΣ
Στα παλιά χρόνια που οι άνθρωποι είχαν κύρια ασχολία την γεωργία καθώς  η Κύπρος δεν είχε άλλους οικονομικούς πόρους, κάποιοι που ήσαν άκληροι και δεν είχαν ούτε ένα κομμάτι γης να καλλιεργήσουν, ούτε ήξεραν κάποιο επάγγελμα, ασχολούνταν με βοηθητικές εργασίες όπως να κατασκευάζουν καλάθια, κοφίνια και τσέστους. Ήταν κατασκευές που δεν ήθελαν πολλή τεχνική αλλά μεγάλο μεράκι, και που τις πρώτες ύλες τις προμηθεύονταν ελεύθερα από τη φύση, καθώς πλούσια βλάσταιναν στις ρεματιές και στις λαγκαδιές.
Στη Χλώρακα δεν υπήρχαν καλαθάδες, αλλά κάποιοι από την οικογένεια του Αντρεουθκιού, ίσως έχοντας καλλιτεχνική φλέβα, έπλεκαν τσέστους που καθώς έγιναν πολύ ξακουστοί ένεκα της ομορφιάς τους, μέχρι πριν λίγο καιρό από τις τελευταίες απογόνους η Ελενίτσα, ησχολείτο με την εργασία αυτή, ώσπου γέρασε, και τα χέρια της κουρασμένα πλέον δεν την βοηθούσαν. Έτσι υποχρεωτικά σταμάτησε να πλέκει, και καθισμένη στην αυλή της με τις ώρες τώρα, αναπολεί τις φορές που όταν τέλειωνε ένα τσέστο, τον κρεμούσε στον τοίχο και μέχρι να τον πουλήσει, τον θαύμαζε σαν καλλιτεχνικό έργο που ήταν άρτια πλεγμένο και πλούσια διακοσμημένο με πολύχρωμα ρούχινα πλουμιά κεντημένα μέσα στις ποκαλάμες.
Όμως σε πιο εμπορική βάση την κατασκευή τσέστων, την πέτυχε η μεγαλύτερη από τις αδελφές η Χριστοδούλα, που μαζί με τη βοήθεια της πολυπληθούς οικογένειας της καθώς απέχτησε οκτώ παιδιά, προώθησε στο παζάρι το προϊόν που κατασκεύαζε σε μεγάλη παραγωγή, και κατάφερε το χωριό της Χλώρακας να καταταχτεί στην ιστορία της λαϊκής παράδοσης.

Οι τσέστοι είναι μεγαλα στρογγυλά ξέβαθα πανέρια που κατασκευάζονται κυρίως με ποκαλάμες  (στελέχη σιταριού)  και φύλλα φοινικιάς, καθώς καλάμια και σκλινίτζια (άγρια βλάστηση σε υγρά εδάφη που χαρακτηρίζεται από  πολλά λεπτά και μακριά στελέχη κυλινδρικά, και ευλύγιστα αλλά και στερεά ) που τις πλέκουν και τις δένουν μεταξύ τους, και τα στολίζουν με πολύχρωμα υφάσματα.
Τον παλιο καιρό χρησίμευαν πολύ στις νοικοκυρές, γιατί τα διάφορα ζυμαρικά όπως κουλούρια, φιδέ, μακαρόνια, τραχανά, φλαούνες κλπ, τα ζύμωναν μόνες τους, και τα άπλωθαν στους τσέστους για να στεγνώσουν ή  να τα ψήσουν.
Ακόμα θέλοντας να καταδείξουν την μεγάλη τους ωφελιμότητα, τοποθετούσαν μέσα την ενδυμασία της νύφης για να την χορέψουν την ημέρα του γάμου.
Σήμερα με τη βιομηχανική ανάπτυξη, τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα αντικατέστησαν τα παραδοσιακά που ήταν φτιαγμένα με τα φυσικά υλικά και τώρα κατασκευάζονται από πλαστικές ύλες.

Ο ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ
Ο Χαρίλαος ο Μάντης ήταν ένας γυρολόγος γανωματής από τον Καθηκα. Μακρινό το χωριό από τη Χλώρακα και πολλές ώρες δρόμος, αλλά κάθε τόσο καιρό με τη σειρά, περνούσε και μάζευε τα μαυρισμένα από τη φωτιά σκεύη των νοικοκυρών, και τα φόρτωνε στο ζώο του. Ήταν ένας μεγάλος άππαρος που με τα δισάκια κρεμασμένα γεμάτα ατζιά και τον ίδιο καβαλικεμένο στη ράχη, μεγαλόσωμος και όμορφος, κάλπαζε τη μεγάλη απόσταση χωρίς να κουράζεται.
Στα χωριά τον παλιό καιρό οι κάτοικοι ήσαν λιγοστοί και συγγενείς αναμεταξύ τους, γι αυτό συνήθιζαν για τις νιές κοπέλες να φέρνουν γαμπρούς από άλλα χωριά, και τα παλληκάρια να τα στέλλουν σώγαμπρους σε άλλα χωριά. Καμιά φορά γινόταν το αντίθετο, αλλά πολύ αραιά. Ώστε ο Χαρίλαος καθώς είχε και τη τέχνη του, ήταν περιζήτητος γαμπρός στη Χλώρακα, και όπως ήταν φυσικό, κάποιοι μεσολάβησαν και τον πάντρεψαν με μια χωριανή κοπέλα, και από τότε έμεινε στη Χλώρακα εξασκώντας το επάγγελμα του γανωματή.    
Τον θυμάμαι καλά καθώς μέναμε στην ίδια γειτονιά με ένα τσιγάρο κρεμασμένο στο στόμα σκυφτό στην αυλή του να γανώνει, ή να γυρίζει στα δρομάκια και να μαζεύει τα ατζιά φωνάζοντας με τη βραχνή του φωνή,
Είμαι γανωματσιής, μπακίρια γανώνω,
Τις παλιομαϋρισσες καλά μπαλώνω
Ο γανωτσής έλιωνε τον κασσίτερο πάνω σε φωτιά και αφού προηγουμένως είχε καθαρίσει καλά το σκεύος, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το έτριβε με σκόνη κεραμιδιού. Ακολούθως κρατώντας το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά, έριχνε μέσα το νησιαντήρι, για να στρώσει και να κολλήσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια με ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα, και τέλος βουτούσε το σκεύος μέσα σε κρύο νερό. Στο τέλος το σκούπιζε με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει..
Η λέξη γανωτής προέρχεται από το αρχαίο ρήμα γανώ που σημαίνει δίνω λάμψη, και είναι επάγγελμα από τα πιο παλιά που υπάρχουν.
Γανωτής ή γανωναματής ονομάζεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο.
Οι γανωματζιήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα χαρτσιά, τις μαγείρισσες, τα σινιά.
Ήταν επάγγελμα πολύ διαδομένο στις αρχές του περασμένου αιώνα, το οποίον τελείωσε σχεδόν ολοκληρωτικά στα τέλη του ίδιου καθώς τα μαγειρικά σκεύη κατασκευάζονταν ανοξείδωτα πλέον, και δεν χρειάζονται επικασσιτέρωση. Ακόμα υπάρχουν τεχνίτες, αλλά αραιά και που.

Ο ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ
Η ταβέρνα του Φκωνή ήταν κτισμένη δίπλα στην πλατεία της εκκλησιάς και εκεί μαζεύονταν τις νύχτες οι αθκιασεροί και οι κρασοπότες να πιούν κανένα γράδο κοκκινέλι. Ήταν ένα χαμόσπιτο κτισμένο με πέτρες και πηλό από χώμα και άσιερο, μια κάμαρη, ένα χαμηλό δωμάτιο τόσο χαμηλό, που για να μην κουτουλούν οι πελάτες, το πάτωμα ήταν σκαμμένο μέσα στη γη. Η σκεπή καμωμένη από κανιά και χώμα που όταν έβρεχε έσταζε και έβρεχε τους πελάτες. Με παλιές ξύλινες πόρτες χωρίς κλειδαριές και ένα μικρό παράθυρο όσο να μπαίνει λίγο φως.
Ήταν κτισμένη ακριβώς στη θέση που είναι τώρα το εστιατόριο «Φαμακούστα», στην οδό «Ζήνας Κάνθερ». Ήταν η ταβέρνα του Φκωνή που άφησε εποχή, που με τον ίδιο να φαντάζει θεόρατος με τη μαύρη βράκα και το αλατσιέτινο ζιμπούνι πανύψηλος να μην τον χωρεί το μαγαζί του και να σερβίρει σκυφτός για να μην κουτουλλά στο ταβάνι.
Μέσα στο μουντό φως της λάμπας πετρελαίου τα τραπέζια τάβλες πάνω στο χωματένιο πάτωμα ήταν πάντα γεμάτα πελάτες. Η τσίκνα από το τρεμιχόλαο γέμιζε τον αέρα και τα κουνουπίδια ήταν πάνω στο ράφι αφημένα μαζί με σώτες γεμάτες τσιρίτζια μέσα σε λίπος από λαρδί και βάζα γεμάτα καππάρι. Στη γωνιά ήταν κρεμασμένο από το ταβάνι ένα ολόκληρο λαρδί χοίρου, ενώ πάνω σε όλα τα τραπέζια είχε κούπες γεμάτες βραστές πατάτες.
Ήταν μια συνταιριασμένη ατμόσφαιρα με το χώμα στο πάτωμα να μυρίζει ξινό κρασί και να σμίγει με την μυρωδιά από τα ξιδάτα παντζάρια, τα βραστά αβγά μέσα σε μαύρο λάδι ελιάς και τη τσίκνα της ρέγκας που ψηνόταν στη φωτιά της μηχανής. Ήταν μεζέδες μιας εποχής χωριάτικοι και φτηνοί που έφτιαχνε ο ταβερνιάρης,  αλλά γνήσιοι και άμετρης γευστικής απόλαυσης.
Κάθε βράδυ οι φτωχοί χωρικοί την άραζαν μέσα εκεί, να πιούν φτωχικά και να ξεχάσουν την φτώχεια και τη μιζέρια τους.
Το στερκό κρασί τους έφτιαχνε τη διάθεση και τους έκανε να ευφραίνονται απεριόριστα τις γλυκείες γεύσεις από τα φτωχικά φαγητά. Τσιμπούσαν και τσουγκρούσαν τις καντήλες εις υγεία στα ξύλινα βαρέλια που ήταν γεμάτα κρασί.
Ήταν βαρέλια θεόρατα που γέμιζαν το μισό μαγαζί, γεμάτα με κρασί που εκείνον τον καιρό πουλιόταν με την οκά και το μετρούσαν με το κάρτο, ένα τσίγγινο δοχείο με την ανάλογη χωρητικότητα. Όμως πολλές φορές τα άδειασαν οι κρασοπότες, και πολλές ήταν οι φορές που παρασυρμένοι από τη πολλή ζάλη της μέθης συμπεριφέρθηκαν ως μεθυσμένοι.

