ΜΕΡΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν πως η Χλώρακα κατοικείται από αρχαιοτάτων χρόνων. Κι όμως, μέχρι πριν από λίγες μόλις δεκαετίες, παρέμενε ένας τόπος αραιοκατοικημένος, με λίγους ανθρώπους και με γη δύσκολη, πετρώδη και σε πολλά σημεία άγονη. Ίσως γι’ αυτό η φύση είχε τον πρώτο λόγο. Εκεί όπου σήμερα υψώνονται σπίτια, πολυκατοικίες και δρόμοι, άλλοτε φύτρωνε ελεύθερη και ανενόχλητη η άγρια χλωρίδα της κυπριακής γης.
Ήταν ένας τόπος γεμάτος φυτά, θάμνους, δέντρα και αγριολούλουδα, πολλά από τα οποία σήμερα έχουν χαθεί. Καθώς όμως προς το τέλος του περασμένου αιώνα η κοινότητα άρχισε να αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς, η γη άλλαξε πρόσωπο. Ντόπιοι και ξένοι επιχειρηματίες ξεχέρσωσαν μεγάλες εκτάσεις, η οικοδομή προχώρησε και η μικρή κοινότητα μεταμορφώθηκε σταδιακά σε έναν πυκνοδομημένο τόπο.
Μαζί με τη γη χάθηκε και ένα μεγάλο μέρος της άγριας χλωρίδας και πανίδας. Δρόμοι και κτίρια σκέπασαν χώρους όπου άλλοτε φύτρωναν αμέτρητα είδη φυτών. Η ιθαγενής βλάστηση περιορίστηκε και στις αυλές των νέων οικοδομών φυτεύτηκαν, ως επί το πλείστον, ξενόφερτα δέντρα και λουλούδια.
Στη διάρκεια της δικής μου γενιάς έλαχε να συμβεί αυτή η μεγάλη αλλαγή. Και επειδή αισθάνομαι πως ανήκω κι εγώ στη γενιά που παρακολούθησε αυτή την καταστροφή της παλιάς φύσης, θέλησα να διασώσω έστω λίγα από όσα θυμάμαι. Να γράψω για μερικά από τα φυτά που κάποτε φύτρωναν στη Χλώρακα, ώστε, μέσα από αυτές τις γραμμές, οι νεότεροι να μπορέσουν να γνωρίσουν έναν κόσμο που δεν πρόλαβαν να δουν.
Δεν είναι πλήρης καταγραφή. Είναι μόνο ένα μικρό μέρος της χλωρίδας που θυμάμαι και γνώρισα. Είναι, περισσότερο, μια περιήγηση στη φύση των παιδικών μου χρόνων.
ΡΙΖΑΡΙ
Στη Χλώρακα το ριζάρι, ή αλιζάρι, φύτρωνε άφθονο στις ακτές του κόλπου του Πηλού, όπου τα εδάφη ήταν κοννώδη, δηλαδή αργιλώδη.
Το ριζάρι είναι θάμνος που αυτοφύεται σε αργιλώδη εδάφη. Από τη ρίζα του παραγόταν παλαιότερα μια κόκκινη χρωστική, κατάλληλη για τη βαφή νημάτων. Στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια και για το βάψιμο των πασχαλινών αυγών. Τα αυγά που βάφονταν με ριζάρι αποκτούσαν ένα βαθύ, όμορφο κόκκινο χρώμα και η βαφή ήταν ανεξίτηλη.
Στη Χλώρακα, τα παιδιά περίμεναν με χαρά τη Μεγάλη Τετάρτη. Μαζεύονταν σε ομάδες και κατέβαιναν στον κόλπο του Πηλού για να μαζέψουν το ριζάρι. Ύστερα το παρέδιδαν στις γιαγιάδες και στις μητέρες τους, γιατί την επόμενη ημέρα, τη Μεγάλη Πέμπτη, μετά την εκκλησία, θα έβαφαν τα πασχαλινά αυγά.
Το ριζάρι μπορούσε να φτάσει σε ύψος μέχρι και ενάμισι μέτρο, ενώ η ρίζα του ήταν μακριά και αρκετά παχιά. Από αυτήν προερχόταν η αλιζαρίνη, η ουσία που έδινε το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα.
Η χρήση του περιορίστηκε όταν εμφανίστηκαν οι χημικές βαφές.
Η διαδικασία του βαψίματος ήταν απλή. Οι ρίζες του ριζαριού κοπανίζονταν στο χτοσιέρι, το παλιό γουδί, για να ελευθερωθεί ευκολότερα το χρώμα. Έπειτα βράζονταν σε νερό για περίπου δέκα λεπτά και αφήνονταν να σταθούν για μερικές ώρες ή και ολόκληρη τη νύχτα. Το πρωί το υγρό σουρωνόταν και μέσα σε αυτό έμπαιναν τα αυγά. Προσέθεταν λίγο ξύδι και νερό όσο χρειαζόταν για να τα σκεπάζει και τα έβραζαν μέχρι να πάρουν το επιθυμητό χρώμα.
Για άλλα χρώματα χρησιμοποιούνταν και άλλα φυτικά υλικά: σπανάκι για πράσινο, παντζάρι για ροζ, πάπρικα για πορτοκαλί, κόκκινο λάχανο για μπλε και μωβ και κουρκουμάς για κίτρινο.
Ήταν ένας παλιός τρόπος βαφής, γεννημένος από την ανάγκη, αλλά και από τη γνώση που περνούσε από τη μια γενιά στην άλλη.
ΣΚΟΥΡΟΥΠΑΘΚΙΑ – ΓΑΖΙΑ
Σκούρουπαθοι, πανέμορφοι και ευωδιαστοί.
