ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ

Η Χλώρακα είναι κωμόπολη της επαρχίας Πάφου, ένα προάστιο ενωμένο με την παλιά πόλη του Κτήματος. Είναι τόπος με φυσικές ομορφιές τόσο στα παράλια όσο και στα ενδότερα, ιδανικός τόπος για μόνιμη διαμονή ή παραθερισμό, καθώς διαθέτει πολλά ξενοδοχεία και τουριστικά διαμερίσματα.
Από την πόλη της Πάφου δίνεται η δυνατότητα στους επισκέπτες για εύκολη πρόσβαση περπατητοί ή με λεωφορεία που καλύπτουν πολλά δρομολόγια προς τη Χλώρακα. Βασικοί σταθμοί περιήγησης είναι οι καθαρές παραλίες, οι αρχαιότητες που συμπεριλαμβάνουν δυο τοιχογραφημένες εκκλησίες του δωδέκατου αιώνα και δυο Ελληνόσπηλιους με αρχαίους λαξευτούς τάφους που υπάγονται στην Ελληνιστική εποχή, τα υπολείμματα του αυλακιού της Ρήγαινας το οποίο έκτισε ο Διγενής, και τις τρεις παλιές βρύσες εκ των οποίων η μια σώζεται όπως ακριβώς κτίστηκε πριν από την εποχή του μεσαίωνα, καταδεικνύοντας την αρχιτεκτονική τεχνοτροπία της εποχής. Ο παραλιακός πεζόδρομος οδηγεί από τη μια άκρη της Χλώρακας έως στην πόλη της Κάτω Πάφου, με πανόραμα τον ήλιο όταν δύει τα δείλινά να φαντάζει σαν εξαίρετη Θεϊκή ζωγραφιά.
Επίσης υπάρχει θεματικό πάρκο που καλύπτει μεγάλη έκταση γης με φυτεμένη όλη την ιθαγενή βλάστηση, με τόπο ιδικά διαμορφωμένο για μικρές παραστάσεις, με κήπους, παιδικές χαρές, χώρους υγιεινής, καντίνα και δημόσιο χώρο στάθμευσης οχημάτων.
Δυο μουσεία ιστορικής σημασίας του Αγίου Γεωργίου και του Χριστόδουλου Αντωνίου Πάφιου υπενθυμίζει το πρώτο τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών το 1955, ενώ το δεύτερο αφορά την ιστορία του Καραγκιόζη και των Χλωρακιωτών Καραγκιοζοπαιχτών Χριστόδουλου Πάφιου παππού και Χριστόδουλου Πάφιου εγγονού.
Ένα μικρό αμφιθέατρο τετρακοσίων καθισμάτων κοσμεί τη νότια μεριά του χωριού και είναι κτισμένο σε μια κατάφυτη από άγρια βλάστηση περιοχή με απεριόριστη θέα όλη τη θάλασσα από δύση έως νοτιά που βρέχει τη Χλώρακα.
Από την παραλία πολλοί δρόμοι οδηγούν προς την κοινότητα, όπου στην κεντρική πλατεία με τα πετρόκτιστα καφενεία ξεχωρίζει ο μεγαλόπρεπος καθεδρικός ναός της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας που γιατρεύει όσες γυναίκες έχουν πρόβλημα αιμορραγίας, καθώς και η αρχαία εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελαιούσας.

Η Χλώρακα είναι κτισμένη στα δυτικά της πόλης της Πάφου και ευρίσκεται σε υψόμετρο 50 μέτρων από το γιαλό. Είναι τοποθετημένη σε οροπέδιο ως σε μπαλκόνι με απεριόριστη θέα όλο τον ορίζοντα της θάλασσας που χάνεται στα βάθη του πελάγου της Μεσογείου. Κάθε δείλι η θέα του ήλιου που χρυσίζει τα γαλανά νερά της θάλασσας την ώρα που γέρνει να δύσει, είναι εξαιρετική και μοναδική .
Στην άλλη πλευρά έχει ολόκληρη βουνοσειρά που στα ριζά της έκτισαν οι άνθρωποι από ανατολής μέχρι δύσης τα χωριά της Έμπας, της Λέμπας και της Κισσόνεργας, ενώ από την γραφική πλατεία με το μπόλικο πράσινο και τα γραφικά καφενεδάκια φαίνονται τα βαπόρια πανω στη γραμμή του ορίζοντα που πλέουν και ταξιδεύουν πανω στην άκρη της θάλασσας.
Είναι ένας τόπος με όμορφες παραλίες και έντονες αντιθέσεις. Με παλιά και μοντέρνα κτίρια, με φυσικό περιβάλλον, με κουλτούρα που συνδυάζει Ελλάδα, Ευρώπη και Ανατολή, με πολλά ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπυραρίες, καφενεία, αλλά και με φιλόξενους κατοίκους. Έχει για κύρια χαρακτηριστικά τις παραλίες με τους απόκρημνους βράχους, τα κρυστάλλινα καταγάλανα νερά, και τις χρυσές αμμουδιές. Όλο το χωριό είναι ένα μπαλκόνι στη Μεσόγειο με βραχώδεις πλαγιές, τρεμιθιές, δρύες, και καταπράσινες λαγκαδιές . Είναι μια τέλεια τοποθεσία που ποτέ δε χάνει τη γοητεία και τη θελκτικότατα της. Κουρνιασμένη στην δυτική γωνιά της Κύπρου είναι ένα στολίδι με πολλη ιστορία και φημισμένους ανθρώπους.
Σήμερα η Χλώρακα δεν είναι όπως παλιά. Οι τόποιγέμισαν με διαμερίσματα και ξενοδοχεία. Οι αγροί και τα χωράφια εγκαταλειφθήκαν και το πράσινο των δένδρων έμεινε λιγοστό. Οι παραλίες γέμισαν ξενοδοχεία και τα νερά της θάλασσας έγιναν γκρίζα από τα λύματα των ξενοδοχείων που ρίχνονται σ αυτήν, ενώ η θαλάσσια χλωρίδα και η πανίδα καταστράφηκε ανεπανόρθωτα.
Οι σημερινές γενιές μετά τον 1974 ενώ παρέλαβαν αλώβητη παρθένα γη από τους πρόγονους τους, εχουν να παραδώσουν στους απογόνους τους παραμορφωμένα τοπία γεμάτα τσιμεντένια κτίρια και αποψιλωμένες από άγρια βλάστηση περιοχές.