Μια φορά, ο Χριστόδουλος Πάσπας ένας τακτικός θαμώνας, πάνω στο μεθύσι του πήγε στοίχημα με τους φίλους του πως η στενή πόρτα της ταβέρνας χωρούσε το αυτοκίνητο του να περάσει μέσα. Και το θολωμένο του μυαλό παραμερίζοντας τη λογική, τον οδήγησε έξω να πάρει το αμάξι μη λαμβάνοντας όψιν τις διαμαρτυρίες του ταβερνιάρη. Ξεκίνησε λοιπόν ο άμυαλος το παλιό του αμάξι, και πέρασε μέσα από την πόρτα της ταβέρνας. Μα η πόρτα ήταν στενή και δεν χωρούσε, έτσι μαζί με τον τοίχο γεμίστηκε κάτω στο πάτωμα. Βλέποντας την καταστροφή έφερε το νου του, αλλά το κακό είχε γίνει. Συμφώνησα με τον ταβερνιάρη, και την άλλη μέρα όλοι μαζί οι φίλοι καθώς ήταν καλοί μαστόροι, επιδιόρθωσαν όλες τις ζημιές.

Ο ΑΛΕΤΡΑΡΗΣ
Το Αντωνούην το Κολόιδον  ήταν παλιός κάτοικος της Χλώρακας πολύ γραφικός χαρακτήρας από αυτούς που δεν ξεχνιούνται, και που άφησε στο κατόπιν του ευτράπελες ιστορίες που ακόμα τις διηγούνται τα παιδιά. Έζησε περισσότερο από εκατόν χρόνια, και απεβίωσε το 1980. Έως τα βαθιά του γεράματα είχε σώας τας φρένας και την υγεία του. Ενδυόταν με παραδοσιακά ρούχα, και η  βράκα που φορούσε ήταν από τις μακριές, και επειδή τα πόδια του στράβωσαν με τα γεράματα, σάριζε τη στράτα καθώς περπατούσε. Τον γνώριζαν όλοι με το παραγκώμι του, και ουδείς με το όνομα του το οποίον εν τέλει ανεγράφει εις την ταφόπλακα του, ως Αντώνης Μιχαήλ. Ήταν κοντός, άσχημος, στραβοπόδης με ένα τεράστιο μουστάκι δυσανάλογο με το κορμί του, κίτρινο από την καπνιά των ατελείωτων τσιγάρων που πάντα είχε ένα να κρεμιέται στο στόμα. Ήταν πτωχός, και δεν είχε χρήματα, γι αυτό γυρνούσε στα καφενεία και μάζευε τις γόπες που οι άλλοι πετούσαν. Ζούσε πολλές ώρες στην άκρια της θάλασσας πάντα με ένα δυναμίτη στο χέρι και σκότωνε τα ψάρια δια της παρανόμου και ευκόλου οδούς.
Καθώς ο ίδιος πολύ πτωχός, το ίδιο είχε καταντήσει και το μυαλό του από τα πολλά βάσανα που για περισσότερο από ένα αιώνα έζησε στη φτώχεια και στην ανέχεια. Μια φορά κατάφερε να αιχμαλωτίσει μια αλεπού που έτρωγε τις όρνιθες του, και σκέφτηκε να τη δέσει μέσα στην παράγκα που κατοικούσε με ένα σχοινί πάνω στην κεντρική κολώνα που είχαν όλες οι παράγκες. Και έφυγε ο άμοιρος ξημερώματα να πάει στη θάλασσα να ψαρέψει, και άφησε το άγριο ζώο δεμένο στο κλουβί του. Μα όταν μετά το μεσημέρι επέστρεψε, βρήκε όλα τα υπάρχοντα του σπασμένα, καθώς το σχοινί ήταν μακρύ, και αλαφιασμένη από το φόβο η αλεπού γυρνούσε γύρω-γύρω σαν άγριο ζώο που ήταν, καταστρέφοντας τα όλα.  
Όμως, ήταν ένας σπουδαίος τεχνίτης, ένας καλός ξυλουργός που με τα πενιχρά του εργαλεία έφτιαχνε αλέτρια για τους γεωργούς, αλέτρια που άντεξαν στο χρόνο, και όσα δεν πετάχτηκαν και ακόμα υπάρχουν, είναι γερά, έτοιμα για χρήση. Εξασκούσε το επάγγελμα του αλετράρη μόνο αυτός, και παρ όλο που οι γεωργοί ήταν και οι ίδιοι τεχνίτες και κατασκεύαζαν ή επισκεύαζαν τα δικά τους αλέτρια, για το σωστό ζύγισμα τους έπρεπε οπωσδήποτε να επισκεφτούν τον αλετράρη του χωριού.

Ήταν λοιπόν το επάγγελμα του αλετράρη ένα χρήσιμο επάγγελμα πολύ αναγκαίο μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, αφού έως την εποχή του τελευταίου βασιλέως της Ελλάδας Κωνσταντίνου του Β΄ και πριν την κατασκευή γεωργικών μηχανών, ο όργωμα των χωραφιών γινόταν με το αλέτρι.
Κατασκευαζόταν κυρίως από ξύλο και είχε από σίδερο μόνο  το υνί, για να μην καταλιεται εύκολα καθώς όργωνε τη γη. Τα βασικότερα μέρη ενός αλετριού ήταν η κοντοουρά με το χέρι και με το οποίο χειριζόταν το άροτρο ο γεωργός, το αλετροπόδι που πάνω του φοριόταν το υνί, το σταβάρι το οποίον ενωνόταν στο ζυγό που μαζί έσερναν το αλέτρι, και η σπάθη που ένωνε το σταβάρι με το αλετροπόδι. Είχε ακόμα μερικά άλλα μέρη τα οποία προσαρμόζονταν ανάλογα με τη χρήση του αλετριού, άλλοτε για σπορά, άλλοτε για όργωμα, και άλλοτε για σβανάρισμα (στρώσιμο του χώματος  μετά το όργωμα). Η επιτυχία του αρότρου σε μεγάλο βαθμό εξαρτιόταν από το βάρος του, και αυτό ανάλογα με τη γη που θα οργωνόταν, αφού από αυτό εξαρτιόταν πόσο βαθιά θα έσκιζε τη γη.

Το επάγγελμα του αλετράρη λοιπόν, είχε σημαντική συνεισφορά στη καθολική γεωργική ενασχόληση των παλαιών κατοίκων της Χλώρακας αφού, όλοι οι κάτοικοι είχαν τη γεωργία ως κύριο επάγγελμα. Πολλοί γεωργοί αποκτούσαν γνώσεις και έφτιαχναν ή επιδιόρθωναν μόνοι τα άροτρα τους, αλλά υπήρχαν και οι μαστοροι ξυλουργοί που είχαν ειδίκευση στην εξ ολοκλήρου κατασκευή και επιδιόρθωση τους. Η μαστοριά του καθενός αλετραρη μετριόταν εκ του αποτελέσματος, δηλαδή από την ικανότητά του αρότρου να ισορροπεί στη γη, καθώς σε περίπτωση που παρουσίαζε αστάθεια, κούραζε το γεωργό στη προσπάθεια του να το κρατεί κάθετο.

Ο ΒΟΣΚΟΣ
Δημοσίευμα της Εφημερίδας Ανεξάρτητος το 1938:
Παρ ολίγον να ελάμβανε χώραν το απόγευμα της προχθές Δευτέρας τραγικό δυστύχημα εις Χλώρακα με θύμα νεαρόν ποιμένα, υπο τάς ακολούθως περιστάσεις: Κατά το απόγευμα της προαναφερθήσας ημέρας, ενώ ο εκ του χωρίου μας δεκαεξαετής ποιμήν Νεόφυτος έβοσκε τα πρόβατα του εις την τοποθεσίαν Καμαρούδι, το έδαφος υπεχώρησεν αιφνηδίως και ο ατυχής ποιμήν ευρέθη εις υπόγειον γαλαρίαν πλήρη ύδατος και βάθους πέντε ποδών. Ο ατυχής Νεόφυτος ήρχισε αμέσως να κραυγάζη εις βοήθειαν, πλήν, όμως, λόγω του ερημικού του τόπου, ουδείς τον ήκουε, εκινδύνευε δε, τον έσχατον κίνδυνον. Ευτυχώς δι αυτόν τα πρόβατα του παραμείναντα ακυβέρνητα εισήλθον εις μέρος απηγορευμένον δια βοσκήν, επισύραντα ούτω την προσοχήν του επίσης εκ Χλώρακας Γεωργίου Νικόλα, ο οποίος εν τη προσπαθεία του όπως εκβάλει εκ της απηγορευμένης περιοχής τα προβατα, αντελήφθη τον Νεόφυτον εντός της γαλαρίας. Αμέσως ούτος εκάλεσε και άλλους συγχωρίους του, τη βοηθεία των οποίων ο ποιμήν ανεσύρθη.

Στη Χλώρακα από τους πρώτους κατοίκους που εγκαταστάθηκαν και κατοίκησαν κατά το 1850 και έχουμε πληροφορίες, ήταν και ο βοσκός Χ΄Τσιυρκακός Σιαμμάς. Επίσης ο τελευταίος που έζησε ως βοσκός, ήταν ο Φυτός Χριστοδούλου, εγγονός του πρώτου. Από μικρό παιδί έβοσκε τα πρόβατα του πάτερα του, όταν όμως ενηλικιώθηκε, αποφάσισε και ξενιτεύτηκε, πήγε στην Ελλάδα και εντάχτηκε στο στρατό ως ημιονηγός, και πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους όπου και πληγώθηκε. Επιστρέφοντας, ο πατέρας του είχε κληροδοτήσει το κοπάδι σε έναν άλλο του γιό τον Λεωνή, οπότε έπιασε δουλειά κοντά του με μεροκάματο. Αργότερα όταν ο Λεωνής κληροδότησε το κοπάδι στον γιο του Γιώρκο, ο Φυτός συνέχισε να εργάζεται σε αυτόν, μέχρι τέλους.
Περί τα μέσα της  δεκαετίας του 1970, ο Γιώρκος Λ. Σιαμμάς δισέγγονος του Χ΄Τσιυρκακού, πούλησε το κοπάδι και ασχολήθηκε με τη γεωργία, οπότε ο Φυτός σε μεγάλη ηλικία πλέον, σταμάτησε να εργάζεται και βγήκε στη σύνταξη. Ήταν ο τελευταίος βοσκός που έζησε στη Χλώρακα.
Το επάγγελμα του βοσκού για τη Χλώρακα έχει ιστορική αξία, καθώς από το 1830 και ύστερα που ξεκινούν οι πληροφορίες  για τους κατοίκους οι οποίοι και αποτελούν τους προγόνους των σημερινών οικογενειών, ασχολήθηκαν αποκλειστικά με το επάγγελμα αυτό, ενώ τη γεωργία την είχαν πάρεργο καθώς η περιοχή δεν ήταν πολύ εύφορη για αγροτικές καλλιέργειες.
Σύμφωνα με την παράδοση λοιπόν , από τους πρώτους αυτούς κατοίκους ο Χ΄Τσιυρκακός που κατέβηκε με το μεγάλο κοπάδι του από την ορεινή περιοχή και εγκαταστάθηκε και δημιούργησε μεγάλη φαμελιά, είναι ο κύριος προγονός των περισσοτέρων σημερινών  κατοίκων. Ολοι σχεδόν οι κάτοικοι της Χλώρακας δηλαδή, έχουν τις ίδιες ρίζες καταγωγής.
Οι βοσκοί είχαν έσοδα από την παραγωγή γάλακτος και από τα παράγωγα του όπως χαλούμια, τυριά και αναράδες. Επίσης κούρευαν τα πρόβατα και πουλούσαν το μαλλί τους με το οποίο οι εργοστασιάρχες ύφαιναν μάλλινα ρούχα. Άλλη πηγή εσόδων ήταν η πώληση ζώων κυρίως κατά την περίοδο του Πάσχα, οπότε, ο βοσκός επέλεγε ποια ζώα θα πουλούσε και ποια θα κρατούσε για αναπαραγωγή, αλλά και ποια από τα γεροντότερα ζώα θα αντικαθιστούσε, οπότε αυτά τα πουλούσε φθηνότερα. Με αυτά έφτιαχναν το κλέφτικο, διότι με τον τρόπο αυτό, το σκληρό κρέας ψηνόταν καλά και μαλάκωνε. Σπάνια, οι βοσκοί έσφαζαν ζώα για την προσωπική τους διατροφή και όταν το έκαναν, χρησιμοποιούσαν το δέρμα των ζώων για την κατασκευή συνήθως βουρκών, ενα είδος σακιδίου.