Είχαμε μια σκουρουπαθκιά στην άκρη της αυλής, μοναδική σε ολόκληρο το χωριό. Άπλωνε τα κλαδιά της έξω στον δρόμο και τα πρωινά μοσχομύριζε ολόκληρη η γειτονιά.
Οι χωριανοί έρχονταν να κόψουν και να μυρίσουν τα ευωδιαστά άνθη της, προσεκτικά όμως, γιατί πίσω από την ομορφιά των λουλουδιών κρύβονταν τα αγκάθια των κλαδιών της. Όσο υπέροχο ήταν το άρωμα των κατακίτρινων, στρογγυλών λουλουδιών της, άλλο τόσο επικίνδυνα ήταν τα αγκάθια της.
Εγώ, μικρό παιδί τότε, έβλεπα τη μάνα μου να μαζεύει τα λουλουδάκια και να τα βάζει στο ερμάρι, για να ευωδιάζουν τα ρούχα και να διώχνουν τον σκόρο. Έβλεπα και τους μεγάλους να τα κόβουν προσεκτικά για να τα μυριστούν και έκανα κι εγώ το ίδιο.
Καμιά φορά όμως τραυματιζόμουν. Έβλεπα το αίμα να τρέχει από τα χέρια μου και πήγαινα στη μάνα μου κλαίγοντας. Στην αρχή με συμβούλευε να προσέχω. Ύστερα, όταν οι ίδιες ιστορίες επαναλαμβάνονταν, με μάλωνε γιατί ήμουν απρόσεκτος.
Είναι μια από τις γλυκές μου θύμησες από τη μάνα μου, που έφυγε από τη ζωή πολύ νέα.
Η σκουρουπαθκιά είναι ημιαειθαλές δέντρο ή θάμνος, που σε ήπιους χειμώνες δεν ρίχνει όλα τα φύλλα του. Μπορεί να φτάσει σε ύψος δύο έως τριών μέτρων. Τα κλαδιά της είναι αγκαθωτά και τα φύλλα της σύνθετα. Ανθίζει κυρίως από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάρτιο και τα χρυσοκίτρινα άνθη της είναι ιδιαίτερα αρωματικά. Είναι ανθεκτική στην ξηρασία και συναντάται κυρίως σε παραθαλάσσιες περιοχές.
ΤΡΕΜΙΘΚΙΑ – ΤΡΕΜΙΘΟΣ
Η τρεμιθκιά είναι μεγάλο, φυλλοβόλο και μακρόβιο δέντρο, με πλατιά κόμη. Μπορεί να φτάσει σε μεγάλο ύψος και ο κορμός της να γίνει τεράστιος με το πέρασμα των αιώνων. Υπήρχαν, όπως λέγεται, τρεμιθκιές που έφταναν σε ηλικία ακόμη και δύο χιλιάδων χρόνων.
Οι τρυφεροί βλαστοί της τρώγονταν ωμοί ή διατηρούνταν σε αλατόνερο και ξίδι. Οι καρποί της, τα τρεμίθκια, όταν ωρίμαζαν τρώγονταν ωμοί ή αποξηραίνονταν και διατηρούνταν σε αλατόνερο. Έτσι γίνονταν τα γνωστά τρεμύθκια τσακιστά.
Από τα τσακιστά τρεμίθκια οι νοικοκυρές έφτιαχναν και τις εύγευστες, τραγανές τρεμιθόπιτες.
Από τον τρέμιθο παραγόταν επίσης η γνωστή παφίτικη πίσσα.
Όταν ήμουν μικρό παιδί, μαθητής του δημοτικού, θυμάμαι ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής της παφίτικης πίσσας. Την παρακολουθούσα, αλλά και συμμετείχα σ’ αυτήν, γιατί η στετέ μου η Δεσποινού την παρήγαγε επαγγελματικά.
Εκείνα τα παλιά, πέτρινα χρόνια, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Μεσοπόλεμο και μέχρι τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι χωρικοί ασχολούνταν με πολλές δουλειές για να εξασφαλίσουν έναν φτωχικό επιούσιο και να θρέψουν τις οικογένειές τους.
Θυμάμαι που μικρά παιδιά, μαζί με τα ξαδέλφια μου, μαζευόμασταν στο σπίτι της στετές μας. Εκείνη, για να μας απασχολεί αλλά και για να βοηθούμε την οικογένεια, μας έβαζε να κάνουμε διάφορες δουλειές.
Μαζεύαμε τρεμίθια για την παραγωγή τρεμιθόλαου ή, αν ήταν καλοτσάκιστα, τα αλατίζαμε κάτω από την καθοδήγησή της και τα απλώναμε στην ταράτσα για να ξεραθούν στον ήλιο.
Βακλούσαμε τεράτσια και βελανίδια, μαζεύαμε αλάτι από τις Αλυκές του χωριού, προσέχαμε τα πρόβατα, τα λούζαμε στη θάλασσα, τα κουρεύαμε και τα γαλεύαμε.
Και τα καλοκαίρια, κάθε πρωί, με τη δροσιά, μαζεύαμε την πίσσα από τις τρεμιθιές, που τότε φύτρωναν κατά εκατοντάδες σε ολόκληρη τη Χλώρακα.
Με ένα ξινάρι η στετέ μου η Δεσποινού χτυπούσε τους χοντρούς κορμούς των αιωνόβιων δέντρων και τους κόντρωνε, δηλαδή τους δημιουργούσε μικρές πληγές. Τα δέντρα, στην προσπάθειά τους να θεραπεύσουν τις πληγές, έκκριναν μια παχύρρευστη, ασπροειδή έως κιτρινωπή ουσία, την πίσσα, που κάλυπτε τις πληγές του κορμού.