Οι πληροφορίες για τις ρίζες καταγωγής των κατοίκων οδηγούν έως τα μέσα του 18ου αιώνα που καταδεικνύουν ότι ολόκληρη η κοινότητα αποτελείται από απογόνους ορισμένων οικογενειών που συγγένεψαν μεταξύ τους και από αυτούς προέρχονται όλοι ανεξαιρέτως οι σημερινοί κάτοικοι της Χλώρακας. Οι οικογένειες αυτές που αποτέλεσαν τη βάση του αρχικού γενεαλογικού δένδρου της σημερινής κοινότητας, είναι οι Χ’ Τσιυρκακός Σιαμμάς (1840), Κωσταντής Πενταράς (1850 – ζούσαν πρόγονοι του στη Χλώρακα από το 1800, αλλά το επίθετο Πενταρας ξεκινά με τον Κωνσταντή), Γιωρκής Κόμπος Ταπακούδης (1860), Χριστόδουλος Αζίνας (1873), Χριστόδουλος Λαούρης και Ευστάθιος Κυρηνέας, αδέρφια (1890)

Γ) Όταν μετά από δεκαετίες ο κοινοτάρχης Έμπας, ζήτησε από τον Έπαρχο Πάφου να χαρτογραφηθεί η περιοχή αυτή ως μέρος της  Έμπας, ο έπαρχος Πάφου ενημέρωσε τον κοινοτάρχη Χλώρακας Ιωάννη Λιασίδη, και τον συμβούλευε να κάμει αίτηση όπως αυτή η περιοχή μαζί με τις άλλες της κάτω Πάφου και των Κάτω Περιβολιών χαρτογραφηθούν ως Χλώρακα εφ όσον όλες οι περιουσίες άνηκαν σε Χλωρακιώτες κατοίκους. Ο κοινοτάρχης Χλ’ωρακας όμως, μη γνωρίζοντας τα απαιτούμενα γράμματα και γνώσεις, ολιγώρησε και δεν το έπραξε, τοιουτοτρόπως τα εδαφη αυτά χαρτογραφηθηκαν στις γύρω κοινοτητες της Έμπας και της πόλεως της Πάφου.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

1946 κάτοικοι 877
1960 κάτοικοι 1117
1982 κάτοικοι 1470
1992 κάτοικοι 2032
2001 κάτοικοι  3201
2011 κάτοικοι 5340

Βρίσκουμε το όνομα της Χλώρακα ως FLORAKAS σε Βενετικούς χάρτες του 1400 όπως αναφέρει σε βιβλίο του ο Χρίστος Μαυρέσης. Προφορικές όμως πληροφορίες μαρτυρούν ότι παλαιότε ρα ονομαζόταν Πραστιόριζο ή Πρασκίουρο, που σημαίνει πράσινη ουρά, μια εννοιολογία που προήρθε από το σχήμα που καταλάμβανε η σειρά των σπιτιών πάνω στην άκρια του οροπεδίου, ενώ στη βάση του είχε χώματα γόνιμα που βλάσταιναν θεόρατοι δρύες, βελανιδιές και τρεμιθιές που σχημάτιζαν μια μακριά πράσινη ουρά.
Οι πρώτοι κάτοικοι ήσαν  βοσκοί και γεωργοί που έκτισαν τα σπίτια και τις μάντρες τους στις παρυφές του οροπεδίου για να επιβλέπουν την θάλασσα όταν συνέβαιναν επιδρομές από  Πειρατές και Σαρακηνούς, ώστε να έχουν τον καιρό να κρύβουν τα υπάρχοντα τους. Τα πρώτα σύνορα της κατοικημένης περιοχής ξεκινούσαν από τα υψώματα μετά την σημερινή οδό Χατζηφιλίππου, και τελείωναν στα υψώματα της Λέμπας, στη περιοχή του Προϊστορικού συνοικισμού.
Όσο η κοινότητα πλήθαινε από κατοίκους, μη θέλοντας να κτίσουν τα σπίτια τους και να χαλάσουν την εύφορη γη οποίαν καλλιεργούσαν και εκτινόταν κάτω από το οροπέδιο, μετοίκιζαν σιγά προς τα ενδότερα του οροπεδίου όπου η γη ήταν καυκάλλα και πάνω της φύτρωνε άγρια βλάστηση κυρίως σχοινιές και αρκόσσιηλλες και που ολόχρονα ήταν βλαστημένες και χλωρές. Ένεκα της χλωρής καυκάλλας γης λοιπόν, έμεινε το ομώνυμο όνομα Χλώρακα.

ΤΑ ΠΡΟΤΙΝΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Οι περιουσίες των κατοίκων έφταναν μέχρι τον φάρο της Κάτω Πάφου, ανέβαιναν στις παρυφές της πόλεως του Κτημάτου (στα σημερινά Κάτω Περιβόλια), άγγιζαν τις Παρυφές του οροπεδίου του Μουττάλλου, και έφταναν ως τα σημερινά Διπλαρκάτσια. Από εκεί ακολουθώντας το σημερινό δρόμο της Έμπας μέχρι το δημοτικό σχολείο, γύριζε προς τη Κισσόνεργα όπου λίγο πριν τη περιοχή Ζιλιχός, τέλειωναν τα σύνορα της Χλώρακας.
Είναι φανερό λοιπόν, πως παλαιότερα και η περιοχή της Λέμπας, ήταν χώματα της Χλώρακας.
Αποδείξεις περί αυτής της πραγματικότητας, αποτελούν μαρτυρίες και γεγονότα όπως,
Α) Όλες οι αναφερόμενες αυτές περιουσίες έκτος όσες ανήκουν στην κοινότητα της Λέμπας, μέχρι πρότινος (1960-70) ανήκαν με επίσημους τίτλους ιδιοκτησίας σε κατοίκους Χλώρακας.  
Β) Επί κοινοταρχίας Γιωρκάτζιη άλλως Γιωρκακούιν (1913 – 1923), το1920 μεγάλη πυρκαγιά κατέκαυσε την περιοχή από την σημερινή Λεωφόρο Μακαρίου και άνω. Απο έρευνες της Αποικιακής κυβέρνησης, απεδόθη σε κακοβουλία. Όταν επρόκειτο για κακόβουλη ζημία και δεν ευρίσκετο ο ένοχος, την ζημία καλείτο να πληρώσει η κοινότητα. Σε αυτή την περίπτωση επειδή ο κακόβουλος εμπρηστής δεν βρέθηκε, η αποικιοκρατική κυβέρνηση απαίτησε το ποσό των οκτώ λιρών να πληρωθεί από την κοινότητα  της Χλώρακας ως πρόστιμο, διότι όλα τα χωράφια στην περιοχή ανήκαν σε Χλωρακιώτες. Ο κοινοτάρχης της Χλώρακας ο Γιωρκάτζιης, ηρνήθη να πληρώσει με δικαιολογία ότι η περιοχή δεν ανήκε στην κοινότητα της Χλώρακας, αλλά της Έμπας. Η κοινότητα της Έμπας απεδέχθη αυτή την κατάσταση, πλήρωσε το πρόστιμο.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Για την ιστορία της κοινότητας δεν έχουμε πληροφορίες που να μας παίρνουν σε βάθος χρόνου, καθ ότι κανείς δεν άφησε γραπτά κείμενα και όσα είναι γνωστά, είναι από θύμισες γερόντων που και αυτοί τα έμαθαν από λόγο σε λόγο.

Η πρώτη φορά που κατεγράφησαν ολοκληρωμένες πληροφορίες για την κοινότητα ήταν το 2003 από τον συγγραφέα Χρίστο Μαυρέση που σε μια καλογραμμένη έκδοση βιβλίου του με τίτλο «Χλώρακα Ιστορική και Λαογραφική μελέτη», αποτέλεσε την πρώτη τεκμηριωμένη μελέτη και καταγραφή της ιστορίας της Χλώρακας. Στην Ιστορική του επισκόπηση για το χωριό, αναφέρει:

«Το χωριό Χλώρακα είναι συνεχιστής παλαιότερων συνοικισμών, ενώ τα διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν κατά καιρούς, μαρτυρούν πολύ παλαιό συνοικισμό από τα μέσα της 4ης  χιλιετηρίδας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η εύφορη περιοχή του χωριού υπαγόταν διοικητικά κατά την αρχαιότητα στο Βασίλειο της Πάφου. Βρέθηκαν επίσης ίχνη και κατάλοιπα των Βυζαντινών και των Μεσαιωνικών χρόνων. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Χλώρακα ήταν φέουδο. Κατά την περίοδο αυτή ίσως εγινε η παραφθορά της αρχικής ονομασίας του χωριού».

Η ιστορία της Χλώρακας ξεκινά από την λίθινη εποχή, όμως ίσως ήταν μικρό και ασήμαντο μέρος για να ασχοληθεί κάποιος ιστορικός και να καταγράψει οτιδήποτε σχετικά με το ιστορικό της.