ΟΙ ΚΤΙΣΤΕΣ
Το επάγγελμα του κτίστη είναι ένα διαχρονικό επάγγελμα που θα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι καθώς όλοι χρειάζονται μια στέγη να τους φιλοξενεί. Κατά χρονικές περιόδους ο κτίστης  κτίζει αναλόγως των υπαρχόντων υλικών. Δημιουργεί μικρά καλύβια έως υψηλά τείχη και πύργους από ξύλο, από πέτρα, και τελευταίως από μέταλλο. Μα από όλους τους τρόπους ο καλύτερος, ο ομορφότερος και ο πρακτικότερος, είναι το κτίσιμο με πλίνθους, τούβλα, πέτρες, ή τσιμεντόπετρες. Από τη διαχρονικότητα αυτής της χρήσης από τους  ανθρώπους, είναι και απόδειξη περί του πρακτέου. Την εργασία αναλάμβαναν οι κτίστες, και η τέχνη ονομαζόταν κτιστιτσιή. Την εφάρμοζαν άνθρωποι που μαθήτευαν από μικροί σε μεγάλους μαστόρους, και ήταν μια πολύπλοκη εργασία, καθώς ο κτίστης έπρεπε να μπορεί να σχεδιάζει τα σπίτια ο ίδιος καθώς παλιά δεν υπήρχαν αρχιτέκτονες, έπρεπε το να κτίζει, και να ξέρει ακόμα να σοβατίζει, να κατασκευάζει καλούπια. Δηλαδή να αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την κατασκευή.
Η Χλώρακα έβγαλε σπουδαίους μαστόρους της κτιστηκής, και την περίοδο του μεταπολέμου, ήταν από της κοινότητες που είχε περισσότερους από έναν εργολάβο. Οι κτίστες από τη Χλώρακα έχουν να επιδείξουν σπουδαία έργα αρχιτεκτονικής και κατασκευής, όπως το σχολείο της κοινότητας, τα νεοκλασικά σχολεία στο Κτήμα, ακόμα και στο ίδιο το Προεδρικό μέγαρο έχουν εργαστεί σπουδαίοι κτίστες.
Σπουδαίοι κτίστες μαστόροι που άφησαν σφραγίδα το όνομα τους στην ιστορία της κτιστικής, είναι ο Γεώργιος Χατζιούδης που σχεδίασε και έκτισε το Α΄ δημοτικό σχολείο της Χλώρακας, ο Ερωτόκριτος Ερωτοκρίτου και ο υιός του Ευστάθιος που έλαβαν μέρος στο κτίσιμο του προεδρικού στη Λευκωσία, και οι Σάββας Αχιλλέως, Νικόλα Φουαρτάς και Κακός του Αλέξη φίλοι και συνέταιροι καλοί μαστόροι κτίστες της πελεκητής πέτρας και εργολάβοι. Έκτισαν το ξακουστό μουσείο που στεγάζει το πλοιάριο  «Άγιος Γεώργιος», είναι επίσης οι πρώτοι σε ολόκληρη την Πάφο αγόρασαν μηχανήματα και κατασκεύαζαν τσιμεντόπετρες, δηλαδή πέτρες από τσιμέντο.

ΟΙ ΧΑΜΑΛΗΔΕΣ
Την περίοδο μετά την Τουρκοκρατία ο πληθυσμός γενικά της Κύπρου ήταν πτωχός, και λίγοι μόνον κατείχαν δική τους γη. Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας δόθηκε περισσότερη ελευθερία, και με σκληρή εργασία πολλοί κατάφεραν σιγά με τον καιρό να αποκτήσουν δικά τους χωράφια. Πολλοί νέοι αναγκάζονταν να δουλεύουν ως μισταρκοί για ένα κομμάτι ψωμί. Κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, πολύ μεγάλο μέρος της νεολαίας κατατάγηκε στον Βρετανικό στρατό για ένα μεροκάματο. Απ εδώ καταλαβαίνουμε πόση ανέχεια επικρατούσε στον πληθυσμό. Οι νέοι προτιμούσαν τον κίνδυνο του πολέμου, παρά την ανεργία και τη φτώχεια.
Μετά το πέρας του πολέμου και την επιστροφή τους στον τόπο και έχοντας κάποια χρήματα τα οποία διοχέτευσαν στην αγορά, το παζάρι και οι αγορές ανατήχθηκαν. Πολλοί ξενιτεύτηκαν για ένα καλύτερο μέλλον, πολλοί ασχολήθηκαν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, άλλοι βρήκαν δουλειά στα ορυχεία χαλκού και αμίαντου, και κάποιοι ασχολήθηκαν με δουλειές του ποδαρού, όπως χαμάληδες και αχθοφόροι.
Οι χαμάληδες αναλάμβαναν τη μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων. Η εργασία τους ήταν ιδιαίτερα επίπονη και οι μισθοί τους χαμηλοί, γι’αυτό και ανήκαν στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού. Ήταν απαραίτητοι στις αγορές, στα λιμάνια, στα εργοστάσια, και όπου αλλού υπήρχε βαριά εργασία.
Θυμάμαι την εποχή μετά την απελευθέρωση, στη Χλώρακα υπήρχαν τρεις τέσσερις χαμάληδες. Ήσαν καχεκτικοί και ταλαιπωρημένοι από τη σκληρή δουλειά, και περίμεναν καθισμένοι στο καφενείο χωρίς να έχουν να πιουν ένα καφέ, να τους προσλάβουν για να ξεφορτώσουν σακιά από λιπάσματα στις αποθήκες της ΣΠΕ τα οποία εισήγαγε η εταιρεία και τα έδινε επί πιστώσει στους γεωργούς. Είχαν επίσης το νου τους όποτε φαινόταν κάποιο πλοίο φορτηγό στα βαθιά της θάλασσας που σπάνια ερχόταν στο λιμάνι της Πάφου, περπατητοι πήγαιναν στο λιμάνι για να ξεφορτώσουν τις μαούνες που έβγαζαν τα εμπορεύματα στο μόλο, καθώς το λιμάνι ήταν ξεβαθο και τα πλοία έμεναν ράδα.
Η δουλειά του αχθοφόρου όμως δεν αρκούσε για να τους δώσει μια αξιοπρεπή διαβίωση, έτσι έκαναν και οποιαδήποτε άλλη εργασία του ποδαρού, και κυρίως περίμεναν μα αδημονία να πεθάνει κάποιος στο χωριό, ώστε να αναλάβουν την λυπητερή εργασία να σκάψουν το μνήμα, εργασία που όπως και τις σημερινές μέρες, αμειβόταν πολύ καλά.
Τις τελευταίες δεκαετίες καθώς η οικονομία αναπτύχτηκε, οι Κύπριοι τα επαγγέλματα του χαμάλη και του νεκροθάφτη τα θεωρούν απαξιωτικά, γι αυτό εισάγουν εργάτες από άλλες χώρες για να τα κάμουν. 

Ο ΠΕΤΡΟΚΟΠΟΣ 
πετροκόπος ήταν ο τεχνίτης που εξόρυσσε την πέτρα από τα λατομεία με σκοπό το κτίσιμο οικοδομημάτων. Ήταν σπουδαίο ζήτημα να είναι καλός μάστρος, γιατί ανάλογα με το πελέκημα και το κτίσιμο, είχε ή δεν είχε φόβο να χαλάσει το οικοδόμημα από μεγάλο σεισμό. Ονομαζόταν επίσης και λιθοξόος, λέξη που προέρχεται από το λίθο (πέτρα) και ξέω, δηλαδή αυτός που ξύνει την πέτρα.
Για τις ανάγκες παρασκευής δομικών υλικών, λατομούσαν την πέτρα και έκτιζαν κτίρια και άλλα έργα. Διάλεγαν καλής ποιότητας συμπαγείς βράχους, και αφού τους τρυπούσαν με λοστούς, τοποθετούσαν μέσα δυναμίτιδα και τους ανατίναζαν. Μ αυτό τον τρόπο τους έκοβαν σε μεγάλα κομμάτια, τα όποια ευκολότερα κατεργάζονταν με τα εργαλεία τους τα οποία ήταν το μαρτέλλι, η βαριά, οι σφήνες και μεγάλοι δοκοί ως μοχλοί για την μετακίνηση τους. Όλα γίνονταν χειρωνακτικώς, καθώς τις παλιές εποχές δεν υπήρχαν μηχανικοί τρόποι εκμετάλλευσης του λίθου.
Ήταν ένα από τα σπουδαιότερα επαγγέλματα, καθώς επί αιώνες η πέτρα ήταν το ισχυρότερο και πιο διαδεδομένο υλικό τοιχοποιίας. Παλαιότερα χρησιμοποιούσαν συνήθως μόνο πέτρα και πηλό από χώμα. Για να είναι το κτίσιμο σωστό και δυνατό, λέει κάποιος παλιός τεχνίτης, πρέπει η μια πέτρα να εφάπτεται με την άλλη και να μην μπαίνει πολλής πηλός. Όταν οι πέτρες μπαίνουν συρταρωτές το κτίριο αντέχει απεριόριστα.
Οι καλύτεροι μαστόροι ήσαν όσοι έκοβαν, πελεκούσαν και έκτιζαν. Τους ονόμαζαν πετροκόπους ή λιθοξόους και επεξεργάζονταν με πολλή μαεστρία την πέτρα φτιάχνοντας δομικά υλικά και κτίζοντας στέρεα σπίτια. Δυστυχώς όμως πολλοί τέτοιοι μεγάλοι τεχνίτες πέρασαν απαρατήρητοι και ποτές δεν αναφέρθηκαν
Στη Χλώρακα τον περασμένο αιώνα έζησαν και έδρασαν ορισμένοι, καθώς το χωριό καθόταν σε βραχώδη περιοχή διαθέτοντας την καλύτερη ποιότητα πέτρας. Από τη Χλώρακα χρησιμοποίησαν πέτρες και έκτισαν τον καθεδρικό ναό της κοινότητας, καθώς και την εκκλησία της θεοσκέπαστης στην Κάτω Πάφο, πέτρα πολύ καλή γιατί αντέχει στο χρόνο χωρίς να φθείρεται, και γιατί είναι ευκολότερη η επεξεργασία της.