Ένα μέρος της έπεφτε στη γη. Γι’ αυτό το χώμα κάτω από τα δέντρα έπρεπε να είναι καθαρό από φύλλα και ακαθαρσίες. Κάθε πρωί, με ένα μικρό κομμάτι ξύλο, μαζεύαμε την πίσσα από το χώμα και από τις πληγές των κορμών. Η δουλειά γινόταν καθημερινά, ώστε η πίσσα να παραμένει μαλακή και να μαζεύεται εύκολα.
Την τοποθετούσαμε σε ένα μαστράπι, ένα μικρό κουβαδάκι από κονσέρβα, συνήθως από βούτυρο ή γάλα. Το παραδίδαμε στη στετέ μας, η οποία την φύλαγε μέχρι να συγκεντρωθεί αρκετή ποσότητα.
Τότε άρχιζε η δεύτερη φάση.
Η στετέ μου έβαζε την πίσσα σε μια μαϊρίσσα και την έβραζε σε χαμηλή φωτιά. Την ανακάτευε συνεχώς για να μην κολλήσει. Με το βράσιμο απομακρύνονταν τα ξένα έλαια και η πίσσα έπαιρνε ένα κιτρινωπό, γαλακτώδες χρώμα.
Όταν έβραζε καλά, την έριχνε σε μια μικρή σκάφη γεμάτη νερό. Εκεί, αφού στερεοποιούνταν, την τραβούσε, την τέντωνε και την ζύμωνε ξανά και ξανά. Όσο περισσότερο δούλευε η πίσσα, τόσο το κιτρινωπό της χρώμα γινόταν λευκό, μέχρι που έπαιρνε ένα καθαρό, κάτασπρο χρώμα.
Τότε, όσο ήταν ακόμη μαλακή, την έκοβε σε κομμάτια και την τύλιγε σε κατσιαρόκολλα, έτοιμη για πώληση.
Ο παππούς μας, ο Λεωνής, την πουλούσε μαζί με άλλα οικογενειακής παραγωγής προϊόντα στα διάφορα πανηγύρια. Με τον γάιδαρό του, τον Σιερκά, ταξίδευε για ώρες, έφτανε μέχρι την Τσάδα και ακόμη πιο πέρα και πουλούσε την πραμάτεια του, την οποία μετέφερε πάνω στο ζώο.
Έτσι ήταν τότε η ζωή. Ένα δέντρο, ένα κομμάτι γης, ένας γάιδαρος και δυο χέρια μπορούσαν να γίνουν ολόκληρο επάγγελμα.
ΠΑΛΛΟΥΡΕΣ
Η παλλούρα είναι αυτοφυής, ακανθώδης θάμνος που φυτρώνει σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές, σε πετρώδη εδάφη, στις παραλίες και στα αργάκια, σχεδόν σε ολόκληρη την Κύπρο.
Τα φύλλα της είναι μικρά και ο καρπός της αποτελεί τροφή για τα πουλιά. Μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά, φτάνοντας σε ύψος μέχρι και τέσσερα μέτρα.
Σε κάθε τόπο όπου φύτρωναν πολλές παλλούρες, οι άνθρωποι συνήθιζαν να δίνουν τοπωνύμια που σχετίζονταν με αυτές.
Τα παλιά χρόνια οι Χλωρακιώτες γεωργοί χρησιμοποιούσαν τις παλλούρες για φραμό. Όταν έσπερναν λασάνια με σπόρους για να παράγουν φυτά που αργότερα θα μεταφύτευαν στα χωράφια, έπρεπε να προστατεύσουν τους σπόρους από τις όρνιθες. Καθώς σχεδόν κάθε αυλή είχε γουμάδες, έφρασσαν τα λασάνια με παλλούρες. Οι πυκνοί και ακανθώδεις φραμοί δεν επέτρεπαν στις όρνιθες να περάσουν.
Η ζήτηση ήταν μεγάλη, επειδή όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία. Από τη μακρινή Πέγεια έρχονταν έμποροι με γαϊδούρια φορτωμένα με δεμάτια παλλούρες και τα πουλούσαν στους Χλωρακιώτες γεωργούς.
Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι δυο μαυροφορεμένες γυναίκες από την Πέγεια, τη Σιεφκού και την κόρη της Κατερίνα, φίλες της στετές μου. Καβαλικεμένες σε δυο γαϊδουράκια, έσερναν μαζί τους ένα ολόκληρο κομβόι από πέντε-έξι άλλα γαϊδούρια, φορτωμένα με παλλούρες τόσο ψηλά, ώστε μόλις να μη γέρνουν.
Έρχονταν στην αυλή μας, που ήταν τόπος συνάθροισης των ενδιαφερομένων αγοραστών. Πάνω στα γαϊδουράκια που καβαλίκευαν είχαν και δισάκια γεμάτα σιουσιούκκο, κιοφτέρκα, όψιμο και ππαλουζέ, προϊόντα δικής τους παρασκευής που επίσης πουλούσαν.
Απέναντι από την αυλή μας είχε χωράφια ο γείτονάς μας ο Οξείας, ο οποίος φύτευε πολλά λασάνια και ήταν ο καλύτερος πελάτης των δυο γριούλων.
Όταν το δείλι έπεφτε και δεν είχαν ακόμη ξεπουλήσει, η στετέ μου τις φιλοξενούσε τη νύχτα.
Κι εγώ τις περίμενα με αδημονία να έρθουν, γιατί πάντα μας έφερναν δώρα από τις ωραίες λιχουδιές τους.
ΜΕΡΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΚΛΟΥΝΟΥΣ
Οι Κλούνοι στη Χλώρακα ήταν ένας σημαντικός υγρότοπος, με τρεχούμενα και στάσιμα νερά και μεγάλη οικολογική σημασία. Η πανίδα και η χλωρίδα της περιοχής ήταν πλούσια, ποικίλη και σε πολλά σημεία σπάνια.
Ανάμεσα στα πολλά είδη θάμνων που φύτρωναν εκεί ήταν και οι μερσινιές, που έδιναν τους γλυκούς μερσινόκοκκους.
Η μερσινιά, ή μυρτιά, είναι αρωματικός αυτοφυής θάμνος με μικρά, λογχοειδή και ευωδιαστά φύλλα. Ευδοκιμεί σε υγρούς τόπους, έχει λευκά άνθη και ο καρπός της είναι μια μικρή ράγα, συνήθως μαύρη ή λευκή.
Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν μύρτο και την είχαν αφιερωμένη στην Πάφια Αφροδίτη. Σύμφωνα με την παράδοση, η Αφροδίτη, όταν γεννήθηκε από τη θάλασσα, σκέπασε το γυμνό κορμί της με κλαδιά μυρτιάς.
Για τους αρχαίους η μυρτιά ήταν επίσης σύμβολο της παρθενίας και του έρωτα. Κατά τις γαμήλιες τελετές οι μελλόνυμφοι φορούσαν στεφάνια από μυρτιά, παράδοση που σε διάφορες μορφές διατηρήθηκε μέχρι τα νεότερα χρόνια.
Όταν κάποιος κρατήσει ένα φύλλο μυρτιάς απέναντι στο φως, μπορεί να διακρίνει μικρές, διάφανες κηλίδες. Είναι οι αδένες που περιέχουν το αρωματικό αιθέριο έλαιο του φυτού. Οι αρχαίοι όμως έπλασαν γύρω από αυτές τις μικρές κηλίδες έναν δικό τους μύθο, συνδέοντάς τες με την τραγική ιστορία του Ιππόλυτου και της Φαίδρας.
Από τα φύλλα, τα κλαδιά και τα άνθη της παράγεται μυρτέλαιο, ενώ το ξύλο της θεωρείται κατάλληλο για διάφορες χειροτεχνικές χρήσεις.
Στη Χλώρακα οι μερσινιές φύτρωναν στους Κλούνους. Ο υγρότοπος όμως χάθηκε κάτω από την οικοδομική ανάπτυξη. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν νερά, φυτά και άγρια ζωή, σήμερα υψώνονται πολυκατοικίες.
ΤΑ ΑΓΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Η Χλώρακα έχει συνδέσει το όνομά της με την παραγωγή των αγγουριών, που έγιναν ξακουστά σε ολόκληρη την Κύπρο και πέρα από αυτήν. Ήταν γνωστά για την πρωιμότητα, το μεγάλο τους μέγεθος και, πάνω απ’ όλα, για τη γεύση και το άρωμά τους.
Το αγγούρι, από μόνο του, είναι ένα απλό ζαρζαβατικό και ένας φυσιοδίφης ίσως να μην είχε πολλά να γράψει γι’ αυτό. Αν όμως ένας ιστορικός ασχοληθεί με τα αγγούρια της Χλώρακας, μπορεί να γράψει πολλές σελίδες.
Εγώ αποφάσισα να γράψω λίγη από αυτή την ιστορία ύστερα από μια ευγενική παράκληση του φίλτατου προέδρου του Ακρίτα, Λουκά Γιουκκά, στην οποία δεν μπορούσα να αρνηθώ.
Δεν ξέρω ακριβώς με ποια ιδιότητα μου ζητήθηκε να γράψω. Ίσως επειδή για δεκαετίες ήμουν φθαρτέμπορος, ίσως επειδή αργότερα ασχολήθηκα με τη συγγραφή και την έκδοση της εφημερίδας της Χλώρακας. Όπως και να έχει, γνώριζα το αντικείμενο από πρώτο χέρι.
Και έτσι αποφάσισα να ιστορήσω και να καταγράψω την ιστορία του αγγουριού της Χλώρακας.
Στις αρχές του περασμένου αιώνα οι κάτοικοι της κοινότητας ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία. Υπήρχαν εδάφη κατάλληλα για την καλλιέργεια αγγουριών και το κλίμα ήταν ευνοϊκό. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν το νερό, που ήταν λιγοστό.
Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν κυρίως σιτηρά. Στις ψηλότερες περιοχές όμως, όπου υπήρχαν φτανοχώραφα και καυκάλλες, έφερναν με γαϊδούρια ξένα χώματα και τα έριχναν πάνω στη σκληρή γη, δημιουργώντας σταδιακά κατάλληλο έδαφος για τις αγγουριές.
Έφερναν ακόμη νερό από την Έμπα με αυλάκια, ένα δύσκολο και κοπιαστικό εγχείρημα. Έτσι, από τα παλιά χρόνια, η Χλώρακα έγινε τόπος μεγάλης παραγωγής αγγουριών.
Η φήμη τους μεγάλωσε ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, όταν πρωτοπόροι Χλωρακιώτες γεωργοί κατασκεύασαν γυάλινα θερμοκήπια και κατάφεραν να παράγουν αγγούρια ακόμη και μέσα στον χειμώνα.
Ήταν τα μεγάλα αγγούρια της αυλακιάς.
