ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Βυζαντινού ρυθμού της Χλώρακας κτίστηκε τον 12ο αιώνα ίσως από βοσκούς οι οποίοι δεν είχαν πολλές γνώσεις αρχιτεκτονικής και χρησιμοποίησαν πέτρες έτοιμες πελεκητές, κυρίως από χαλάσματα αρχαίων κτισμάτων που ήταν διάσπαρτα στην γειτονική περιοχή της Κάτω Πάφου.
Λέγεται ακόμη ότι κτίστηκε από πλούσιο Μουσουλμάνο τσιφλικά που όριζε τον κάμπο κάτω από το μικρό εκκλησάκι, και που βαφτίστηκε Χριστιανός μετά που του φανερώθηκε ο Άγιος.
Στο βιβλίο του Ιωάννου Π. Τσικνόπουλλου "Ιστορία της εκκλησίας της Πάφου αναφέρονται τα εξής:
"ΚΓ. Μονη Αι Νικολούδιν Χλώρακας: Πλησίον του Χωρίου Χλώρακα  ευρίσκεται ο γοητευτικός πολύ μικρός Μοναστηριακός Ναός του Αγίου Νικολάου. Ίχνη Αγιογραφίας επί του βορείου τοίχου δικνείουν τον Άγιον Νικόλαον καί τόν βίον του… Περιουσία της Μονής κατά τ'ο 1805 ήσαν 15 σκαλες περιβόλια πέριξ της εκκλησίας με δύο βρύσες καί δένδρα, καί εις την γήν των Πετριδιών, προς την Έμπαν, χωράφια σκάλες 500(= πεντακόσιαι)»...

Μια ιστορία λέει ότι στο αρχαίο παρεκκλήσι του Άη Νικόλα στη Χλώρακα που στέκει στην άκρη μοιανού κρεμμού, οι κάτοικοι έκτιζαν τοίχο για να προστατεύονται τα παιδιά τους όταν πήγαιναν να λειτουργηθούν. Αλλά όπως το γιοφύρι της Άρτας, έτσι και τούτο, το βράδυ χαλούσε. Οι κάτοικοι σε μια πεισματική συμπεριφορά τους, ολημερίς το έκτιζαν, αλλά το βράδυ γκρεμιζόταν. Ώσπου στο τέλος κατάλαβαν ότι το χαλούσε ο Άγιος γιατί ήθελε να έχει απρόσκοπτη θέα ολόκληρη τη θάλασσα. Από εκείνο τον καιρό, αντί για τοίχο, τοποθέτησαν κάγκελα, και τώρα ο Άγιος έχει απρόσκοπτη όλη τη θέα, ταυτόχρονα τα παιδιά προστατεύονται να μην πέφτουν στο γκρεμμό.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ
Ο ναος της «Παναγίας της Χρυσελεούσας» ευρίσκεται στην κεντρική πλατεία της Χλώρακας, είναι Βυζαντινού ρυθμού, και κτίστηκε μεταξύ 11ου και 13ο αιώνα. Σ αυτήν  υπάρχει  η μοναδική ίσως εικονογραφία στον κόσμο που κατά τα παλαιά πρότυπα ο Χριστός βρίσκεται στον Ιορδάνη ποταμό  εντελώς γυμνός,  έχοντας λίγο διασταυρωμένα τα πόδια του  με σκοπό να καλύψει το φύλο με ελαφριά στροφή.
Στην εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης υπήρχε πάνω στο αρχαίο τέμπλο του εικονοστασίου η εικόνα της Παναγίας που είναι θαυματουργή και εξέχουσα απ όλες τις άλλες ως προς την τεχνοτροπία της και την καλλιτεχνική της αξία και που όταν κτίστηκε η μεγάλη εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοαιματούσης, μεταφέρθηκε εκεί.