Ξακουστοί πετροκόποι από τη Χλώρακα που άφησαν όνομα σε όλη την Πάφο, ήταν ο Άνοστος και ο Σιηπέττος. Ήταν ονόματα-παρατσούκλια που τους κόλλησαν, γιατί του πρώτου ασχήμυνε το πρόσωπο όταν πληγώθηκε κατά την ώρα έκκρισης δυναμίτιδας, και του δεύτερου γιατί χρησιμοποιούσε με ευκολία τη δυναμίτιδα, όπως τις σφαίρες με, ένα σιηπέττο (όπλο). Έζησαν τον περασμένο αιώνα, και μόλις μένουν στη θύμηση μας ως άνθρωποι σκληροτράχηλοι που ξεχώριζαν από τους άλλους ένεκα της δυσκολίας και της σπανιότητας του επαγγέλματος τους. Ένα παράδειγμα για να κατανοήσει κάποιος το δύσκολο έργο τους, είναι οι γκρεμμοι στην τέλειωση της συνοικίας του Μουττάλου προς τη μεριά της θάλασσας, που δημιουργήθηκαν από τη λατόμηση της πέτρας. Είναι τεράστιοι και πανύψηλοι κάθετοι γκρεμμοί που δημιουργήθηκαν από την αφαίρεση αμέτρητων χιλιάδων τόνων πέτρας από λατόμους στον απεριόριστο χρόνο τους παρελθόντος.

ΟΙ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ
Με τη λέξη κηδεία εννοούμε τη διαδικασία που αρχίζει μετά το θάνατο μέχρι τη ταφή του νεκρού σώματος. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα κήδομαι που σημαίνει επιμελούμαι, και εδώ σημαίνει τη φροντίδα προς το νεκρό, δηλαδή τη προετοιμασία και τη τέλεση της ταφής καθώς ορίζουν τα έθιμα.
Η διαδικασία ξεκινά με τον καλλοπισμό του νεκρού και την τοποθέτηση του στη νεκρική κλίνη ή στο φέρετρο, τον κλαυθμό από τους οικείους και το μοιρολόι από τη μοιρολογίστρα, το ξενύχτι ώστε με σιγουριά να γνωρίζουν πως έχει επέλθει ο θάνατος και δεν έχει περιπέσει ο άνθρωπος τους σε νεκροφάνεια.
Και τέλος, η εκφορά της σορού με ενδιάμεσο σταθμό την εκκλησία όπου ψέλωεται η νεκρώσιμος ή  εξόδιος ακολουθία, και τέλος ο ενταφιασμός. Ο τελευταίος ασπασμός από τα αγαπημένα πρόσωπα δίδεται στο νεκροταφείο πριν κλείσει το φέρετρο, και τέλος μετά την ταφή στη περίβολο του νεκροταφείου καθώς και στο σπίτι του νεκρού, οι πενθούντες μαζεύονται για το περίδειπνο, δηλαδή το δείπνο της παρηγοριάς, που συνοδεύεται με κόκκινο κρασί και από τον καφέ της παρηγοριάς.

Σήμερα υπάρχουν γραφεία κηδειών που αναλαμβάνουν όλες τις θλιμμένες αυτές εργασίες από το ευπρεπισμό της σορού μέχρι και τα κόλλυβα, χωρίς οι τεθλιμμένοι οικείοι να χρειάζεται να λαμβάνουν μέρος στη θλιβερή διαδικασία, και να μένουν απερίσπαστοι στον πόνο και τη λύπη τους. Η χρέωση είναι πολύ ακριβή με μέσο όρο για μια συνηθισμένη κηδεία 1300 έως 2500 ευρώ, και είναι διαδικασία την όποια όλοι ακολουθούν και αγόγγυστα πληρώνουν, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να θάψουν τον νεκρό τους, καθώς όλα έπαψαν να είναι όπως παλιά που μια ταφή στοίχιζε ελάχιστα έως καθόλου χρήματα.
Έως τη δεκαετία του 1960, σε όλα τα χωριά υπήρχαν οι ντόπιοι νεκροθάφτες που έσκαβαν τον τάφο. Φέρετρα ελάχιστοι συγγενείς των νεκρών αγόραζαν, και αυτό συνέβαινε συνήθως στις πόλεις όπου κατοικούσαν πλούσιοι μεγαλοαστοί. Οι πεθαμένοι σοροί μεταφέρονταν με ξύλινο ανοιχτό νεκροκρέβατο που διέθεταν οι εκκλησίες και φυλασσόταν μεσα στον ίδιο το ναό, και οι νεκροί εναποτίθεντο στο λάκκο τυλιγμένοι μόνο με το νεκροσέντονο.
Τον ευπρεπισμό, τη νυχτερινή φύλαξη και τη μεταφορά, την έκαναν οι συγγενείς.
Οι νεκροθάφτες έσκαβαν και σκέπαζαν μόνο τον τάφο. Σε κάθε χωριό υπήρχαν από ένας μέχρι δυο νεκροθάφτες και κατά τη δεκαετία του 1960 αμείβονταν με τριάντα λίρες για έκαστον ταφο. Λογαριάζονταν καλά πληρωμένοι, παρ όλα αυτά ήταν δύσκολο κάποιος να αποφασίσει να κάνει αυτό το θλιβερό επάγγελμα, και ελάχιστοι ήσαν όσοι αποφάσιζαν να το εξασκήσουν. Δεν λογαριαζόταν ως κύριο επάγγελμα αλλά ως πάρεργο, γιατί οι θάνατοι στα χωριά δεν ήταν τόσοι ώστε να προσφέρουν πολλή απασχόληση σε έναν νεκροθάφτη.
Οι νεκροθάφτες δεν ήταν άνθρωποι συνηθισμένοι καθώς ο θάνατος γι αυτούς ήταν καθημερινότητα και είχαν εξοικειωθεί μαζί του. Είχαν σκληρή την καρδιά και το θλιβερό επάγγελμα τους δεν τους συγκινούσε ούτε τους φόβιζε, και όταν το εξασκούσαν έδειχναν ψυχροί, ασυγκίνητοι και απαθείς χωρίς η θλίψη να τους σκιάζει.
Όσους νεκροθάφτες ενθυμούμαι στο χωριό μου, είχαν ασυνήθιστη συμπεριφορά.
Μοναχικοί και απόμακροι, εξέπεμπαν μια κρυότητα που φόβιζε τα μικρά παιδιά καθώς τους θύμιζε τον θάνατο. Οι απλοί χωρικοί τους απέφευγαν επηρεασμένοι και φοβισμένοι με τη σκέψη της νεκραϊλας που πάνω τους ήταν φανερά αποτυπωμένη.
Και οι καημένοι νεκροθαύτες καταδικασμένοι στη μοναξιά τους, καταντούσαν μοναχικοί θαμώνες στο μικρό ταβερνάκι του χωριού προσπαθώντας να βρουν παρέα στο ποτό με ένα ποτήρι στο χέρι μακριά από τους συνάνθρωπους τους, αυτούς που όμως την ώρα της ανάγκης και του θανάτου τους ενθυμούνταν. Αλλά και αυτοί ίσως για να τους τιμωρήσουν, στην ώρα του πόνου τους χωρίς να τους λυπούνται, τους χρέωναν πολύ ακριβά. Εκείνους τους καιρούς ένας καλός μάστρος κτίστης αμειβόταν με δέκα λίρες την εβδομάδα, και ένας νεκροθάφτης για ένα λάκκο λίγων ωρών εργασίας, αμειβόταν με τριάντα λίρες.
Σήμερα επειδή πολύ ελάχιστοι ασχολούνται με το επάγγελμα του νεκροθάφτη, τα γραφεία κηδειών χωρίς να λυπούνται τον πόνο των τεθλιμμένων, χρεώνουν υπέρογκα ποσά για την κάθε κηδεία. Και οι συγγενείς ένεκα της θλίψης τους, σιωπούν και αγόγγυστα πληρώνουν.

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ
Πλανόδιοι έμποροι γυρολόγοι και εφημεριδοπώλες, παλιοί άνθρωποι του μόχθου που γύριζαν να πουλήσουν τα εμπορεύματα τους. Χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες, άνθρωποι αξέχαστοι που άφησαν το στίγμα τους στους τόπους που έζησαν και έδρασαν. Επαγγέλματα του δρόμου που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Ο πλανόδιος εφημεριδοπώλης τα παλιά χρόνια ασκούσε το επάγγελμά του χωρίς να έχει συγκεκριμένο μαγαζί. Παραλάμβανε τις εφημερίδες από το Πρακτορείο Διανομής Τύπου και περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης προωθούσε την πώληση τους στους περαστικούς πολίτες ή τις άφηνε στην είσοδο των σπιτιών των μόνιμων πελατών του. Ο εφημεριδοπώλης των αρχών του 20ού αιώνα διαλαλούσε τη πραμάτειά του και πολλές φορές ενημέρωνε για τα μεγάλα και ενδιαφέροντα γεγονότα, ώστε να ελκύσει αγοραστές.
Ο Φίλιππος Κύριλλος ένας καλοσυνάτος άνθρωπος που ήταν αγαπητός από όλους τους χωριανούς και ιδίως από τα μικρά παιδιά, ήταν ένας άνθρωπος του μεροκαμάτου που εξασκούσε διάφορα επαγγέλματα για να ζήσει την οικογένεια του. Ήταν παρπέρης, αλλά το επάγγελμα ήταν φτωχό γιατί είχε μεγάλο ανταγωνισμό καθώς ήταν πολύ μοδάτο και περιζήτητο. Γι αυτό εξασκούσε την παρπερική τα απογεύματα, ενώ τα πρωινά πουλούσε εφημερίδες. Με ένα ψηλό ποδήλατο που στην μικρή πίσω σκάλα είχε το δισάκι με το εμπόρευμα και το κουντούσε χωρίς να το καβαλικεύει, γύριζε τα πρωινά την πόλη της Πάφου από κατάστημα σε γραφείο και από σπίτι σε μαγαζί πουλώντας τις εφημερίδες προς τρεις πακίρες κατ αρχάς, και μισό σελίνι αργότερα, ενώ τα μεσημέρια κατέληγε στη Χλώρακα στο μικρό του μαγαζάκι όπου μέσα είχε το μπαρμπέρικο του, καθώς και λίγα είδη μπακαλικής κυρίως για παιδιά και μαθητές. Εκεί μέσα πουλούσε εκτός από εφημερίδες, λαχεία, παγωτά, γλυκά, αλμυρά, και διάφορη άλλη χαρτική ύλη. Θυμάμαι που όλοι οι μαθητές τρέχαμε στο μαγαζί του την ώρα που πήγαινε να ξεκουραστεί και τον αντικαθιστούσε ο υιός του ο Πάμπος -αργότερα ένας ήρωας της αντίστασης που σκοτώθηκε δυστυχώς νέος υπερασπιζόμενος τη δημοκρατία καθώς είχε καταταχτεί έφεδρος αστυνομικός-, μας άφηνε χωρίς να αγοράζουμε, να μετροφυλλούμε και να διαβάζουμε τις εφημερίδες και τα ωραία εικονογραφημένα κλασσικά και μικρούς ήρωες που διέθετε προς πώληση το μαγαζί. 