Κάποτε, την εποχή εκείνη, η τιμή τους έφτασε στην αστρονομική για τα δεδομένα της εποχής τιμή των δυόμισι λιρών την οκά. Η είδηση γράφτηκε πρωτοσέλιδα με μεγάλα γράμματα στην εφημερίδα «Τελευταία Ώρα».
Τα παλιά αγγούρια της Χλώρακας ήταν μεγάλα και συχνά στραβά. Από αυτό, αλλά και από την υψηλή τους τιμή, έμεινε στη λαϊκή γλώσσα η γνωστή φράση «αγγούρκα της Χλώρακας».
Τα ίσια αγγούρια ήταν περισσότερο εμπορεύσιμα. Για να τα κάνουν ίσια, οι γεωργοί φρόντιζαν να καλλιεργούν τις αγγουριές σε μαλακό και καλά προετοιμασμένο χώμα, χωρίς σβώλους και άλλα εμπόδια που θα εμπόδιζαν την ανάπτυξή τους.
Αργότερα, με την εξέλιξη των καλλιεργητικών μεθόδων και την εμφάνιση νέων υβριδίων, τα παλιά αγγούρια αντικαταστάθηκαν από νέες ποικιλίες, μεγαλύτερης παραγωγής και πιο ομοιόμορφου σχήματος. Αργότερα ήρθαν τα σημερινά κοντά αγγουράκια.
Όμως οι παλιοί Χλωρακιώτες εξακολουθούν να θυμούνται τη διαφορετική γεύση και το άρωμα των αγγουριών των παιδικών τους χρόνων.
Μέχρι περίπου το 2000 η παραγωγή αγγουριού αποτελούσε μια από τις κύριες ασχολίες των κατοίκων της Χλώρακας. Οι ποσότητες ήταν τόσο μεγάλες ώστε η κυπριακή αγορά δεν μπορούσε να τις απορροφήσει και πολλοί έμποροι στράφηκαν στις εξαγωγές.
Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της γεωργίας διαδραμάτισε, σύμφωνα με τη μνήμη της εποχής, ο Χλωρακιώτης Ανδρέας Αζίνας, ο οποίος μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέλαβε κυβερνητικές και συνεργατικές θέσεις και προώθησε την ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής και των εξαγωγών.
Με την οικονομική στήριξη, τα δάνεια, τις νέες ποικιλίες και τη δημιουργία σύγχρονων θερμοκηπίων, η Χλώρακα μετατράπηκε σε έναν απέραντο χώρο παραγωγής αγγουριών και άλλων φθαρτών προϊόντων.
Η φήμη των αγγουριών της έφτασε μέχρι την Ευρώπη.
Το 1971, όταν η γνωστή ηθοποιός Ράκελ Γουέλς επισκέφτηκε την Κύπρο για τα γυρίσματα της ταινίας «Πολυαγαπημένη», όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους τι άλλο της άρεσε στην Κύπρο, λέγεται πως απάντησε αναφερόμενη στα αγγούρια της Χλώρακας.
Σήμερα η Χλώρακα έχει το όνομα, αλλά δεν έχει πια τη χάρη εκείνης της εποχής.
Κατά τη δεκαετία 2000–2010 η αξία της γης αυξήθηκε απότομα εξαιτίας της οικοδομικής ανάπτυξης. Πολλά χωράφια πουλήθηκαν ή οικοδομήθηκαν. Τα θερμοκήπια άρχισαν να εξαφανίζονται και μαζί τους έσβησε σταδιακά και η μεγάλη, ξακουστή παραγωγή του αγγουριού της Χλώρακας.
Έμεινε όμως το όνομα.
Και μαζί του έμεινε μια ολόκληρη εποχή.
ΚΡΙΝΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Στην παραλία του Κοτσιά, λίγο πιο πάνω από εκεί όπου σκάει το κύμα, συναντάς μέσα στον καυτό Αύγουστο ένα ολόλευκο, μοναχικό λουλούδι.
Είναι το κρίνο της θάλασσας.
Μέσα στην καυτή και στεγνή άμμο προβάλλει δυνατό και ανθεκτικό, σαν ένα μικρό θαύμα της φύσης. Ένα δώρο του γιαλού.
Είναι ο κρίνος της άμμου, ο ανθός της θάλασσας, που μοιάζει με ένα ταπεινό «χαίρε» της φύσης μέσα στην κάψα του καλοκαιριού.
Η παραθαλάσσια περιοχή του Κοτσιά είναι ένας μεγάλος κόλπος, με μια μακριά παραλία σκεπασμένη από τόνους καθαρής άμμου που ξεβράζει συνεχώς η θάλασσα.
Σύμφωνα με την παλιά τοπική αντίληψη, τα δυνατά και αντίθετα θαλάσσια ρεύματα που συναντιούνται στην περιοχή δημιουργούν κόντρα κύματα, τα οποία μεταφέρουν και αποθέτουν άμμο στην ακτή.
Στην παλιά κυπριακή λαϊκή γλώσσα, όταν ήθελαν να πουν πως ο Θεός στέλνει αγαθά, χρησιμοποιούσαν τη φράση «Κοτσιά ο Θεός». Η λέξη «κοτσιώ» σήμαινε σπέρνω και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, από αυτή τη σημασία συνδέθηκε η περιοχή με το όνομα Κοτσιάς, σαν να «κοτσιά» η θάλασσα την άμμο στην ακτή.