Σε γραπτά κείμενα συναντούμε καταγραμμένη μια αναφορά από τον ηγούμενο Μαχαιρά Γρηγόριο το 1945  περί ενός θλιβερού περιστατικού που συνέβηκε στα ανοιχτά της θάλασσας της Χλώρακας το 1810, όταν ένεκα σφοφρής θαλασσοταραχής, επιβατικό πλοίο γεμάτο πλούσιους επιβάτες που έπλεε για τους Αγίους Τόπους, έπεσε στις ξέρες του «Φουρφουρή», και βουλιάζοντας πνίγηκαν όλοι, μεταξύ αυτών η σύζυγος και το μικρόν παιδί του δραγουμάνου της Κύπρου Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος.

 «Φουρφουρής» είναι η ξέρα που ευρίσκεται σε απόσταση ενος χιλιομέτρου απο την ακτή της παραθαλάσσιας περιοχής «Δήμμα» και είναι καταγραμμένη στους επίσημους χάρτες της Κυπριακής Δημοκρατίας με αυτό το όνομα, και πανω τους είναι σφηνωμένο το πλοίο «‘Άγιος Δημήτριος» το οποίον αποτελεί σήμα κατατεθέν της Χλώρακας, που από τα βάθη του πέλαου ή από ψηλά στον αέρα αεροπορικώς, μπορεί κάποιος  να εντοπίσει και να καταδείξει την Χλώρακα.

Κατά άλλους, Φουρφουρής είναι η μικρή χερσόνησος
στην παραθαλάσσια περιοχή της «Βρέξης» που στην άκρη της μέσα στη θάλασσα υπάρχει σπηλιά, που όταν έχει τρικυμία τα κύματα σκεπάζοντας την και ξεσκεπάζοντας της, συμπιέζουν τον αέρα μέσα στη σπηλιά και δημιουργούν ένα θόρυβο  φφφ, δηλαδή φουρφουρίζει. Έτσι και ο βράχος αυτός ονομάστηκε νησί του «Φουρφουρή». Όταν συνέβαινε αυτό το φαινόμενο αλλά ταυτόχρονα νότια της θάλασσας γέμιζε και κατέβαζε ο καιρός, τότε πάντα έβρεχε. Γι  αυτόν τον λόγο, πήρε η περιοχή την ονομασία "Βρεξη". Περί της τοπωνυμίας αυτής, βρίσκουμε σε δημοσίευμα στο περιοδικό "Πάφος" έκδοσης 1942 από τον  αρθρογράφο Χρ. Λίβα, να αναφέρει τα εξής:

«Άμα χτυπά το Φερφουρίν για τρεις ώρες για τρεις ημέρες έσιει νερά. Η λέξη Φερφουρίν είναι όνομα ενός άλλου νησιού που βρίσκεται προς την παραλια του χωριού Χλωρακας. Η λέξη χτυπά αναφέρεται στον υπόκωφο κρότο της θάλασσας που κάνει χτυπώντας προς τον Φερφουρίν. Η παρατήρηση αυτή γίνεται το φθινόπωρο προς το χειμώνα, συνήθως νύχτα. Οι κάτοικοι της χαμηλής πιστεύουν ότι όταν αστράψει από τη διεύθυνση του νησιού εκείνου θάρθη βροχή, το πολύ σε τρεις μέρες. Η ορθότητα της παρατήρησης αυτής διαφαίνεται κι από την ακόλουθη. -Άμα αστράφτει συχνά το Φερφουρίν, σε τρεις ώρες έχουμε νερά.  Άμα αστράφτει αργά σε τρεις ημέρες. Α ‘μμα στράφτει του Τσιύκκου αννίει ο τζιαιρός-. Η φράση του Τζιύκκου εδώ εννοείται η διεύθυνση προς τη βουνοκορφή της μονής Κύκκου)».

Άλλη αναφορα καταγραμμένη για τη Χλώρακα, βρίσκουμε στο βιβλίο του Ιερώνυμου Περιστιάνη «Ιστορία των Ελληνικών γραμμάτων»:   
«Προ της Αγγλικής Κατοχής δεν έλειτούργησε Κοινο­τικόν Σχολείον, άλλ' ούτε καί ίδιωτικόν κοινοτικόν τοιούτον, και ο λόγος είναι διότι ή κοινότης πρό της Κατοχής ήτο πολύ μικρά.

Ό Σοφοκλής Χατζή Γεωργίου, ετών 65 ο δούς ημίν τας πληροφορίας, έμαθε τα Κοινά γράματα, ήτοι Παιδαγωγίαν, Οκτώηχον καί Απόστολον παρα τω αδελφώ του Χριστοδούλω Χ' Γεωργίου φοιτών έν οικία του εν ηλικία 12 ετών, ήτοι τω 1877. Εν καιρώ γεωργικών εργασιών ήκολούθει τον διδάσκαλον εις τους αγρούς του και ο μαθητής καθήμενος εν τω μέσω του αγρού, εν ω ο διδάσκαλος ησχολείτο, ανεγίγνωσκεν ή απεστήθιζε το μάθημα του και ό διδάσκαλος διώρθωνε τα λάθη του. Εφοίτησεν ούτω επί 4 - 5 έτη ότε και ηδύνατο να λέγη τον Απόστολον επ' εκκλησίας με το εκκλησιασηκόν ύφος. Άλλοι μαθηταί δεν εφοίτησαν εις τον αδελφόν του. Δεν ενθυμείται άλλον να διδάξη εις σχολείον εν τω χωρίω του, αλλ' όσοι εγνωριζον τα Κοινά εδίδασκον μόνον τους συγγενείς των».