Πριν πάρα πολύ καιρό ίσως κατά τον δωδέκατο αιώνα, μια ίδια εικόνα ακριβώς, ήταν στην κατοχή μιας ευσεβούς πλούσιας οικογένειας που την είχαν τοποθετήσει μέσα στην ιδιόκτητη εκκλησία τους και την τιμούσαν. Ύστερα από καιρό, μια μέρα που ήταν γιορτή της Παναγίας, η κυρά του σπιτιού όταν πήγε να προσκυνήσει και να ανάψει το καντήλι της, είδε με έκπληξη ότι η εικόνα έλειπε, και εξεπλάγη πολύ, γιατί ήξερε πως κλέφτης δεν μπορούσε να μπει στο κτήμα της που ήταν καλά περιφραγμένο και προφυλαγμένο. Ήταν σίγουρη ότι κανείς δεν την έκλεψε, και πως κάτι άλλο είχε συμβεί. Ξεσήκωσε όλη την οικογένεια, το πρωσικό και τους δούλους, και βάλθηκαν να ψάχνουν να την βρουν σε όλη την περιφέρεια.  Ύστερα από κάμποσα μίλια παρακάτω, την βρήκαν ακουμπισμένη σ ένα βράχο να κοιτάζει προς την δύση. Με πολλή ανακούφιση την πήραν πίσω και την έβαλαν στη θέση της πανω στο εικονοστάσι. Ήταν ο μήνας Αύγουστος, ήταν η μεγαλη γιορτή της Παναγίας, ήταν γι αυτό που η καλή Χριστιανή κυρά του σπιτιού σκέφτηκε ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός που εσυνέβη.  Με πολλη ευλάβεια προσευχήθηκε και παρακάλεσε την Παναγία να της φανερώσει τι επιθυμούσε.
Πέρασαν λίγες μέρες, ήρθε η 8η Σεπτεμβρίου η μέρα γέννησης της Θεοτόκου, οπότε συνέβηκε πάλι το ίδιο θαύμα. Όλοι σίγουροι που θα βρουν το εικόνισμα, κίνησαν στο ίδιο μέρος όπου και πράγματι βρήκαν την Παναγία ακουμπισμένοι στον ίδιο βράχο να κοιτάζει προς δυσμάς. Σίγουροι για την επιθυμία της, απεφάσισαν πώς εκεί ήθελε να είναι, έτσι χωρίς άλλη σκέψη απεφάσισαν και έκτισαν εκκλησία σε εκείνο το μέρος, και τοποθέτησαν το εικόνισμα της στο εικονοστάσι βασιλεύουσα, και ονόμασαν την εκκλησία Παναγία Χρυσελεούσα, λένε κάποιοι ότι είναι αυτή που υπάρχει σήμερα στην κεντρική πλατεία της Χλώρακας.
Οι τοίχοι της εκκλησίας της Παναγίας της Χρυσελεούσης της Χλώρακας ήταν ολόκληροι τοιχογραφημένοι, εκ των οποίων εικονογραφήσεων σήμερα  σώζονται αρκετές. Η παράδοση θέλει η εικονογράφηση της εκκλησίας να γίνηκε από κάποιον σταυροφόρο που κατοίκησε στην Πάφο, που θέλοντας να βρει συγχώρεση από την Παναγία και να εξιλεωθεί γιατί δεν τη σεβάστηκε παλιότερα, διέθεσε πολλά χρήματα για να την εικονογραφήσει.
Κατά τα χρόνια του Ερρίκου Β΄ βασιλιά της Κύπρου και των Ιεροσολύμων (1285 - 1324, οι Σταυροφόροι εκδιώχτηκαν από την Ανατολή και πολλοί κατέφυγαν στην Κύπρο.
Ένας σταυροφόρος τυχοδιώκτης στην πορεία του για το πόλεμο στους Αγίους τόπους λεηλάτησε μια Χριστιανική εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στην Παναγία τη Χρυσελεούσα. Έκλεψε ότι πολύτιμο υπήρχε, εκποίησε σε χρυσάφι ότι μάζεψε, και όταν οι Σταυροφόροι εκδιώχθηκαν από τους Αγίους τόπους, αυτός ήρθε στην Κύπρο και εγκαταστάθηκε στην Πάφο.
Όταν πέρασαν πολλά χρόνια και γέρασε, αισθάνθηκε μεγάλη αρρώστια να τον κυριεύει, πόνοι έζωναν το κορμί του και η ζωή του ήταν αφόρητη χωρίς να μπορούν οι γιατροί να τον θεραπεύσουν. Θεωρώντας πως τον τιμωρούσε η Αγία Παναγία που λεηλάτησε τον ναό της, αποφάσισε πως για εξιλέωση και συγχώρεση, έπρεπε ότι πήρε να το δώσει πίσω. Προσέλαβε λοιπόν Αγιογράφους, και προσπάθησε όσες περισσότερες εκκλησίες ήταν αφιερωμένες στην Παναγία τη Χρυσελεούσα, να τις Αγιογραφήσει…
Και πράγματι, όταν τέλειωσε η Αγιογράφηση της Παναγιας της Χρυσελεούσης στη Χλώρακα, η Παναγία ίσως τον συγχώρησε, γιατι ένα πρωί βρήκαν τον γέρο σταυροφόρο πεθαμένο ησυχασμένο και εν ειρήνη. Πολλοί είπαν πως τον λυπήθηκε η Παναγία και τον πόσπασε από τα βάσανα του.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΑΣ
Διερωτήθηκε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, «Μα, εσένα θα βαπτίσω;» Και του απάντησε ο Χριστός, «Άφες άρτι, πρέπει να πληρώσω με πάσαν δικαιοσύνην και πάσαν ταπείνωση.