Οι παλιοί παρατηρούσαν ακόμη τη θάλασσα και έβγαζαν τα δικά τους σημάδια για τον καιρό. Όταν είχε μεγάλη τρικυμία και η θάλασσα δεν έβγαζε άμμο, έλεγαν πως τα δυνατά ρεύματα την παρέσερναν στα βαθιά. Τότε στην ακτή έμεναν σωροί από πέτρες. Όταν οι πέτρες χτυπούσαν μεταξύ τους από τη δύναμη των κυμάτων και ο θόρυβός τους ακουγόταν μέχρι το χωριό, οι παλιοί το θεωρούσαν σημάδι επερχόμενης καλοκαιρίας.
Η παραλία του Κοτσιά ήταν ιδανικός τόπος για λουόμενους όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη. Όταν όμως υπήρχαν ισχυρά ρεύματα, γινόταν επικίνδυνη και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά πνιγμών.
Και πάνω στην κατάλευκη αμμουδιά φύτρωνε το κρίνο του γιαλού, ένα πανέμορφο και ευωδιαστό φυτό των αμμωδών ακτών.
Είναι φυτό που χρειάζεται προστασία. Φυτρώνει σε αμμώδεις παραλίες και αμμόλοφους, ακόμη και σε απόσταση από τη θάλασσα. Ανθίζει από το καλοκαίρι προς το φθινόπωρο. Τα άνθη και τα φύλλα του ξεπροβάλλουν μέσα από την καυτή άμμο.
Τα άνθη του αρχίζουν να ανοίγουν προς το τέλος της ημέρας και προχωρούν στο πλήρες άνοιγμά τους καθώς πέφτει η νύχτα. Τα φύλλα του είναι σαρκώδη, γκριζοπράσινα και μακριά. Οι καρποί του περιέχουν μεγάλους, σκούρους σπόρους, μέσα στους οποίους βρίσκεται ο μικρός βολβός από τον οποίο θα αρχίσει ένας νέος κύκλος ζωής.
Κάθε χρόνο το λουλούδι επιστρέφει στην ίδια άμμο, σαν να γνωρίζει πως εκεί ανήκει.
ΑΘΑΝΑΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ
Ο παλιός μύθος λέει πως ο Αθάνατος ήταν ένας ήρωας. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, οι Μοίρες προείπαν στη μητέρα του πως θα πέθαινε αν καιγόταν ολόκληρος ο δαυλός που έκαιγε πάνω στην εστία του σπιτιού.
Η μάνα έσβησε αμέσως τον δαυλό και τον έκρυψε μέσα στην κουφάλα μιας αιωνόβιας βελανιδιάς, ώστε να μην τον δει ανθρώπου μάτι και να μην μπορέσει κανείς να τον ανάψει.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Αθάνατος έγινε ξακουστός ήρωας.
Μια βαρυχειμωνιά, ένας κεραυνός χτύπησε τη βελανιδιά. Το δέντρο κάηκε, κάηκε και ο δαυλός και μαζί του πέθανε και το παλληκάρι.
Η μάνα του έκλαψε απαρηγόρητα για μέρες και νύχτες. Ο Δίας τη λυπήθηκε και, σύμφωνα με τον μύθο, μετέτρεψε τον αγαπημένο της γιο σε πανέμορφα αθάνατα λουλούδια, για να μη μαραθούν ποτέ και να την συντροφεύουν παντοτινά.
Τα αθάνατα, ή αμάραντα, είναι πολυετή φυτά που συναντώνται την άνοιξη και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Στην κυπριακή ορολογία ονομάζονται αθάνατα και φυτρώνουν στις άγονες, βραχώδεις ακτές, ακόμη και πάνω στην άμμο.
Τα άνθη τους διατηρούν για πολύ καιρό το χρώμα τους ακόμη και μετά την αποξήρανση. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν αθάνατα ή αμάραντα.
Οι παλαιότεροι τα χρησιμοποιούσαν ακόμη και για το στόλισμα του Επιταφίου του Χριστού.
Τα τρυφερά φύλλα τους έχουν όξινη γεύση και οι παλιοί τα μαγείρευαν όταν ήθελαν να δώσουν ξινή γεύση στα φαγητά τους.
ΚΥΡΤΑΜΑ
Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Δίας θύμωσε με τον Προμηθέα, επειδή εκείνος είχε το θράσος να του προσφέρει ένα πιάτο γεμάτο κόκαλα και λίπος αντί για ένα καλό κομμάτι κρέας. Για τιμωρία αφαίρεσε από τους ανθρώπους το προνόμιο της φωτιάς.
Ο Προμηθέας όμως, που αγαπούσε τους ανθρώπους, κατάφερε να κλέψει τη φωτιά και να την κρύψει μέσα σε μια σχισμή ενός κύρταμου. Αργότερα την παρέδωσε ξανά στην ανθρωπότητα.
Για την πράξη του αυτή τιμωρήθηκε από τον Δία, ο οποίος τον έδεσε σε έναν βράχο και έστειλε έναν αετό να τρώει καθημερινά το συκώτι του.
Στη Χλώρακα τα κύρταμα τα συναντούσαμε στις παραθαλάσσιες περιοχές, από τα Ροδαφίνια και το Δήμμα μέχρι τον Πηλό.
Τα αναγνωρίζαμε εύκολα από τα ασπροπράσινα, λεία και σαρκώδη φύλλα τους. Είναι απλωμένα πυκνά στις σχισμές των βράχων και στις πετρώδεις ακτές, δημιουργώντας μικρά πράσινα λιβάδια μέσα στο βραχώδες τοπίο.
Το κύρταμο είναι μικρό, πολυετές παχύφυτο, με παχείς και λείους βλαστούς και φύλλα. Τα κιτρινοπράσινα άνθη του εμφανίζονται το καλοκαίρι.
Οι σπόροι του μοιάζουν με το κριθάρι και γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν «κρίθμον».