Τέλος, στο βιβλίο του " Πόλεις και χώριά της Κύπρου" ο λαογράφος και μελετητής Νέαρχος Κληρίδης, αναφέρει:

"Είναι κτισμένος στά βορειοδυτικά του Κτήματος και σέ απόσταση 1½  αγγλικού μιλίου. Το όνομα του έγινε γνωστό, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και στην Ελλάδα, γιατί εκεί αποβιβάστηκε μια νύχτα του φθινοπώρου του 1954 ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής, κι άρχισε την οργάνωση της ΕΟΚΑ για την απελευθέρωση της Κύπρου.
Βρίσκεται σε μικρήν απόσταση από τη Θάλασσα και είναι συνεχιστής παλαιοτέρων συνοικισμών που υπήρχαν στην περιοχή του κι εξαφανίστηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Τάφοι προχριστιανικοί με το όνομα Ελληνόσπηλιοι και διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα, λίθινα εργαλεία, αξίνες, θραύσματα αγγεία, τα οποία μπορεί κανείς να συναντήσει εδώ κι εκεί στην επιφάνεια του εδάφους, μαρτυρούν πολύ παλαιόν συνοικισμό από τα μέσα τής 4ης χιλιετηρίδας π.Χ.
Παράξενη όμως παραμένει η ονομασία του συνοικισμού αυτού, για την οποίαν δεν ασχολήθηκαν οι ειδικοί μέχρι σήμερα. Αν ονομάστηκε Χλώρακας από την πλούσια χλωρίδα (πρασινάδα) που υπήρχεν εκεί όταν πρωτοκτίστηκε ο συνοικισμός, δεν είναι βέβαιο και μπορεί να θεωρηθεί η ετυμολογία αυτή μάλλον παρετυμολογία, επειδή δέν συμφωνά με την προφορά. Αν η περιοχή ήταν τέτοια ώστε να είναι καταπράσινη χειμώνα-καλοκαίρι, δέν θά μπορούσε να ονομαστεί Χλώρακας (τόπος πρασινισμένος), αλλά Γλώρακας, (επειδή οί Κύπριοι λένε πάντα τό χλωρό, γλωρόν). Αν πάλιν ήταν τόπος ανθοστόλιστος κι ονομαζόταν Φλώρακας, δεν μπορεί κανείς να το αποδείξει. Όμως μπορεί να σχηματίστηκε το όνομα από το Φλώρακας, γιατί τα φ στην Κυπριακή εναλλάσσεται μέ τα χ: χωράφι-φωράφι, φορεί-χωρεί"

ΥΔΑΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

Η παλιά Βρύση του Πύρκου
Τη σημασία του ζωογόνου νερού συναντούμε στους μύθους των λαών που έχοντας πλήρη επίγνωση της ζωοδόχου σημασίας του το τίμησαν και το ανέδειξαν ως θεότητες θέλοντας να το εξευμενίσουν. Ανέπτυξαν θρύλους και δημιούργησαν ιστορίες και δοξασίες καθώς και παραδοξολογίες, αφού ήταν το πολυτιμότερο αγαθό που θέλοντας οι άνθρωποι πρώτοι να έχουν ρόλο και λόγο επ αυτού, δημιούργησαν δεισιδαιμονίες και φοβίες για ανεράδες και δράκους θέλοντας να το προστατεύσουν.
Στους μύθους όλων των λαών το νερό αποτέλεσε στοιχείο έμπνευσης και διανόησης, ευρηματικότητας, επινοητικότητας και καλλιτεχνικής φαντασίας καθώς και δημιουργικής πνοής που τους βοήθησε να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν κυρίως βρύσες που ως σήμερα παραμένουν δείγματα αρχιτεκτονικής παράδοσης και κουλτούρας.
Σε όλα τα μέρη όπου υπήρχε τρεξιμιό νερό, έκτιζαν βρύσες οι οποίες συνήθως ήταν δημόσιες, ώστε να τις χρησιμοποιούν όλοι πλούσιοι και φτωχοί, καθώς το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για τη ζήση του ανθρώπου, και ένεκα αυτού, πολλοί αιματηροί πόλεμοι έχουν συμβεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. 