Η δημόσια Βάπτιση του Χριστού ως εναρκτήρια πράξη πριν από το δημόσιο έργο του συμβολίζει κατά πρώτον την απαλοιφή των μέχρι την ημέρα της βαπτίσεως αμαρτημάτων, και δεύτερον, την απαλλαγή από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος.
Ο Χριστός όμως ως αναμάρτητος υιός του Θεού, δεν χρειαζόταν να απαλλαγεί από αμαρτίες, οπότε η βάπτιση του έγινε ως συγκατάβαση σε όλα τα ανθρώπινα για να καταδείξει «τι πρέπει ο άνθρωπος πράττει».
Περι της βαπτίσεως λοιπόν, βλέπουμε εικονογραφημένες αγιογραφίες σε πολλές εκκλησίες να παριστάνουν την πρώτη ύψιστη πράξη και ταπείνωση του Χριστού, την εικόνα της βαπτίσεως και την φανέρωση της Αγίας Τριάδας. Μέσα στο ύδωρ ευρίσκεται ο Χριστός και η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος έρχεται ωσεί (ως) περιστερά, ενώ ταυτοχρόνως ακούγεται η φωνή του αφανέρωτου Πατρός που ουδέποτε αγιογραφείται, να μαρτυρεί τη θεότητα του Υιού ονομάζοντας τον  «αγαπητόν Του Υιόν».
Σε όλες τις Αγιογραφήσεις ο Χριστός βαπτίζεται φέροντας συνήθως κάποιο άσπρο ρούχο στη μέση ενώ το δεξί ή και τα δύο του χέρια ευρίσκονται ανατεταμενα σε θέση ευλογίας.
Στις εκκλησίες συνηθίζουν κατά τη βάπτιση, συμβολικά να φορούν στους βαπτισμένους ρούχα λευκά, ίδιο χρώμα με το ένδυμα που φορούσε ο χριστός κατά τη βάπτιση του, «όσοι εβαπτίσθητε εις Χριστόν, Χριστόν ενεδύθητε»
Ενώ λοιπόν κατά τους συνηθέστερους εικονογραφικούς τύπους, έχουμε τον Χριστό συνήθως να βαπτίζεται ενδεδυμένος με λευκό ρούχο στη μέση, κάποιες φορές τον ευρίσκουμε κατά τα παλαιά πρότυπα εντελώς γυμνό.
Μια σπάνια Αγιογραφία με το Χριστό να βαπτίζεται εντελώς γυμνός, ευρίσκεται στο μικρό αρχαίο ναό της Παναγίας της Χρυσελεούσης στη Χλώρακα.
Είναι Βυζαντινού ρυθμού και κτίστηκε τον 12ο ή 13ο αιώνα, και ευρίσκεται στην κεντρική πλατεία της κοινότητας. Στον τρούλο και σε διάφορα μέρη των τοίχων, αλλά ιδιαίτερα μέσα στο ιερό του ναού, ευρίσκονται σπάνιες αγιογραφίες, και ανάμεσα τους σώζεται  η μοναδική ίσως εικονογραφία στον κόσμο που κατά τα παλαιά πρότυπα ο Χριστός βρίσκεται στον Ιορδάνη ποταμό  εντελώς γυμνός,  έχοντας λίγο διασταυρωμένα τα πόδια του  με σκοπό να καλύψει το φύλο με ελαφριά στροφή.
Εξέχουσα απο τις άλλες Αγιογραφίες ως προς την τεχνοτροπία της και την καλλιτεχνική της αξία, παριστά το Χριστό να στέκεται στη μέση του Ιορδάνη γυμνός ντυμένος με την Αδαμική γυμνότητα, αποδίδοντας τοιουτοτρόπως το ένδοξο ένδυμά του Παραδείσου με το οποίο θα έπρεπε να ενδύεται η ανθρωπότητα. Το ένα του πόδι προβάλλει μπροστά για να δείξει την υπέρτατη πρωτοβουλία του να βαπτιστεί από το Ιωάννη, αλλα και για να κρυψει την γυμνια του η οποια αισχύνει ίσως τις σκέψεις των αμαρτολών.