Από την αρχαιότητα ήταν γνωστό ως φυτό με ιδιαίτερες ιδιότητες και χρησιμοποιούνταν και ως έδεσμα. Ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος το αναφέρουν στα έργα τους.
Ο Διοσκουρίδης το περιγράφει ως παραθαλάσσιο φυτό με στιλπνά φύλλα και αλμυρή γεύση, σημειώνοντας ότι μπορούσε να καταναλωθεί ωμό ή να διατηρηθεί σε άλμη.
Έτσι το κύρταμο, ένα μικρό φυτό των βράχων, συνδέει ακόμη και σήμερα τη Χλώρακα με μια πολύ παλιά γνώση της Μεσογείου.
ΤΡΙΒΟΛΙ
Το τριβόλι είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα φυτά της κυπριακής φύσης. Φυτρώνει εύκολα σχεδόν παντού, στα χωράφια, στις αυλές και στους ανοιχτούς χώρους.
Στην παραδοσιακή βοτανολογία το φυτό έχει συνδεθεί με διάφορες ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και αφροδισιακές και τονωτικές. Στις παλιότερες αντιλήψεις αποδιδόταν ακόμη η ικανότητα να ενισχύει τη σεξουαλική δύναμη και την αντοχή.
Ανθίζει από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο και φέρει μικρά κίτρινα άνθη. Ο καρπός του είναι στρογγυλός και επίπεδος και αποτελείται από πέντε τμήματα, καθένα από τα οποία φέρει σκληρά αγκάθια.
Αυτά τα αγκάθια είναι και εκείνα που κάνουν το τριβόλι τόσο χαρακτηριστικό. Όποιος περπάτησε ξυπόλυτος στα χωράφια της παλιάς Χλώρακας δύσκολα τα ξεχνά.
ΚΑΝΝΑΒΗ
Όσοι γεννήθηκαν στη Χλώρακα πριν από το 1955, αλλά και όσοι έζησαν εδώ στα παλιότερα χρόνια, θυμούνται τις απέραντες εκτάσεις κάνναβης που φύτρωναν στα χωράφια της κοινότητας.
Η κάνναβη αποτελούσε μια από τις πηγές εισοδήματος των κατοίκων και πολλοί ασχολούνταν με την καλλιέργεια και την επεξεργασία της.
Από διήγηση του Κώστα Λιασίδη, ηλικίας τότε ογδόντα τεσσάρων ετών, καταγράφεται η ακόλουθη περιγραφή της παλιάς καλλιέργειας.
Η κάνναβη είναι φυτό με οδοντωτά φύλλα και ραβδωτά στελέχη, προσαρμοσμένο σε διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες. Βλαστάνει εύκολα και, σύμφωνα με την παλιά εμπειρία των γεωργών, δεν απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα πέρα από το πότισμα.
Η καλλιέργειά της άρχιζε τον Απρίλιο. Τα χωράφια πλημμύριζαν με νερό και, όταν το χώμα γινόταν αφράτο και στεγνό αλλά διατηρούσε την υγρασία του, οργώνονταν και σαρακλίζονταν.
Ύστερα κατασκεύαζαν τα λασάνια, μικρές επίπεδες περιοχές όπου το χώμα ήταν ανασηκωμένο στις άκρες, ώστε να συγκρατεί το νερό. Εκεί έσπερναν το κανναβούρι και πότιζαν περίπου κάθε οκτώ ημέρες.
Σε δυο περίπου μήνες τα φυτά μεγάλωναν και άνθιζαν. Στα μέσα του καλοκαιριού, κατά τον Αύγουστο, ήταν έτοιμα για ξερίζωμα.
Τα έδεναν σε λεπτά δεμάτια και τα τοποθετούσαν όρθια σε μεγάλες σωρούς, τις «σκουλιές», ώστε να μαραθούν και να ξεραθούν στον ήλιο.
Ύστερα τα αντίνασσαν, δηλαδή τα χτυπούσαν πάνω σε κανναβάτσους απλωμένους στο έδαφος, για να αποκολληθεί το κανναβούρι από τις φούντες.
Οι κορμοί που έμεναν μούλιαζαν σε λίμνες με νερό για αρκετές ημέρες. Με τον τρόπο αυτό μαλάκωναν και γίνονταν ευλύγιστοι. Έπειτα τους ξέπλεναν, τους άπλωναν στον ήλιο και, όταν στέγνωναν, τους έβαζαν στη «μελιτσιά» και τους κοπανούσαν ώστε να διαχωριστούν οι ίνες.
Οι ίνες αποθηκεύονταν σε σακούλες και αποτελούσαν εμπόρευμα προς πώληση.
Μεγάλος έμπορος της εποχής ήταν ο Κωνσταντής Πενταράς, ο οποίος τις μεταπωλούσε στη Λεμεσό και στη Λευκωσία. Υπήρχε επίσης βιοτεχνία στη Μεσόγη που κατασκεύαζε σχοινιά και άλλα προϊόντα και προμηθευόταν την πρώτη ύλη από Χλωρακιώτες παραγωγούς.
Οι γεωργοί που χρειάζονταν σχοινιά για τα ζώα τους συχνά τα κατασκεύαζαν μόνοι τους. Το κανναβόξυλο χτυπιόταν με τις «μελιτσιές», ξύλινα εργαλεία που βοηθούσαν στον διαχωρισμό των ινών από το ξύλο. Στη συνέχεια οι ίνες επεξεργάζονταν με την «ανέμη» και το «δουλάπι» και έτσι γίνονταν τα σχοινιά.