Η ΥΦΑΝΤΡΙΑ
Η Ρεβέκκα Κλεόπα χήρεψε νέα γυναίκα με τέσσερα μικρά παιδιά, το μεγαλύτερο μόλις οκτώ ετών. Ο άντρας της σκοτώθηκε κατά λάθος όταν σφαίρα εξοστρακίστηκε και τον έπληξε θανάσιμα.
Μόνη σε μια κοινωνία μιας παλιάς φτωχής εποχής, στάθηκε βράχος στις δυσκολίες της ζωής και δουλεύοντας σκληρά στον αργαλειό της που βρήκε προίκα από τους γονειούς της, κατάφερε να μεγαλώσει τα παιδιά της και να τα κάνει χρήσιμα μέλη της κοινωνίας.
Από ενωρίς έως βραδύς με μια λάμπα πετρελαίου, σκυφτή ασταμάτητα ύφαινε καθώς δεχόταν συνέχεια παραγγελίες. Ήταν κουραστική και πολύπλοκη εργασία και τις περισσότερες φορές αμειβόταν σε είδος, και τις λιγότερες σε χρήματα, αφού η φτώχεια μετά την απελευθέρωση από τους Εγγλεζους ήταν αβάσταχτη για όλο τον πληθυσμό.
Περισσότερο ύφαινε με τη βούφα κιλίμια (πέφτσια) από παλιά ρούχα που τα έσκιζε σε λουρίδες και τα έπλεκε δένοντας τα μεταξύ τους με στέραια κλωστή, και ήταν η κύρια απασχόληση της, όμως ταυτόχρονα έγνεθε νήμα από μαλλί προβατων με τη ρόκα και το αδράχτι μια δύσκολη διαδικασία, και ακολούθως το ύφαινε στον αργαλειό κιατασκευάζοντας φλοκάτες και κουβέρτες.
Ο αργαλειός ήταν μια ξύλινη κατασκευή στημένη ε ένα δωμάτιο. Αποτελείτο από τέσσερις ξύλινους στύλους σε σχήμα παραλληλόγραμμου. Στις στενές πλευρές του είχε στηριγμένα δυο ξύλα σε σχήμα κυλίνδρου όπου στο ένα τύλιγαν τα νήματα κατά μήκος του αργαλειού που ανάμεσά τους πλεκόταν το υφάδι. Οι κλωστές περνιούνταν μια-μια με ειδικό ξύλινο εργαλείο, και ανεβοκατέβαιναν πλέκοντας τα νήματα με τη βοήθεια των ποδαρίστρων (δύο ξύλων που βρίσκονταν στα πόδια της υφάντρας και συνδέονταν με σχοινιά και τα οποία κινούσε με τα πόδια της).

Σήμερα η τέχνη του αργαλειού και το επάγγελμα της υφάντρας έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονες μηχανές, και ελάχιστες υφάντριες έχουν απομείνει που δουλεύουν βούφες και αργαλειούς.

Ο ΚΑΦΕΤΣΙΗΣ
Ο Καφετζής είναι από τα παλιότερα επαγγέλματα, και το καφενείο ήταν ο μοναδικός χώρος συγκέντρωσης και διασκέδασης.
Στα χωριά, ήταν μαζί καπηλειό, μπακάλικο, κάποτε και μικρό μαγεριό. Εκεί μαζεύονταν οι άνδρες και περνούσαν την ώρα τους πίνοντας τον καφέ τους και μαθαίνοντας τα νέα του χωριού, και σχολιάζοντας την επικαιρότητα και τον καιρό, αλλά πίνοντας και κανένα κρασάκι και φουμάροντας κανένα τσιγαράκι που το αγόραζαν με το ένα, όταν το επέτρεπε η τσέπη τους, αφού πολλές φορές έμεναν βερεσέ, και ο καφετζής με μια κιμωλία σημείωνε όλα τα βερεσιέδια σε έναν μαυροπίνακα που ήταν κρεμασμένος πάνω στον τοίχο.
Πάντα στα χωριά έστω και ένα καφενείο εκτελούσε και χρέη μπακάλικου, οπότε σε αυτά έμπαιναν και οι γυναίκες να ψωνίσουν, και επειδή ήταν ώρες πρωινές που οι άνδρες έλειπαν στα χωράφια, έπιναν κι αυτές καφέ παρέα με την καφετσιήνα.
Το καφενείο άνοιγε από τα χαράματα, καθώς οι χωρικοί ξυπνούσαν πολύ πρωί, γιατί κοιμόντουσαν ενωρίς. Ήταν αυτός ένας λόγος που έκαναν και πολλά παιδιά μη έχοντας και τι άλλο να κάνουν καθώς ούτε τηλεοράσεις υπήρχαν, και το ραδιόφωνο σταματούσε να εκπέμπει τα μεσάνυχτα. 

0 Ιωάννης Λιασίδης, ή Μαυρόγιαννος, ήταν διορισμένος μουχτάρης και είχε την έδρα του στο ιδιόκτητο καφενείο του. Μέσα σε αυτό εκτελούσε τα χρέη του κοινοτάρχη, και είχε επίσης μέσα μερικά ξύλινα ράφια κι ένα πάγκο με το φουτσιάκι, τα μπρίκια και τα φλιτζάνια. Είχε τετράγωνα τραπέζια με παλιές τόνενες καρέκλες, και μια ξυλόσομπα ενώ πριν την ηλεκτροδότηση, τις νύχτες για φωτισμό άναβε λάμπες πετρελαίου.
Ο καφετζής πάνω στον πάγκο έψηνε τους καφέδες, και κάτω από αυτόν έφτιαχνε και κανένα μεζέ από κονσέρβα συνήθως, και σέρβιρε κρασί, ζιβανια και κονιάκ.
Πάνω στα ξύλινα ράφια είχε κονσέρβες, ζάχαρη, ζυμαρικά και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς. Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσιέ, τα πουλούσε επίσης χύμα και βερεσιέ.
Σήμερα στα αστικά κέντρα αυτού του είδους τα μαγαζιά έχουν εκλείψει, αλλά σε μακρινά και μικρά χωριά, υπάρχουν και λειτουργούν ακόμα.

Ο ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ
Στα παλια χρονια οι τσαγκάρηδες γύριζαν τις γειτονιές και μάζευαν παπούτσια για επιδιόρθωση. Το τσαγκαράδικο ηταν το εργαστηριο τους ο χώρος όπου ήταν στημένος ο πάγκος με όλα τα σύνεργα, και ήταν ανοιχτό απο το πρωί μέχρι αργά το βράδυ.
Ένα ζευγάρι παπούτσια, κόστιζε πολλά χρήματα, γιατί για να φτιαχτούν χρειάζονταν δυο-τρεις ημέρες δουλειά. 
Γι αυτό λίγοι έφτιαχναν παπούτσια, ενώ οι περισσότεροι όταν χαλούσαν τα υποδήματα τους, τα έδιναν στους τσαγκάρηδες για μπάλωμα. Το επάγγελμα δεν άφηνε πολλά χρήματα, ακριβώς γιατί οι άνθρωποι ένεκα του ακριβού κόστους, δεν παράγγελλαν καινούργια παπούτσια. Παρ όλα αυτά, στα περισσότερα εργαστήρια υπήρχαν βοηθοί, χωρίς πλερωμή όμως, καθώς τα τσιράκια που έκαναν τις βοηθητικές δουλειές, δούλευαν χωρίς αμοιβή με αντάλλαγμα να μάθουν την τέχνη.
Ο τσαγκάρης δούλευε ώρες πολλές φορώντας τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Τα παπούτσια ήταν εξολοκλήρου χειροποίητα, ραφτά και καρφωτά.

Ο Χαμπής Βασιλείου ήταν λλιόκορμος, γι αυτό όλοι τον φώναζαν Βασιλούη. Όντας μικρό παιδί, θήτευσε για χρόνια τη σκαρπαρική, και όταν μεγάλωσε άνοιξε το δικό του εργαστήριο. Ήταν καλός τεχνίτης και πρόκοψε. Ταυτόχρονα με τη σκαρπαρική, άνοιξε στην πολη της Πάφου μαγαζί όπου κατ αρχάς πουλούσε παπούτσια χειροποίητα δικής του κατασκευής, και αργότερα όταν κτίστηκαν εργοστάσια μαζικής παραγωγής πουλούσε από τα δικά τους.
Ήταν καιροί δύσκολοι και φτωχοί, γι αυτό ο κάθε ευυπόληπτος οικογενειάρχης για να θρεψει την οικογένεια του, ασχολιόταν με περισσότερα από ένα επαγγέλματα. Ο Χαμπής το Βασιλούην, εκτός από τσαγγάρης έπαιζε βιολί, ήταν επίσης καλός ψαράς. Με κύριο επάγγελμα την καρτερική, και ως πάρεργα τα άλλα δυο, μεγάλωσε τα παιδιά του, και ο ίδιος έζησε και πέθανε εξασκώντας και τα τρία επαγγέλματα άοκνα και με μεράκι.