Στην εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης στη Χλώρακα, ο Χριστός είναι γυμνός, εντελώς γυμνός. Ενώ αλλού του φορούν λευκό ρούχο, σ αυτή την Αγιογραφία ο ζωγράφος χωρίς ηθικολογικές φοβίες και ενδοιασμούς για το γυμνό, σε μια ύψιστη παράσταση του υιού του Θεού, αναπαραστά τη γύμνια της ανθρωπότητας χωρίς η δική του γυμνότητα να προκαλεί, δηλώνοντας τοιουτοτρόπως πως δεν είναι προκλητικοί οι δρόμοι που χαράσσει η Εκκλησία μας.
Είναι η ασκητική γυμνή παρουσίαση του σώματος του Θεανθρώπου που ζωγραφισμένος με κατανυκτικές γραμμές, αποτελεί την γυμνή αγιογράφηση της αναβάπτισης του ανθρώπου.

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ
Με τις τοιχογραφίες θρησκευτικών θεμάτων ηΟρθόδοξη παράδοση στοχεύει στην πνευματική σημειολογία ώστε μέσω αυτής να μπορεί να επιτευχθεί μια σχέση ζωής με το Θεό και τους Αγίους Του, καθ ότι η  εικόνα δημιουργεί μια αίσθηση ζωντανής παρουσίας και φέρνει τον πιστό σε προσωπική σχέση και επαφή με την υπόσταση του εικονιζόμενου. Άρα η αγιογραφία δεν θεωρείται απλό έργο θρησκευτικής τέχνης, αλλά μέσο με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί την αγιότητα.
Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει πως την πρώτη εικόνα την ζωγράφισε ο χριστός, όταν ο Αύγαρος βασιλεύς της Μεσοποταμίας υποφέροντας από λέπρα έγραψε επιστολή στον Χριστό για να τον παρακαλέσει να τον επισκεφτεί και να τον θεραπεύσει. Την επιστολή μετέφερε στο Χριστό ο Ανανίας υπηρέτης του βασιλέως, και όταν αντίκρισε το γιο του Θεού, προσπάθησε να τον ζωγραφίσει, αλλά μη έχοντας ταλέντο στη ζωγραφική δεν τα κατάφερε. Ο Χριστός βλέποντας την ανεπιτυχή του προσπάθεια, του ζήτησε νερό για να νιφτεί και σκούπισε το πρόσωπό του με ένα μανδήλιο το οποίον του παρέδωσε. Η θεία μορφή του αποτυπώθηκε θαυματουργά και το εν λόγω μανδήλιο είναι γνωστό ως το Άγιον Μανδήλιον.
Ακόμη η παράδοση αναφέρει πως ο Ευαγγελιστής Λουκάς πρώτος ζωγράφισε τρεις εικόνες της Υπεραγίας Θεοτόκου φέρουσα στην αγκαλιά της τον υιόν της τον αγαπητόν η οποία τις δέχτηκε με αγάπη λέγοντας,
-Η χάρις του εξ εμού τεχθέντος είη δι' εμού μετ' αυτών.
Σήμερα οι τρεις άγιες εικόνες, βρίσκεται η μία στην Κύπρο στην Ιερά Μονή του Κύκκου, η δεύτερη στην Πελοπόννησο στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, και η άλλη στη Ρωσία.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα οι πιστοί συνηθίζουν να τοιχογραφούν τις εκκλησιές, με αποτέλεσμα η τέχνη της Αγιογραφίας να αναπτυχθεί πλήρως και να αναδειχτούν ανά τους αιώνες σπουδαίοι Αγιογράφοι και σπουδαίες Αγιογραφίες. Η Κύπρος είναι διάσπαρτη από αρχαίες εκκλησίες τοιχογραφημένες περίτεχνα, που δυστυχώς όμως οι περισσότερες Αγιογραφήσεις έχουν φθαρεί ή καταστραφεί από το πέρασμα των χρόνων. Το τμήμα Αρχαιοτήτων αν και έχει αναλάβει τη συντήρηση τους, δυστυχώς στις δυο αρχαίες εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και Παναγίας Χρυσελεούσης που ευρίσκονται στη Χλώρακα, τίποτα δεν έχει κάνει περί τούτου.
Είναι εκκλησίες Βυζαντινού ρυθμού του 12ου αιώνα, με τους τοίχους παλαιότερα να καλύπτονται από σπουδαίες Αγιογραφήσεις, και που σήμερα δυστυχώς, ελάχιστα ίχνη έχουν μείνει από αυτές, αλλά έστω και ότι έχει απομείνει, είναι αξιόλογες ζωγραφίσεις από σπουδαίους αλλά αγνώστους ζωγράφους.