Η κάνναβη είχε πολλές χρήσεις και αποτέλεσε για αιώνες σημαντική πρώτη ύλη για σχοινιά, υφάσματα και άλλα προϊόντα. Αργότερα η καλλιέργειά της περιορίστηκε και απαγορεύτηκε.
Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1960, στις χαμηλές περιοχές της Πάφου, πολλοί κάτοικοι ασχολούνταν συστηματικά με την καλλιέργειά της ως πηγή εισοδήματος.
Στη μνήμη των παλαιότερων Χλωρακιωτών όμως η κάνναβη δεν είναι μόνο ένα φυτό. Είναι εικόνα των παλιών χωραφιών, της γεωργικής ζωής και μιας εποχής κατά την οποία ο άνθρωπος ήξερε να αξιοποιεί σχεδόν καθετί που του πρόσφερε η γη.
ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ – Ο ΜΟΥΣΚΟΣ
Στη Χλώρακα τον ονόμαζαν Μούσκο ή Αρκάδρωπο.
Μούσκο τον έλεγαν επειδή, όταν ο καρπός του ωρίμαζε, ανέδιδε ευχάριστη μυρωδιά. Αρκάδρωπο τον ονόμαζαν επειδή η ρίζα του, που χωρίζεται στα δύο, έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα.
Ο μανδραγόρας ήταν ένα φυτό που από τα παλιά χρόνια περιβαλλόταν από θρύλους, φόβους και παράξενες παραδόσεις.
Έχει μεγάλα φύλλα και χαρακτηριστική διχαλωτή ρίζα, που μπορεί να θυμίσει ανοιχτά ανθρώπινα πόδια.
Οι παλιές παραδόσεις έλεγαν πως όταν κάποιος επιχειρούσε να ξεριζώσει τον μανδραγόρα, ακουγόταν ένας υπόκωφος έως εκκωφαντικός ήχος, σαν στριγκλιά, που μπορούσε να σκοτώσει ή να τρελάνει εκείνον που θα τολμούσε να τον ξεριζώσει.
Γι’ αυτό και οι άνθρωποι πίστευαν πως η ρίζα του είχε υπερφυσικές δυνάμεις.
Για να τον ξεριζώσουν, σύμφωνα με τις παλιές δοξασίες, έπρεπε να το κάνουν τα μεσάνυχτα, στη χάση του φεγγαριού, ύστερα από προσευχές και τελετουργίες. Κάποιος χάραζε τρεις κύκλους γύρω από το φυτό με ένα μυτερό κλαδί ιτιάς και έπειτα έδεναν έναν μαύρο σκύλο πάνω του, ώστε το ζώο να τραβήξει τη ρίζα και να την ξεριζώσει χωρίς να την αγγίξουν ανθρώπινα χέρια.
Ο μανδραγόρας συνδέθηκε έτσι με τις σκοτεινές δυνάμεις της γης, με μάγισσες, φίλτρα και ξόρκια.
Οι παλιοί μάγιστροι του απέδιδαν αφροδισιακές και γονιμοποιητικές ιδιότητες και προειδοποιούσαν πως κανείς δεν έπρεπε να πλησιάζει το φυτό απρόσεκτα.
Πίσω από τους θρύλους υπήρχε όμως και μια πραγματική ιδιότητα του φυτού: σε μεγάλες ποσότητες είναι τοξικό και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Για τον λόγο αυτό ο μανδραγόρας δεν ήταν ποτέ ένα συνηθισμένο βότανο.
Στην αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα του φυτού για διάφορους σκοπούς και του αποδόθηκαν θεραπευτικές και αναισθητικές ιδιότητες.
Ο καρπός του είναι σφαιρικός, λείος και γίνεται κίτρινος όταν ωριμάσει, ενώ η σάρκα του έχει έντονο άρωμα.
Ο μανδραγόρας συνδέθηκε ακόμη με την Αφροδίτη, τον έρωτα και τη γονιμότητα. Οι αρχαίοι τον ονόμαζαν «μήλο του έρωτα», ενώ σε άλλες παραδόσεις πήρε ακόμη πιο σκοτεινές ονομασίες, όπως «μήλο του διαβόλου».
Στη βιβλική παράδοση αναφέρεται επίσης ως φυτό που συνδεόταν με την τεκνοποιία.
Έτσι, γύρω από έναν μικρό θάμνο με μια παράξενη ρίζα δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος κόσμος μύθων. Και ίσως αυτό είναι που κάνει τον μανδραγόρα διαφορετικό από τα άλλα φυτά της παλιάς Χλώρακας.
Τα περισσότερα τα θυμόμαστε για το άρωμα, τον καρπό, τη χρησιμότητα ή την ομορφιά τους.
Τον μανδραγόρα τον θυμόμαστε για τον φόβο που προκαλούσε.
Και έτσι, μέσα στην παλιά φύση της Χλώρακας, η πραγματικότητα και ο μύθος πορεύονταν κάποτε μαζί.
Η καταγραφή αυτών των φυτών δεν είναι απλώς βοτανική.
Είναι μια προσπάθεια να διασωθεί ένας ολόκληρος κόσμος που έφυγε μαζί με τα χωράφια, τα αργάκια, τις αυλές και τις παλιές γειτονιές.
Γιατί η Χλώρακα που γνωρίζουμε σήμερα δεν είναι η ίδια Χλώρακα που γνώρισαν οι παππούδες μας.
Κάτω από τους δρόμους και τα κτίρια κοιμάται ακόμη η παλιά γη.
Και μέσα στις μνήμες των ανθρώπων εξακολουθούν να ανθίζουν, έστω και για λίγο, τα φυτά που κάποτε τη σκέπαζαν.