Οι Βρύσες
Στη Χλώρακα σώζονται τρεις παλιές βρύσες ο «Πύρκος» (ευρίσκεται νοτιοανατολικά του παρεκκλησίου του Αρχαγγέλου Μιχαήλ), το «Καμαρούϊ» (ευρίσκεται στη λεωφόρο Χλώρακας που οδηγά στην Κάτω Πάφο, στη δεξιά μεριά 1000 μέτρα πριν την τέλειωση των συνόρων),  και η «Βρύση» (ευρίσκεται στο κέντρο της κοινότητας).
Εξ αυτών όμως, μόνο η τελευταία σώζεται επ ακριβώς όπως κτίστηκε πριν εκατοντάδες χρόνια.
Λίγα μέτρα από την κεντρική πλατεία της κοινότητας στην πλευριά μεριά ενός χειμάρρου με πυκνή βλάστηση, σε ένα τόπο που πριν ήταν καταπράσινος από θεόρατους δρύες και άγρια πανίδα, καθώς και απέραντους καλαμιώνες εκ των οποίων οι κάτοικοι έφτιαχναν ψαθαρκές που τις κρέμμαζαν από τα βολίκια των σπιτιών και πάνω προφύλασσαν τα ψωμιά τους, αλλά που τώρα δυστυχώς οι σύγχρονοι άνθρωποι ξεχέρσωσαν τη γη και έφτιαξαν θέατρα και εκκλησίες, είναι οικοδομημένο το περίκαλλο κτίσμα που σώζεται περιποιημένο και συντηρημένο έως σήμερα, η «παλιά Βρύση» του χωριού.
Όπως σε πολλές περιοχές υπάρχουν έθιμα στα οποία πιστεύουν και τηρούν ευλαβικά οι άνθρωποι, στη Χλώρακα οι κάτοικοι για  να καλοπιάσουν τις καλές νεράιδες και τις κακές ανεράδες που θεωρούσαν ότι κατοικούσαν στις πηγές, προσέφεραν σπονδές όπως βασιλόπιττες και μελομακάρουνα για να γλυκάνουν αυτές και τα νερά τους.
Γεροντότεροι κάτοικοι μαρτυρούν πως στους παλαιούς καιρούς το πρωί της Πρωτοχρονιάς μετά την εκκλησία, οι κάτοικοι συνήθιζαν να πηγαίνουν στη «Βρύση» του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες τους με καινούριο αγιασμένο νερό, αφού πρώτα γινόταν δέηση από τον ιερέα που το ευλογούσε στο όνομα του πατρός, του υιού και τους Αγίου πνεύματος, και ύστερα τους ράντιζε την κεφαλή με ένα κλωνί από λασμαρί ή βασιλιτσιάς.

Η Χλώρακα είναι κτισμένη σε οροπέδιο το οποίον είναι πετρώδες με λιγοστά χώματα, τα οποία όμως ήταν πολύ εύφορα και οι κάτοικοι φύτευαν αγγουριές των οποίων τα προϊόντα έχουν αποκτήσει μεγάλη φήμη ως αγγούρια της Χλώρακας. Οι γεωργοί για να ποτίσουν τις αγγουριές και τις άλλες ρέντες που καλλιεργούσαν, έσκαβαν λάκκους βάθους πολλών οργιών όπου με αλακάτι έβγαζαν το νερό στην επιφάνεια, όμως επειδή και αυτό στέρευε αρκετά συχνά, μετέφεραν νερό από την κοντινή κοινότητα της Έμπας με πρόχειρα αυλάκια που κατασκεύαζαν. Δυστυχώς τα τρεξιμιά νερά που υπήρχαν, κατά διαστήματα στέρευαν καθώς την Κύπρο κατά καιρούς (από υπολογισμούς κάθε εφτά χρόνια) υπήρχαν μεγάλες ανομβρίες.

ΜΩΡΟΖΟΣ
Τα πηγάδια είναι ορύγματα στο έδαφος που συγκοινωνούν με τα ύδατα που ευρίσκονται εντός του εδάφους. Το νερό στη συνέχεια μπορεί να αντληθεί είτε με αντλία, είτε με δοχεία τα οποία ανυψώνονται μηχανικά ή με το χέρι.
Παλιότερα, σε κάθε αυλή και χωράφι υπήρχαν λάκκοι σκαμμένοι που με μεγάλο κόπο έσκαβαν οι ιδιοκτήτες, καθώς το νερό ήταν απαραίτητο στη καθημερινότητα τους. Στις αυλές, χρησιμοποιούσαν το μικρό αλακάτι που το γύριζαν δια χειρός αφού η ποσότητα του νερού ήταν μόνο για οικιακή χρήση, αλλά για να ποτίσουν τους αγρούς, χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα αλακάτια τα οποία τραβούσαν και γύριζαν τα γαϊδούρια, καθώς χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες νερού για να αρδεύσουν τα χωράφια.
Κατά τις δεκαετίες του μεσοπολέμου όπου η τεχνολογία προόδευσε, χρησιμοποιήθηκαν ευρέως μηχανές εσωτερικής καύσεως με τις οποίες άρδευαν πολύ εύκολα νερό από μεγάλα βάθη της γης.

Σε μια περιοχή της Χλώρακας όπου σε κάθε αγρό υπήρχε πηγάδι και μηχανή, ονομαζόταν Μωροζός. Πολλοί διερωτούνται μέχρι σήμερα, πώς προήλθε η ονοματολογία. Κατόπιν μικρής έρευνας μου, κατέληξα στο συμπέρασμα πως το όνομα προήρθε από τα νερά των πηγαδιών τα οποία ήσαν υφάλμυρα ένεκα του ότι η περιοχή γειτνίαζε με τη θάλασσα, και γι αυτό πήρε το όνομα που σημαίνει πελλός (μωρός-τρελός), ήτι πελλά νερά - υφάλμυρα νερά. 