Στην εκκλησία της Παναγίας Χυσελεούσας διασώζονται δυο στηθαίες μορφές Αγίων εκ των οποίων η μια παριστάνει την Αγία Κυριακή ενώ η άλλη έχει φθαρεί. Μια άλλη απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο να σκοτώνει τον δράκοντα. Στον τρούλο είναι σχεδιασμένος ο Παντοκράτορας, ενώ στην οριζόντια βάση του είναι αναγραμμένη η φράση «ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΗΝ ΕΚΤΙΣΩ ΤΩ ΤΙΜΙΩ ΣΟΥ ΑΙΜΑΤΙ ΟΥΡΑΝΟΣ ΠΟΛΥΦΩΤΟΣ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ ΑΠΑΝΤΑ ΦΩΤΑΓΩΓΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΕΝ Ω ΕΣΤΩΤΕΣ ΚΑΤΑΥΓΑΖΩΜΕΝ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ». Κάτω από τον τρούλο υπάρχουν τα Χερουβείμ, οι δώδεκα Αποστόλοι, οι τέσσερις Ευαγγελιστές και ο Ιωάννης ο θεολόγος. Υπάρχουν επίσης οι τοιχογραφίες της δευτέρας παρουσίας, του Χριστού ως δίκαιου κριτή, και ο Άγιος Μηνάς καβάλα σε άλογο. 
Στο ιερό υπάρχουν παραστάσεις της σκηνής του Ευαγγελισμού, της γεννήσεως, της σταυρώσεως, του Επιτάφιου θρήνου, της θυσίας του Αβραάμ, της βαπτίσεως του Χριστού, του Αρχάγγελου Μιχαήλ και της Παναγίας της Πλατυτέρας. 
Τέλος, στην είσοδο του ναού υπάρχει σκαλιστό οικόσημο Φράγκικης οικογένειας, ίδιο ακριβώς το οποίο υπάρχει στην είσοδο του επίσης αρχαίου ναού του Αγίου Νικολάου.
Ο Άγιος Νικόλαος είναι μικρός μοναστηριακός ναός και ευρίσκεται στα νότια της Χλώρακας και είναι τύπου μονόκλιτης με τρούλο. Μαζί με το ναό της Παναγίας της Χρυσελεούσης έχουν ανακυρηχτεί αρχαιολογικά μνημεία, καθώς είναι κτίσματα του 12ου αιώνα και φέρουν τοιχογραφίες επί του εσωτερικού τους.
Ενώ στο ναό της Παναγίας οι τοιχογραφίες σώζονται κατά μεγάλο μέρος, δυστυχώς στο ναΐσκο του Αγίου Νικολάου έχουν φθαρεί κατά πολύ, σε σημείο που δύσκολα διακρίνονται. Στο βόρειο τοίχο υπάρχουν αρκετά ίχνη του Αγίου Νικολάου και του βίου του, ενώ στο ιερό κάτω από επιπρόσθετες κτιριακές προσθήκες, διακρίνονται άλλες Αγιογραφίες σημάδι πως το ιερό παλιότερα ήταν ολόκληρο Αγιογραφημένο.

ΕΛΛΗΝΟΣΠΗΛΙΟΙ
Η ιστορία της Κύπρου είναι αρχαιοτάτη και έχει να επιδείξει πανάρχαιες καταβολές έως και πριν χιλιάδες χρόνια.
Κατά την Ελληνιστική περίοδο κατά τη διάρκεια των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων, οι Φοίνικες κατακτητές εγκατέλειψαν τη Κυπρο και οι κάτοικοι στράφηκαν προς τους Μακεδόνες Πτολεμαίους της Αιγύπτου. Έτσι από τον 3ο αιώνα π.Χ. το νησί εξελληνίζεται πλήρως, περίοδο κατά την οποία άνθισαν οι τέχνες καθώς και η ελληνική θρησκεία προς τους 12 θεούς του Ολύμπου με ιερά σε όλο το νησί και μεγαλοπρεπείς τάφους στους οποίους θάβονταν οι άρχοντες και οι προεστοί του τόπου.
Είναι τάφοι που χρονολογούνται από τα Ελληνιστικά και πρώτα Ρωμαϊκά χρόνια σκαλισμένοι σε βράχους που πολλοί από αυτούς μοιάζουν με κανονικά σπίτια, με δωμάτια ταφής που ανοίγουν σε αίθρια περιστύλια. Μοιάζουν με τάφους που βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια αποδεικνύοντας έτσι τις στενές σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων στα Ελληνιστικά χρόνια.