Ο ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ
Ο κωμοδρόμος ή αλλιώς σιδηρουργός ή και σιδεράς, έφτιαχνε με τα χέρια του ότι υπήρχε από μέταλλο, κυρίως σίδερο. Σε μια μεγάλη εστία με αναμμένα κάρβουνα όπου μέσα φυσούσε αέρας με μια φυσούνα ώστε να κρατά τη φωτιά δυνατή και σε ψηλή θερμοκρασία, ζέσταινε τα μέταλλα για να τα κάνει εύπλαστα και στη συνέχεια με μια μεγάλη τανάλια τα έβαζε πάνω στο αμόνι όπου τα επεξεργάζονταν. Χτυπώντας το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο με ένα βαρετό σφυρί, του έδινε τη μορφή που ήθελε. Ήταν σκληρή εργασία και απαιτούσε αντοχή και δύναμη καθώς τα σίδερα ήταν πολύ βαριά και η ζέστη αφόρητη
Ήταν επαγγελματίας σιδεράς, και ένεκα του επαγγέλματος του υπογραφόταν Αγαθοκλής Κωμοδρόμος. Ήρθε στη Χλώρακα από την Καλλέπια και ενυμφεύθει την Τσιυρκακού Ταπακούδη. Έφτιαξε ένα μικρό μαγαζάκι σην οδό Φελάχογλου στο παλιό Κτήμα, και εκεί δούλεψε ως κωμοδρόμος μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ήταν ένας πανύψηλος άνθρωπος με μεγάλη μυϊκή δύναμη, ακριβώς ότι χρειαζόταν για να μπορεί να εξασκεί το σκληρό επάγγελμα του μεταλλουργού. Δούλεψε σε εποχές φτωχές και σκληρές γεμάτες μιζέρια από το ένα χάραμα μέχρι το άλλο για ένα κομμάτι ψωμί, παρ όλα αυτά όλοι τον ενθυμούνται σαν ένα κεβεζέ και χαρούμενο άνθρωπο που μεριάζοντας την κούραση της εβδομάδας, τις Κυριακές δεν αναπαυόταν, παρά στους γάμους και στα πανηγύρια υπό τον ήχο βιολιών και λαγούτων χόρευε ακατάπαυστα. Ήταν καλός χορευτής, ιδιαίτερα στο χορό του «Νικολή να μ ανάψεις δεν μπορείς», ένα χορό της μόδας, που σήμερα έχει μείνει μόνο ως παραδοσιακός που τον χορεύουν τα λαογραφικά συγκροτήματα σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. 

ΤΕΛΑΛΗΣ – ΤΣΙΑΜΠΑΖΗΣ
Ο Γιώρκας ήταν ψηλός, λεπτός και με τη μακριά βρακα του, φάνταζε επιβλητικός και ψηλότερος. Το πραγματικό του όνομα πρέπει να ήταν Γιωρκής, όμως όλοι τον γνώριζαν με το παραγκώμι του, ακόμα και το επίθετο του ξεχάστηκε, καθώς υπερίσχυσε το όνομα του επαγγέλματος του. Ήταν λοιπόν ο Γιώρκας ένας καλός τελάλης στο χωριό της Χλώρακας αλλά και στην υπόλοιπη επαρχία της Πάφου, και όλοι τον γνώριζαν ως ο Γιώρκας ο Τελάλης.
Ο τελάλης ήταν ο άνθρωπος που επί πληρωμή ανακοίνωνε τα μαντάτα και τα φιρμάνια του κράτους, αλλά και ο διαλαλητής εμπορευμάτων των πραματευτάδων, καθώς και ο δημοπράτης αγοραπωλησιών.
Οι τελάληδες ανάλογα με τη δυνατή φωνή και τον τρόπο που ανακοίνωναν τα φιρμάνια ή που έκαναν τις δημοπρασίες, ήταν ανάλογη και η αξία τους, και η προτίμηση προς αυτούς των αρχών, αλλά και των απλών πολιτών όταν ήθελαν να ανακοινώσουν τι.
Ο ντελάλης με την παλάμη στο στόμα σαν χωνί, έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας, ή ανέβαινε σε ένα κασόνι ώστε να είναι ψηλότερα από τους άλλους, και έκανε τις ανακοινώσεις του.
Ταυτόχρονα με το επάγγελμα του τελάλη εξασκούσε και του τσιαμπάζη, καθώς το ένα με το άλλο ταίριαζε. Τζαμπάζης κατ ακρίβεια, ήταν ο έμπορος ζωντανών μεγάλων ζώων κυρίως μουλαριών, αλόγων, γαϊδάρων αλλά και βοδινών.  Τα ζώα αυτά τα αγόραζαν και τα μεταπουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα καλύτερα ή υποδεέστερα με καταβολή διαφοράς σε χρήμα, με τελική κατάληξη τη μεταπώληση όταν εύρισκαν συμφέρουσα τιμή.
Δεν έκανε αγοραπωλησίες ο ίδιος, αλλά μεσολαβούσε και έκλεινε συμφωνίες εκ μέρους των εμπόρων, και αμειβόταν για τη διαμεσολάβηση του.
Ένεκα των επαγγελμάτων που εξασκούσε ο Γιώρκας, οι απλοί χωρικοί τον εκτιμούσαν σε μεγάλο βαθμό, γιατί ήταν χρήσιμο για  αυτούς που ήθελαν να αγοράσουν ή να πουλήσουν το ζώο τους, αφού δεν ήταν εύκολο και συμφέρον να τρέχουν στα παζάρια για το σκοπό αυτό.  

Ο Γιώρκας ο Τελάλης από τη Χλώρακα ήταν καλός στη δουλειά του, και από αυτήν ζούσε την οικογένεια του. Τον θυμάμαι να κάθεται στο καφενείο με τις ώρες από το πρωί έως το βράδυ, γιατί αυτό απαιτούσε το επάγγελμα του. Εκεί τον συναντούσαν χωριανοί και ξένοι για να του αναθέσουν κάποια δουλειά, εκεί επίσης ήταν το κοινοτικό τηλέφωνο από το οποίο τον καλούσε ο βοηθός Επάρχου επίσης για να του γνωστοποιήσει κάποιες ανακοινώσεις της κυβέρνησης που έπρεπε να διαλαλήσει στο κοινό. Τον θυμάμαι ως τα βαθιά του γεράματα που δεν είχε πλέον ανάγκη από δουλειά καθώς ήταν συνταξιούχος, αλλά παντοτινά όπως και πριν, συνέχισε να κάθεται πάντα στην ίδια καρέκλα, στο ίδιο καφενείο και να εξασκεί το ίδιο επάγγελμα μέχρι τέλους της ζωής του.

Ο ΖΕΥΓΟΛΑΤΗΣ
Οι ζευγάδες όργωναν με το ξύλινο αλέτρι που το έσερναν συνήθως ένα ζευγάρι βόδια. Η ονομασία προήρθε από τη λέξη ζεύγος-ζευγάρι. Ο ζευγολάτης ήταν ο γεωργός που όργωνε κυρίως τα δικά του χωράφια και των συγγενών του, κάποτε όμως και άλλων επί πληρωμή. Εδώ και πολλά χρόνια το επάγγελμα έπαυσε να υπάρχει, αφού το όργωμα γίνεται με μηχανικά μέσα.
Ενθυμούμαι τη δεκαετία του 1960 το γείτονα μου τον Κωστή Σπύρου που είχε ένα ζευγάρι βόδια και ένα άροτρο. Όργωνε για να σπείρει, ή για να βγάλει τις πατάτες έξω από το χώμα, τις οποίες εμείς μικρά παιδιά τότες, τις μαζεύαμε. Θυμάμαι ακόμα πως όταν το χώμα ήταν βαθύ, έβαζε ένα από εμάς τα παιδιά να στεκόμαστε πάνω στο αλέτρι, στη θέση που ήταν το υνί, ώστε με το βάρος μας η γη να σκίζεται βαθύτερα. Κάποιες φορές όταν η σπορά ένεκα της ξηρασίας δεν άφηνε εισόδημα, ο θειος Κωστής αναγκαζόταν να πουλήσει το ένα βόδι για να θρέψει τα παιδιά του. Αναγκαστικά, στη θέση τη έζεγνε το γάιδαρο, που όμως δεν ήταν υπάκουος όπως το βόδι, γι αυτό κάποιος τον κρατούσε από την μουτταρκά και τον καθοδηγούσε. Και όταν με το καλό γεννούσε το άλλο βόδι, δεν το πουλούσε για σφαγή, αλλά το ανάγιωννε για να αναπληρώσει εκείνο που αναγκάστηκε στη δύσκολη στιγμή να πουλήσει. Θυμάμαι τελευταία φορά που τον είδα να οργώνει, ήταν το 1966 όταν ήμουν στην  τετάρτη δημοτικού.

Ο ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ
Ο Αντωνής Αχιλλέως Βλόκκος ήταν πασίγνωστος και σπουδαίος Βιολάρης από τη Χλώρακα. Έπαιζε σε γάμους και σε συγκεντρώσεις όπως πανηγύρια και εκδηλώσεις, και όπου αλλού τον καλούσαν. Είχε τη μουσική ως κύριο επάγγελμα του, ταυτόχρονα είχε και ένα καφενείο ως πάρεργο. Καταξιώθηκε να γίνει ξακουστός σε όλη την Κύπρο τόσο αυτός, όσο και οι τρεις γιοι του που ακολούθησαν το επάγγελμα του μουσικού.
Για λαουτάρη να τον συνοδεύει, απασχολούσε τον μικρότερο υιό του τον Γιαννή, που τον δίδαξε ο ίδιος και που αργότερα εξελίχθηκε σε σπουδαίο οργανοπαίκτη του μπουζουκιού.
Όπως και σήμερα, έτσι και την παλιά εποχή οι λαουτάρηδες ήταν δυσεύρετοι, καθώς το λαούτο χρησιμοποιείτο κυρίως ως συνοδευτικό όργανο, γι αυτό οι περισσότεροι μουσικοί προτιμούσαν τα σολίστικα όργανα που σε μια μπάντα είχαν πρωτεύοντα ρόλο. Το ίδιο έπραξε και ο Γιαννής, από το λαούτο μεταπήδησε στο μπουζούκι.
Έτσι ο Γιαννής είναι ο τελευταίος λαουτάρης της Χλώρακας. Από τότε αν και έχουν παρέλθει δεκαετίες, κανείς άλλος δεν σπούδασε την τέχνη του λαουτάρη.