Το αλακάτι
Το αλακάτιν ήταν είδος μηχανήματος που γυρίζοντας έβγαζε νερό από λάκκο μέσα στη γη, που οι χωρικοί χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τους. Πότιζαν τα περβόλια τους, τα ζώα τους, έπλεναν τα ρούχα τους, το έπιναν οι ίδιοι, και μαγείρευαν. Το αλακάτι λειτουργούσε με τη βοήθεια ενός γαϊδουριού που περπατούσε πάνω στην τραπεζιά, και περιστρεφόταν γύρω από το λάκκο θέτοντας σε κίνηση το στρογγυλό σώμα του μηχανήματος, που τοιουτοτρόπως γυρνώντας, τραβούσε προς την επιφάνεια τους κάους (κάδους), που καθώς άγγιζαν μέσα στο νερό, γεμάτοι έβγαιναν στην επιφάνεια και χύνονταν μέσα σε πετραύλακο που κατέληγε μέσα σε μια λίμνη.
Πιο συγκεκριμένα, το αλακάτι ήταν ένας τροχός που γυρνούσε, τοποθετημένος σε ένα λάκκο, και πάνω του ήταν αγκιστρωμένοι μια μεγάλη σειρά από καους (κάδους) ενωμένοι μεταξύ τους με πύρους ώστε να είναι κινητοί και να σχηματίζουν ελλειψοειδή κύκλο, και να ακολουθούν τη φορά του τροχού καθώς γύριζε. Η μια άκρη του ελλειψοειδούς κύκλου με τους κάους άγγιζε μέσα στο νερό του λάκκου, και όπως γύριζε το αλακάτι, τους έβγαζε στην επιφάνεια. Κάνοντας αυτό το συνεχή κύκλο οι κάδοι όταν ανέβαιναν είχαν νερό, ενώ όταν κατέβαιναν γυρνώντας από την ανάποδη, αναγκαστικά το νερό χυνόταν. Χυνόταν όμως μέσα στο αλακάτι το οποίον ήταν στεγανό απ’ όλες τις πλευρές, εκτός από μια τρύπα στο πλευρό, που από εκεί έτρεχε μέσα σ μια λεκάνη και ακολούθως διαχεόταν μέσα στο πετραύλακο.

Στη κορυφή του άξονα που έδινε την κίνηση στο αλακάτι, ήταν στερεωμένο ένα χοντρό δυνατό ξύλο ο λεγόμενος σύρτης, που σε αυτό έζεγναν το γαϊδούρι και το τραβούσε για να γυρίσει. Σε μια ακτίνα περίπου ενός ογδόου του κύκλου, στο ίδιο σημείο που ήταν στερεωμένος ο σύρτης, ήταν στερεωμένο το μουττοκόνταρο, ένα άλλο λεπτότερο ξύλο, όπου πάνω έδεναν τα γκέμια του γαϊδουριού, ώστε να πηγαίνει με τη φορά του αλακατιού πάνω στην τραπεζιά

Τρεξιμιά νερά
Τρεξιμιά νερά στη Χλώρακα εκτός από τις βρύσες, υπάρχει ο χείμαρρος των ΔΙΠΛΑΡΚΑΤΣΙΩΝ στα σύνορα με την πόλη της Πάφου, στην περιοχή του ΑΗ ΝΙΚΟΛΑ, και στην περιοχή ΚΛΟΥΝΟΙ καθώς και ένας χείμαρρος στα σύνορα με τη Λέμπα. Υπάρχουν ακόμα αρχαία απομεινάρια από αυλάκι το οποίον έκτισε κατά τον μύθο ο Διγενής Ακρίτας, για να φέρνει νερό στη Χλώρακα και στην Κάτω Πάφο, από την Τάλα της Πάφου.

Ο χείμαρρος των Διπλαρκατσιών φέρει το ομώνυμο όνομα γιατί ενώνεται με διπλανό Χείμαρρο, αποτελώντας τοιουτοτρόπως ένα διπλό αργάκι εξ ου το όνομα ΔΙΠΛΑΡΚΑΤΣΙΑ, και που αποτελεί τα σύνορα της κοινότητας.

Στον Άη Νικόλα, υπάρχει μεγάλο λαγούμι που πάει μέχρι τα ενδότερα της κοινότητας εκ του οποίου αναβλύζει νερό το οποίον κατευθύνεται προς το ρυάκι κάτω από το γήπεδο της Χλώρακας με το οποίο ενώνεται και κατευθύνεται προς τη θάλασσα των ΡΟΔΑΦΙΝΙΩΝ. Το στόμιο του λαγουμιού ευρίσκεται δίπλα στο εκκλησάκι του Άη Νικόλα, έχει όμως επιχωματωθεί και κλείσει. Λίγα μέτρα όμως πιο πέρα, υπάρχει ένα από τα φωτιστικά του λαγουμιού (φωτιστικά είναι λάκκοι ανοίγματα των λαγουμιών προς την επιφάνεια της γης, ώστε δι αυτών να επιθεωρούνται τα λαγούμια για τυχών κατολισθήσεις). Παλαιότερα μέσα στα στάσιμα νερά των τρεξιμιών νερών, βλάσταιναν τόννοι ένα υλικό που μοιάζει με σχοινί, και με αυτό έδεναν τις πατροπαράδοτες Κυπριακές καρέκλες.