Αυτοί οι τάφοι ονομάστηκαν Ελληνόσπηλιοι ένεκα της Ελληνιστικής περιόδου, καθώς και τάφοι των βασιλέων ένεκα του μεγέθους και της μεγαλοπρέπειας τους. Ήταν τάφοι στους οποίους ενταφιάζονταν μέλη της αριστοκρατίας της Πάφου, και όχι Βασιλιάδες.
Στη δυτική πλευρά της πόλεως της Πάφου κοντά στη θάλασσα ευρίσκεται ένα μεγάλο σύμπλεγμα από αυτούς τους τάφους, οι περίφημοι «Τάφοι των Βασιλέων» που πήραν το όνομα τους εξ αιτίας της μεγάλης μεγαλοπρέπειας με την οποία είναι κατασκευασμένοι. Είναι σκαμμένοι μέσα σε συμπαγείς βράχους, και χρονολογούνται τον 4 π.Χ. αιώνα. Παρόμοιοι τάφοι ευρίσκονται κατάσπαρτοι σε πολλές περιοχές σε ολόκληρη την επαρχία της Παφου.
Στη Χλώρακα στην περιοχή «Ροδαφίνια» και στην πλευρά της λεωφόρου "Χλώρακας" προς τη μεριά του χωριού, υπάρχει ένας παρόμοιος τάφος ο Ελληνόσπηλιος, ο οποίος είναι λαξευτός μέσα στη γη. Δεν έχει τη μεγαλοπρέπεια και την ωραιότητα των τάφων της Κάτω Πάφου, αλλά είναι αρκετά μεγάλος και ανεκτίμητης αξίας με αίθριο και εισόδους σε νεκρικούς θαλάμους σκαμμένους σε σκληρή και συμπαγή πέτρα. Σε αυτόν ανακαλύφθηκαν αρχαία αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας, εκ των οποίων σώζεται Ρωμαϊκή μαρμάρινη σαρκοφάγος με κάλυμμα που σήμερα κοσμεί το προαύλιο του Μουσείου Πάφου.
Στη Χλώρακα επίσης, λίγα μέτρα από την κεντρική πλατεία ευρίσκεται ακόμα ένας Ελληνόσπηλιος μέσα στο έδαφος, με την είσοδο του κλειστή από χώματα. Είναι φυσικό σπήλαιο που στα τοιχώματα του έσκαψαν νεκρικούς θαλάμους όπου μάλλον σ αυτούς ενταφιάστηκαν άσημοι άρχοντες. Μέσα σε έναν από αυτούς ανευρέθηκε από παλαιόν κάτοικο, σαρκοφάγος με κάλυμμα που πάνω του υπάρχει ανάγλυφο σώμα ωραιότατης γυναικός σπουδαιοτάτου κάλλους, που την πούλησε δυστυχώς σε αρχαιοκάπηλους. Εικάζεται πως ευρίσκεται σε ιδιωτικό μουσείο της Νέας Υόρκης. Επίσης σε άλλον βρέθηκε χρυσή ζώνη πολεμιστή που και αυτή δυστυχώς πουλήθηκε σε αρχαιοκάπηλους στο ποσό των πέντε λιρών στην εποχή περίπου του μεσοπολέμου, ενώ σε τρίτο βρέθηκε λαμπιόνια που επίσης κανείς δεν γνωρίζει που ευρίσκεται. Είναι μαρτυρίες ζώντων μέχρι πρότινος κατοίκων της κοινότητας που έζησαν την εποχή εκείνη, και που μου εφανέρωσαν κατά τη διάρκεια ερευνάς μου.
Είναι βέβαιο πως η περιοχή της Χλώρακας στην αρχαιότητα υπαγόταν στο βασίλειο της Πάφου, αλλά τα μόνα που παρέμειναν στις σημερινές ημέρες να μας το ενθυμίζουν, είναι οι δύο Ελληνόσπηλιοι οι οποίοι ευρίσκονται σε ιδιωτικές περιουσίες.

ΠΑΛΙΕΣ ΒΡΥΣΕΣ
Τη σημασία του ζωογόνου νερού συναντούμε στους μύθους των λαών που έχοντας πλήρη επίγνωση της ζωοδόχου σημασίας του το τίμησαν και το ανέδειξαν ως θεότητες θέλοντας να το εξευμενίσουν. Ανέπτυξαν θρύλους και δημιούργησαν ιστορίες και δοξασίες καθώς και παραδοξολογίες, αφού ήταν το πολυτιμότερο αγαθό που θέλοντας οι άνθρωποι πρώτοι να έχουν ρόλο και λόγο επ αυτού, δημιούργησαν δεισιδαιμονίες και φοβίες για ανεράδες και δράκους θέλοντας να το προστατεύσουν.