Στη Κύπρο έως το 2000, δεν εννοείτο γάμος χωρίς μουσικά όργανα. Βεβαίως τα απαραίτητα όργανα ήταν το βιολί και το λαούτο. Σιγά με τον καιρό και την πρόοδο, οι μουσικοί και τα όργανα πλήθαιναν. Κύριο όργανο κατεστει το μπουζούκι, ενώ το βιολί έμεινε ως δευτερεύον για να συνοδεύει το στόλισμα του αντρογύνου, ενώ για τη διασκέδαση και το χορό των καλεσμένων, υπερίσχυσαν τα σύγχρονα όργανα. Κακή τύχη και μοίρα όμως, είχε ολωσδιόλου το λαούτο, το οποίο αντικαταστάθηκε από την κιθάρα και το αρμόνιο, και το σπουδαίο αυτό παραδοσιακό όργανο έμεινε στα αζήτητα. Το λαούτο είναι έγχορδο όργανο, έχει μια ιδιαίτερη και γλυκεία μελωδία και χρησιμοποιείται κυρίως ως συνοδευτικό όργανο, όμως για όσους αγαπούν πραγματικά τη μουσική, χρησιμοποιείται και ως σόλο όργανο, καθώς έχει μια ιδιαίτερη ακουστική που οφείλεται στο μέγεθος και στον τρόπο κατασκευής του σκάφους που αντηχεί τον ήχο που παράγει. Στο έπος του ∆ιγενή Ακρίτα,  τα ακριτικά τραγούδια και στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου αλλά και στο δηµοτικό τραγούδι, το λαούτο είτε µόνο του είτε ως συνοδευτικό της φωνής, µπορεί να εκφράσει τα λεπτότερα και ευγενέστερα συναισθήματα του ανθρώπου.
Στο πέρασμα των αιώνων που η Κύπρος ήταν υπόδουλη σε ξένους κατακτητές, και ιδιαίτερα την εποχή της Τουρκοκρατίας, τα παραδοσιακά όργανα βιολί και λαούτο, είχαν πάντα πρώτη θέση στη ζωή τόσο των Κυπρίων Ελλήνων, όσο και των αλλοθρήσκων κατακτητών. Οι Τούρκοι κυρίως, στις τελετές γάμων φώναζαν πάντα Έλληνες Κύπριους μουσικούς που επί πληρωμή, συνόδευαν το αντρόγυνο.  
Υπάρχει μια ιστορία που λέγει για κάποιους καταζητούμενους στη Χλώρακα που κρύφτηκαν σε ένα σπηλαίο (τον αρχαίο Ελληνόσπηλιο του Λεωνίδα) για να ξεφύγουν από τους Τούρκους στρατιώτες. Πάνω από το σπήλαιο υπήρχε στράτα από την οποία μια φορά περνούσε Τούρκικο αντρόγυνο υπό τη συνοδεία Κύπριων μουσικών. Μέσα στο σπήλαιο με τους κατατρεγμένους ήταν ένα με μικρό μωρό, που άρχισε να κλαίει την ώρα της πομπής του αντρογύνου. Το κλάμα του ακούστηκε έξω, που ευτυχώς όμως το άκουσαν πρώτα οι μουσικοί που θέλοντας να τους προειδοποιήσουν πως ακουγόταν έξω το κλάμα του μωρού,  αρχίνισαν να τραγουδούν δυνατά,
-Για βύζαστο για βούλλωστο, για βάρτο κατσε πάνω.
 Άκουσε η μάνα την προειδοποίηση, και το πομώρησε να μην κλαίει.

Ο ΠΑΡΠΕΡΗΣ 
Οι κουρείς συχνά ασκούσαν παράλληλα και άλλες δραστηριότητες όπως του μουσικού ή του πρακτικού γιατρού.
Το επάγγελμα του κουρέα έχει τις ρίζες του στο επάγγελμα του παρπέρη (η λέξη προέρχεται από την περιποίηση ή και θεραπεία των πελατών, όπου οι κουρείς κατά το μεσαίωνα ως χειρουργοί σε δημόσια λουτρά, δέχονταν και περιποιούνταν πελάτες και ασθενείς).
Ο κουρέας ήταν ο βοηθός του παρπέρη, και ασχολείτο κυρίως με το κόψιμο των μαλλιών και το ξύρισμα των πελατών.
Ο κουρέας και ο μπαρμπέρης είχαν ως επί το πλείστον ανδρική πελατεία. Μέχρι τη δεκαετία του 1930 τα μικρά κουρεία στεγάζονταν συχνά μέσα στα καφενεία.
Στη Χλώρακα ξακουστοι παρπέρηδες της παλιάς εποχής ήταν ο Φίλππος Κυρίλλου, ο Φίλιππος του Οθωνή, ο Χαρής του Γιώρκα, ο Αντωνέσκος και τέλος ο Κόκος Αλεξίου που όταν μικρό παιδί μαθήτευσε σε περιώνυμο μπαρμπέρη της Πάφου και έμαθε την τέχνη «στην τρίχα». Με το μικρό του βαλιτσάκι όπως και οι παλιώτεροι μπαρπέρηδες, περιδιάβηκε πολλά χωριά και υπό τον ήχο των βιολιών, ξύρισε πολλούς γαμπρούς. 
Οι παρπέρηδες είχαν τα μαγαζιά τπυς συνήθως γύρω στη μικρή πλατεία της Χλώρακας δίπλα στα καφενεία, όπου κάθε Κυριακή ιδιαίτερα τις πολύ πρωινές ώρες πριν να χτυπήσει η καμπάνα για τη δοξολογία, αρκετοί πιστοί πριν μπουν στην εκκλησιά, περνούσαν από τα κουρεία να ξυριστούν και να καλλωπιστούν. Σήμερα παραμένει ο μοναδικός κουρέας στη Χλώρακα, σε σύγκριση με παλαιότερες εποχές που υπήρχαν περισσότερα από πέντε μπαρμπέρικα.

Ο ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΛΟΣ 
Ο Τουρκόπουλλος με όπλο ένα ραβδί που στο κάτω μέρος είχε μια σιδερένια λόγχη, είχε ως έργο την επίβλεψη των αγρών και των μαντρών των γεωργών και των κτηνοτρόφων. Με αυξημένα καθήκοντα για τη διαφύλαξη της ησυχίας και της τάξης, τη δίωξη και πρόληψη του εγκλήματος και την επιβολή προστίμων στους παρανομούντες, ήταν το δεξί χέρι του μουχτάρη, αλλά πρωτίστως ήταν υπόλογος στον περιφερειακό Αστυνόμο. Ντυνόταν στο χακί για να ξεχωρίζει πως κατείχε εξουσία, και στο χέρι είχε περασμένο ένα μπρούτζινο περιβραχιόνιο, που ο κάθε διορισμένος Τουρκόπουλλος φορούσε με μεγάλη τιμή και το οποίον αν και βαρύ ποτέ δεν αποχωριζόταν, παρά μόνο επεδείκνυε με καμάρι.
Για την καλύτερη επόπτευση και αστυνόμευση, ο Τουρκόπουλο είχε στα καθήκοντα του υποχρέωση να κρατεί σημειώσεις για όλες του τις ενέργειες από πρωί ως βράδυ, όλες τις ώρες δηλαδή κατά τις οποίες ήταν εν υπηρεσία. Σημείωνε ποιον συναντούσε στους αγρούς ή στα καφενεία και τι ομολογούσαν μεταξύ τους, ποιον σπουδαίο ή ανώτερο αξιωματούχο συνόδευε ως εκ των καθηκόντων του, ποιος παρανόμησε, ποιον προστίμαρε, πόσο πρόστιμο επέβαλε, κλπ.

Γεννήθηκε το 1906 και απεβίωσε σε βάθος γήρατος το 2002. Ενυμφέφθη την Αντιγόνη κόρη του ιερέως της κοινότητας Παπαχαρήδημου και απέκτησε μαζί της πολυμελή οικογένεια. Διορίστηκε Τουρκόπουλος το 1948, και υπηρέτησε από τη θέση αυτή έως το 1955 οπότε έδωσε την παραίτηση του εις ένδειξη διαμαρτυρίας προς την Αποικιοκρατική Αγγλική κυβέρνηση, και εις ένδειξη συμπαραστάσεως υπέρ του αγώνα της ΕΟΚΑ.
Το 1960 με την ανακήρυξη της δημοκρατίας ξαναδιορίστηκε Τουρκόπουλος από την Ελληνοκυπριακη πλέον κυβέρνηση, και υπηρέτησε μέχρι το 1968 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε

Ο ΧΕΙΡΟΠΡΑΚΤΗΣ
Η χειροπρακτική είναι κορυφαία θεραπευτική επιστήμη στον κόσμο μαζί με την ιατρική, την οδο­ντιατρική και την ομοιοπαθητική. Η Χειροπρακτική ασχολείται με τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόληψη των μηχανικών ανωμαλιών του σκελετικού συστήματος και τις επιπτώσεις αυτών.
Η θεραπεία γίνεται κυρίως με ειδικούς επιδέξι­ους χειρισμούς, με τα χέρια, πάνω στη σπονδυλική στήλη και τις άλλες αρθρώσεις, αποφεύγο­ντας τη χρήση φάρμακων και χειρουργικών επεμβάσεων.
Ο χειροπράκτης Αγησίλαος Χ' Γιάννη, έζησε και έδρασε στο χωριό Χλώρακα.
Πολλούς θεράπευσε από ορθο­πεδικές παθήσεις μόνο με ένα άγγιγμα από το χέρι του.
Υπήρξε ένας από τους πιο φημισμένους χειροπράκτες ορθοπεδικούς των παλαιών χρόνων.
Ο πατέρας του, Γιάννης Χ'Γιάννης, ξενιτεύτηκε από μικρός στη Μ. Ασία, για να εργαστεί. Στον ελεύθερο χρόνο του μάθαινε την τέχνη του χειροπράκτη ορθοπεδικού. Όταν επέστρεψε στη Κύπρο στην Τάλα της Πάφου, ασχολήθηκε με τη γεωργία, ενώ παράλληλα ασκούσε και την τέχνη την οποία έμαθε στη Μ. Ασία. Λίγοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν αυτή την τέχνη εκείνη την εποχή. Δεν ήθελε τα παιδιά του να ασχοληθούν με τη χειροπρακτική. Παρ όλα αυτά, ο Αγησίλαος παρακολουθώντας τον έμαθε αρκετά, και καθώς είχε το χάρισμα, γρήγορα εξελίχτηκε σε σπουδαίο θεραπευτή.
Ο Αγησίλαος ήρθε στη Χλώρακα γύρω στο 1930, όπου νυμφεύτηκε τη Μαρία Νικολάου
Άσκησε την τέχνη του χειροπράκτη ορθοπε­δικού σε μια εποχή που δεν υπήρχαν επαγγελ­ματίες ορθοπεδικοί και όταν αργότερα εμφανί­στηκαν ήταν ελάχιστοι.
Γνώριζε άριστα την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, αφού εκτός από την Ανθρωπολογία που διδάχτηκε στις λίγες τάξεις του γυμνασίου που φοίτησε, μελέτησε και άλλα ιατρικά συγγράμματα, που είχε φέρει ο πατέρας του από τη Μ. Ασία.
Ο Αγησίλαος δεν θεράπευε τους ασθε­νείς του μόνο με τις γνώσεις του. Εξέπεμπε μια αύρα γαλήνης και ηρεμίας, που ενέπνεε στον ασθενή εμπιστοσύνη και εκεί που του μιλούσε, με μια απότομη κίνηση και με άγγιγμα που έμοιαζε αγγελικό, τον ανακούφι­ζε από τον πόνο. Μόλις έβλεπε τον ασθενή καταλάβαινε αμέσως από τι πάσχει και πως το έπαθε. Πολλοί πιστεύουν πως η ικανότητα του αυτή ήταν θεόσταλτη.
διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κύπρο, και από όλα τα μέρη, Τούρκοι και Χριστιανοί, επερχόντουσαν κοντά του για να τους θεραπεύσει.

Ο ΚΑΡΑΓΓΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ
Ο Καραγκιόζης είναι φιγούρα του θεάτρου Σκιών, που μέσα από τη συμπεριφορά του καταδείκνυε  τη δυσαρέσκεια του λαού κατά των Οθωμανών στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα.
Πολλοί καραγκιοζοπαίχτες αγωνίστηκαν να διατηρήσουν αυτή τη θεατρική δημιουργία του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, που κόντευε να σβήσει.
Στο Θέατρο Σκιών πρώτη θέση κατέχουν οι ιστορίες από την καθημερινή ζωή, αλλά και θέματα εμπνευσμένα από τα παραμύθια, τις παραδόσεις και την ιστορία, και όλες οι παραστάσεις συνοδεύονται από τραγούδι. Γι αυτό ο Καραγκιοζοπαίχτης έπρεπε απαραίτητα εκτός από το να μπορεί να μιμείται διαφορετικές φωνές, έπρεπε ακόμα να είναι και καλοφωνάρης.
Σήμερα ελάχιστοι είναι οι φωτισμένοι εκείνοι άνθρωποι που διατηρούν αυτήν την τέχνη προσαρμόζοντας τα θέματα των ιστοριών τους και στην επικαιρότητα.
Στη Χλώρακα ένας σπουδαίος καραγκιοζοπαίχτης υπήρξε ο Χριστόδουλος Πάφιος.
Γεννήθηκε στη Χλώρακα το 1904 και πέθανε το 1987.  Το επίθετο του ήταν Αντωνιάδης έγινε όμως πασίγνωστος ως Πάφιος.  Φοίτησε μόνο μέχρι την τέταρτη τάξη του δημοτικού σχολείου και στη συνέχεια άσκησε διάφορα επαγγέλματα κατά καιρούς: ράφτης, κτίστης κ.ά.. 
Από το 1923 άρχισε να εργάζεται ως καραγκιοζοπαίχτης και να δίδει παραστάσεις Θεάτρου σκιών. Στην τέχνη του Καραγκιόζη είχε μυηθεί από μικρός, παρακολουθώντας παραστάσεις του Ελλαδίτη Γεράσιμου Κεφαλλονίτη και αργότερα του Νίκου Σμυρνιού και του Κυπρίου Αθηνόδωρου Γεωργιάδη. Για 50 και πλέον χρόνια, ο Χριστόδουλος Πάφιος τριγυρίζει με τα σύνεργα του και τις φιγούρες του (που κατασκεύαζε ο ίδιος) τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου, δίνοντας παραστάσεις Θεάτρου σκιών.  Όλα αυτά τα χρόνια ψυχαγώγησε, με τα δικά του έργα που ανέβαζε, τους Κύπριους. Ασχολήθηκε παράλληλα και με τη ζωγραφική και πήρε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις αυτοδίδακτων τις πολλές περιπέτειες του από την μακρόχρονη θητεία του στο Θέατρο σκιών. 

Μετά το θάνατο του, ο εγγονός επίσης Χριστόδουλος Πάφιος Αντωνέσκος, συνεχίζοντας το έργο του παππού του, γυρίζει την πατρίδα του και τον κόσμο όλο σε όποιο μέρος τον καλέσουν, δίνοντας παραστάσεις θεάτρου σκιών.
Θέλοντας ακόμα να προσφέρει κάτι περισσότερο για τη διάσωση και διάδοση του λαϊκού αυτού θεάματος, έφτιαξε λαϊκό μουσείο θεάτρου σκιών θέλοντας να διατηρήσει, να προστατεύσει και να προβάλει με κάθε τρόπο ένα από τα πιο σημαντικά μέρη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς που εκπροσωπεί το λαϊκό θέατρο, τον Καραγκιόζη.
To Μουσείο Θεάτρου Σκιών στη Χλώρακα στεγάζεται σε ιδιόκτητο παλιό οίκημα δίπλα στη κεντρική πλατεία, στο ίδιο παλιό κτίριο που ο πρώτος καραγκιοζοπαίχτης ο Χριστόδουλος Πάφιος χρησιμοποιούσε για να δίνει τις θεατρικές του παραστάσεις. Σήμερα το ίδιο παλιό μαγαζάκι κληροδότημα στον εγγονό του, χρησιμοποιήθηκε από τον κληρονόμο Χριστόδουλο ως χώρος στέγασης των παλιών φιγούρων, και αποτελεί σήμερα το μουσείο Καραγκιόζη της Χλώρακας.

Ο ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ
Το επάγγελμα του παπλωματά είναι παλιό επάγγελμα που έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Σαν γυρολόγοι οι παπλωματάδες γυρνούσαν τα χωριά και διαλαλούσαν την δουλειά τους. Συο εργαστήριο τους σε έναν μεγάλο χώρο του σπιτιού έβγαζαν το βαμβάκι που είχε μέσα το πάπλωμα και το ΄ξεκάτσιαζαν΄(αραίωναν), κατόπιν αφράτο όπως το είχαν κάνει , ξαναγέμιζαν το πάπλωμα.
Ο Θεμιστοκλής Νικολάου γεννήθηκε το 1950 στην Τάλα και μυήθηκε την τέχνη του παπλωματά σε πολύ μικρη ηλικία μόλις δέκα χρονών ως παραγιός στον εκ Κισσόνεργας σπουδαίο τεχνίτη Λεωνίδα Κκίλη. Στα δεκαεννέα του χρόνια παντρεύτηκε στην Χλώρακα όπου και άνοιξε ένα μικρό μαγαζάκι πίσω στην αυλή του σπιτιού του, και από τότες έως και τώρα, ασχολείται με την τέχνη αυτή. Σ αυτό το μαγαζί έφτιαχνε στρώματα, παπλώματα και μαξιλάρια. Στα χωριά που γυρνούσε παλαιότερα, έξαινε τα βαμβάκια κυρίως των στρωμάτων και των μαξιλαριών, για να γίνονται πιο αφράτα με ένα ειδικό εργαλείο ξύλινο, το τοξάρι, που έμοιαζε με μεγάλο ανοιχτό τόξο και στη θέση της χορδής είχε νεύρο ζώου ή χοντρή μισινέζα. Η χορδή έπρεπε να είναι τόσο τεντωμένη ώστε να τινάζει το βαμβάκι έτσι που αυτό να ξαίνεται. Στο μαγαζί έχει μηχανή που εργάζεται με ρεύμα και ξαίνει (αραιώνει) το βαμβάκι, και το τοξάρι το χρησιμοποιεί μόνο για τόξεμα (ισιώνει το βαμβάκι μέσα στο ρούχο του παπλώματος). Ακολούθως ράβει το ρούχο στο χέρι χρησιμοποιώντας ειδική χειροποίητη μεταλλική δαχτυλήθρα. Το ράβει κατά μήκος δημιουργώντας στενά αυλάκια ώστε να συγκρατείται το βαμβάκι στη θέση του χωρίς να κουβαριάζει ή να μαζεύεται. Με τη μηχανή χρειάζεται κάθε πάπλωμα δυο ώρες περιπου να γίνει, ενώ χωρίς, ακριβώς τη διπλάσια. Την δεκαετία του ΄60 ένα καινούργιο πάπλωμα πουλιόταν μιάμιση λίρα, ενώ ένα κρεβάτι δυο λίρες.

Ο ΠΡΑΤΗΣ
Άλλο πράτης, και άλλο μεταπράτης. Ο μεταπράτης γυρνούσε με φορτηγό ζώο ή αμάξι από τόπο σε τόπο και αγόραζε ορισμένες ποσότητες προϊόντων κυρίως φθαρτών από τους χωρικούς, και ακολούθως τα μεταπωλούσε σε αλλά κοντινά χωριά ή και αγορές, με διάφορο κέρδος.
Ενώ ο πράτης, ήταν ο έμπορος που αγόραζε χοντρικά από τους χωρικούς εμπορεύματα κυρίως φθαρτά προϊόντα σε απεριόριστες ποσότητες, και τα μετέφερε σε μεγάλα αστικά μέρη και αγορές μακριά από τον τόπο παραγωγής, όπου τα πουλούσε χοντρικώς, εξασφαλίζοντας κέρδος ισότιμο ανάλογο με τη ζήτηση των προϊόντων.
Πρώτος πρατης από τη Χλώρακα ήταν ο Κωνσταντής πενταράς, που στις αρχές του 1900 φόρτωνε γαϊδούρια και μουλάρια με διάφορα προϊόντα όπως σταφίδες, σιουσιούκο, σησάμι, μετάξι και άλλα που άντεχαν στο χρόνο, και σχηματίζοντας κομβόι ταξίδευε μέχρι τη Λευκωσία όπου και τα μεταπουλούσε. Το κάθε ταξίδι διαρκούσε ένα μήνα περίπου, και τις νύχτες κοιμόταν στο ύπαιθρο, ή σε διάφορα χάνια και πανδοχεία.
Άλλος περιβόητος πράτης ήταν ο Γιωρκής Κόμπος Ταπακούδης και οι απόγονοι του, εκ των οποίων το επάγγελμα συνέχισαν μέχρι πρόσφατα. Την σκυτάλη πήρε ο υιός Κώστας, ύστερα ο εγγονός Χαμπής, και τελευταίος ο δισέγγονος Κυριάκος, δηλαδή εγώ.
Ήμουν ο τελευταίος πράτης από τη Χλώρακα, και από τους τελευταίους σε ολόκληρη την Κύπρο. Καθώς το 2004 μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όλα τα προϊόντα εισάγονταν από χώρες φθηνού κόστους, με αποτέλεσμα οι γεωργοί να έχουν ζημία και να σταματήσουν την παραγωγή, οπότε η εργασία του πράτη σταμάτησε έχει χρεία.
Ο Γιωρκής και ο υιός Κώστας Ταπακούδης, αγόραζαν από τους γεωργούς και τους χωρικούς προϊόντα τα οποία συγκέντρωναν στην αυλή τους, και όταν κατά που τέλειωνε η εβδομάδα η ποσότητα ήταν αρκετή, νοίκιαζαν φορτηγό αυτοκίνητο και τα μετέφεραν στις χοντρικές αγορές της Λευκωσίας. Αργότερα ο εγγονός Χαμπής συνέχισε το επάγγελμα με ιδιόκτητο φορτηγό αυτοκίνητο, καθιστώντας τοιουτοτρόπως την εργασία πιο ευκολοχριστη.

Και τέλος εγώ, έχοντας ξενιτευτεί και εργαστεί στα πλοία για ορισμένα χρόνια, επιστρέφοντας στη Χλώρακα και έχοντας στο χέρι ένα μικρό κεφάλαιο, επέκτεινα την εργασία του πρώτη κτίζοντας ψυκτικούς θαλάμους, και αγοράζοντας φορτηγά αυτοκίνητα, προσλαβα οδηγούς και εργάτες που μετέφεραν μεγάλες ποσότητες προϊόντων σε όλες τις χοντρικές αγορές των πόλεων της Κύπρου. Ασχολήθηκα με αυτό το είδος εμπορίου είκοσι δυο συναπτά έτη, και έχοντας προβλέψει το τέλος του επαγγέλματος, ήμουν είδη έτοιμος και εξασφαλισμένος ωε προς τον βιοπορισμό μου.