Στους μύθους όλων των λαών το νερό αποτέλεσε στοιχείο έμπνευσης και διανόησης, ευρηματικότητας, επινοητικότητας και καλλιτεχνικής φαντασίας καθώς και δημιουργικής πνοής που τους βοήθησε να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν κυρίως βρύσες που ως σήμερα παραμένουν δείγματα αρχιτεκτονικής παράδοσης και κουλτούρας.
Σε όλα τα μέρη όπου υπήρχε τρεξιμιό νερό, έκτιζαν βρύσες οι οποίες συνήθως ήταν δημόσιες, ώστε να τις χρησιμοποιούν όλοι πλούσιοι και φτωχοί, καθώς το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για τη ζήση του ανθρώπου, και ένεκα αυτού, πολλοί αιματηροί πόλεμοι έχουν συμβεί στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Στη Χλώρακα σώζονται τρεις παλιές βρύσες ο «Πύρκος», το «Καμαρούϊ» και η «Βρύση». Εξ αυτών όμως, μόνο η τελευταια σώζεται επ ακριβώς όπως κτίστηκε πριν εκατοντάδες χρόνια.
Λίγα μέτρα από την κεντρική πλατεία της κοινότητας στην πλευριά μεριά ενός χειμάρρου με πυκνή βλάστηση, σε ένα τόπο καταπράσινο από θεόρατους δρύες και άγρια πανίδα, ήταν οικοδομημενο το περίκαλλο κτίσμα που σώζεται περιποιημένο και συντηρημένο έως σήμερα, η «Βρύση» του χωριού.
Όπως σε πολλές περιοχές υπάρχουν έθιμα στα οποία πιστεύουν και τηρούν ευλαβικά οι άνθρωποι, στη Χλώρακα οι κάτοικοι για  να καλοπιάσουν τις καλές νεράιδες και τις κακές ανεράδες που θεωρούσαν ότι κατοικούσαν στις πηγές, προσέφεραν σπονδές όπως βασιλόπιττες και μελομακάρουνα για να γλυκάνουν αυτές και τα νερά τους.
Γεροντότεροι κάτοικοι μαρτυρούν πως στους παλαιούς καιρούς το πρωί της Πρωτοχρονιάς μετά την εκκλησία, οι κάτοικοι συνήθιζαν να πηγαίνουν στη «Βρύση» του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες τους με καινούριο αγιασμένο νερό, αφού πρώτα γινόταν δέηση από τον ιερέα που το ευλογούσε στο όνομα του πατρός, του υιού και τους Αγίου πνεύματος, και ύστερα τους ράντιζε την κεφαλή με ένα κλωνί από λασμαρί ή βασιλιτσιάς.
Σήμερα δίπλα στη παλιά πετρόκτιστη «Βρύση» έχουν κτίσει ένα ωραίο παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Υπάτιο δωρεάν ευεργέτου Γιαννάκη Αριστοδήμου, και ένα ωραιότατο αμφιθέατρο κτίσεως επί κοινοταρχίας Ανδρέα Μαυρέση, ενώ ο όλος περιφερειακός χώρος έχει μετατραπεί σε όμορφο πάρκο πλακοστρωμένο και τοιουτοτρόπως κατασκευασμένο, ώστε τέλεια συνάδει με την γύρω φύση και δένει με την παλιά εποχή.

ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ ΤΗΣ ΡΗΓΑΙΝΑΣ
Στα παράλια της Χλώρακας σώζονται τα απομεινάρια του πέτρινου αυλακιού που έφερνε το νερό από από την Τάλα, στο παλάτι της Ρήγαινας, στα Παλιόκαστρα. Στα σύνορα Χλώρακας - Λέμπας σώζεται ο πύργος που πάνω σε αυτόν ήταν κτισμένο και στηριγμένο το αυλάκι. Στη συνοικία του Μουττάλου μέσα στην αυλή του Τούρκικου σχολείου ευρίσκεται το αδράχτι της Ρήγαινας, και στην Κάτω Πάφο δίπλα στους Αγίους Αγαπητικό και Μισητικό, ευρίσκεται ριγμένη η θεόρατη πέτρα του Διγενή.
Η Ρήγαινα αν και πρόσωπο πραγματικό, η λαϊκή παράδοση της Κύπρου το κατέταξε στους θρύλους και τις παραδόσεις της νήσου. Την συσχετίζει με τον Διγενή και της αποδίδει πολλά μεσαιωνικά κάστρα, φρούρια και χωριά.
Η Ρήγαινα στους θρύλους αποδίδεται ως πανέμορφη κυρά και πολεμίστρια, άλλες φορές καλή και συμπονετική και άλλες κακιά, αλλά που κανείς δεν μπορεί να τη νικήσει καθώς κατοικεί σε οχυρωμένους πύργους.
Η Ρήγαινα της Πάφου κατοικούσε στα σημερινά Παλιόκαστρα, μια περιοχή ανάμεσα της Κάτω Πάφου και της Χλώρακας. Είχε κτισμένο το κάστρο της μέσα στην απέραντη πεδιάδα που εκτείνεται από το φάρο της Πάφου μέχρι την Κισσονεργα, και διαφέντευε όλο τον παράλιο τόπο, έχοντας προσταγή στους κατοίκους να καλλιεργούν κυρίως ζαχαροκάλαμα και τεύτλα.
Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, αλλά το ίδιο και η εξυπνάδα της και η πονηριά της. 
Ο λαϊκός θρύλος θέλει τον ξακουστό ήρωα Διγενή Ακρίτα να καταφθάνει μέχρι την Πάφο κυνηγώντας ένα Σαρακηνό εχθρό του. Όταν αυτός προσπάθησε να δραπετεύσει αποπλέοντας, ο Διγενής του έριξε μια μεγάλη πέτρα, -την πέτρα του Ρωμιού- και βύθισε το πλοίο του.
Στο πέρασμα του από τη Πάφο, συνάντησε τη Ρήγαινα την οποία ερωτεύτηκε παράφορα και αποφάσισε να την παντρευτεί.
Η Ρήγαινα δεν τον ήθελε για άντρα της, αλλά ούτε για εχθρό της. Με μαεστρική πονηρία του ζήτησε πως για να τον παντρευτεί, έπρεπε πρώτα να κάμει έναν άθλο, να κατορθώσει να κτίσει ένα  μακρύ αυλάκι που να φέρνει νερό από τα λουτρά του Άδωνη της Τάλας στους αγρούς της. Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση, και προς δυσαρέσκεια της Ρήγαινας κατάφερε να αποπερατώσει το δύσκολο έργο και να φέρει το νερό στα χωράφια της μέχρι τη Χλώρακα.
Μη θέλοντας να τον παντρευτεί όμως, αλλά φοβούμενη την οργή του, προσπάθησε να φύγει από την Πάφο. Οργισμένος ο Διγενής, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και της την έριξε. Η πέτρα ευρίσκεται μέχρι σήμερα  δίπλα στη δυτική πλευρά του αρχαίου θεάτρου της Κάτω Πάφου, και ονομάζεται η «πέτρα του Διγενή». Άλλοι λένε ότι πρόκειται για την Πέτρα του Ρωμιού, και άλλοι ότι πρόκειται για το νησί του Διγενή στην Πόλη της Χρυσοχούς…
Η Ρήγαινα αντιδρώντας στην οργή του καθώς ήταν δεινή και δυνατή πολεμίστρια, του έριξε το αδράχτι της, ένα μεγάλο πέτρινο κίονα από τσιόνι ύψους τεσσάρων μέτρων και διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου, το οποίον έπεσε σε ένα χωράφι της Χλώρακας κάτω από τη συνοικία του Μουττάλλου, και που μετέφεραν οι Τουρκοκύπριοι πριν λίγα χρόνια και το τοποθέτησαν στην αυλή του σχολείου τους και εκεί ευρίσκεται ακόμα.
Στη Χλώρακα στη παραλιακή περιοχή, μέχρι τη δεκαετία του ΄60 υπήρχαν μεγάλα μέρη του αυλακιού της Ρήγαινας, τα οποία όμως δυστυχώς, χαλάστηκαν από τους ανθρώπους για να κάμουν αναδασμό στα χωράφια τους. Σήμερα, μικρό μέρος από το αυλάκι σώζεται και ευρίσκεται ακριβώς πίσω από την τελευταία στάση των λεωφορείων στην τέλειωση της λεωφόρου Χλώρακας που οδηγά στη Κάτω Πάφου πριν την περιοχή Κτιστά ή Παλιόκαστρα, ονοματολογία της περιοχής που προεήρθε καθώς εκεί ήταν κτισμένο το παλάτι της Ρήγαινας. 
Το αυλάκι ήταν καθισμένο πάνω σε πύργους ώστε να έχει την κατάλληλη κλίση για να ρέει το νερό. Ένας από τους πύργους σώζεται στα σύνορα της Χλώρακας με τη Λέμπα.