Οι ΚΛΟΥΝΟΙ
ήταν ένα απότομο φαράγγι που η φύση το κατασκεύασε με μοναδική ομορφιά. Ήταν ένα μικρό καταπράσινο κομμάτι γης  τοποθετημένο στα ριζά των αβαθή γκρεμμών στις παρυφές του χωριού. Αποτελείτο από  άγρια βλάστηση με καλαμιώνες, βάτα, σχοινά και μυρσίνια. Είχε θεόρατους δρύες και βελανιδιές που ξεπρόβαλλαν πάνω από το βαθύ πράσινο. Είχε αδιαπέραστη βλάστηση που μέσα είχαν τις φωλαιές των αμέτρητες αλεπούδες, είχε βλαστημένη όλη την Μεσογειακή χλωρίδα.
Ήταν ένα τοπίο κατασκευασμένο από το χέρι του Θεού με αδιαπέραστη βλάστηση και με τα άγρια βάτα πυκνά και επικίνδυνα, ώστε ουδέποτε κινδύνευσε από τη βόσκηση, ούτε ανθρώπου χέρι για εκατοντάδες χρόνια μπόρεσε να επέμβει.
Το νερό ανέβλυζε μέσα από τη γη και σχημάτιζε μικρά ρυάκια που έρεαν ανάμεσα στους καλαμιώνες ασταμάτητα ολημερίς και βράδυ όλους τους χειμώνες κι όλα τα καλοκαίρια ποτίζοντας τη χλωρίδα που βλάσταινε μοναδική και ποικιλόμορφη.
Ήταν  ένας πράσινος τόπος με απαράμιλλο κάλλος, ένας τόπος άγριας πανίδας και χλωρίδας.
Όμως ήρθαν οι άνθρωποι και τα ξήλωσαν όλα. Κατάστρεψαν την φυσική βλάστηση και έδιωξαν τα άγρια ζώα που για αιώνες ζούσαν εκεί. Ότι δεν μπόρεσαν τα χέρια μόνα τους να καταστρέψουν, οδήγησαν μηχανές και μπουλντόζες που ξερίζωσαν τη βλάστηση και ξεχέρσωσαν τη γη, και έθαψαν τα τρεχούμενα νερά μέσα βαθιά στο χώμα.
Τα έκαψαν όλα, τα ισοπέδωσαν όλα, έφτιαξαν οικόπεδα και έκτισαν μέσα σπίτια και πολυκατοικίες. Όλα για το συμφέρον, σε μια ασταμάτητη καταστροφική πορεία εκμετάλλευσης της γης.
Τώρα στην περιοχή των Κλούνων, αντί για θεόρατα δένδρα, ξεφυτρώνουν πανύψηλα κτίρια που σκιάζουν τη θέα όλης της πεδινής παράλιας περιοχής, και  όλης σχεδόν  της θάλασσας. Ένας πνεύμονας πρασίνου και οξυγόνου χάθηκε, και ο θαλασσινός αέρας σταμάτησε έως εκεί, έπαυσε να φυσά πιο πέρα.
Τώρα, γέμισε ο τόπος πολυκατοικίες με απεριόριστη θέα, σκαλοπάτια και δρόμοι στήθηκαν στα πρότεινα φαράγγια, ενώ αυτοκίνητα σταθμεύουν εκεί όπου πρώτα ήσαν φωλαιές άγριων πτηνών και ζώων.
Ακόμα μια φορά η ανθρώπινη καταστροφή επήλθε πλήρης και ολοκληρωτική, ακόμα μια φορά η ανθρώπινη σκέψη δεν μπόρεσε να συλλάβει τον όλεθρο που φέρνει η ασυλλόγιστη πρόοδος, παρά μόνο χωρίς αίσθηση και ευαισθησία προχώρησε στην αποψίλωση της φύσης με έγνοια μόνη, το προσωρινό κέρδος.

Το αυλάκι της Ρήγαινας
Στα παράλια της Χλώρακας σώζονται τα απομεινάρια του πέτρινου αυλακιού που έφερνε το νερό από την Τάλα, στο παλάτι της Ρήγαινας, στα Παλιόκαστρα. Στα σύνορα Χλώρακας - Λέμπας σώζεται ο πύργος που πάνω σε αυτόν ήταν κτισμένο και στηριγμένο το αυλάκι.
Η Ρήγαινα αν και πρόσωπο πραγματικό, η λαϊκή παράδοση της Κύπρου το κατέταξε στους θρύλους και τις παραδόσεις της νήσου. Την συσχετίζει με τον Διγενή και της αποδίδει πολλά μεσαιωνικά κάστρα, φρούρια και χωριά.
Η Ρήγαινα στους θρύλους αποδίδεται ως πανέμορφη κυρά και πολεμίστρια, άλλες φορές καλή και συμπονετική και άλλες κακιά, αλλά που κανείς δεν μπορεί να τη νικήσει καθώς κατοικεί σε οχυρωμένους πύργους.
Η Ρήγαινα της Πάφου κατοικούσε στα σημερινά Παλιόκαστρα, μια περιοχή ανάμεσα της Κάτω Πάφου και της Χλώρακας. Είχε κτισμένο το κάστρο της μέσα στην απέραντη πεδιάδα που εκτείνεται από το φάρο της Πάφου μέχρι την Κισσόνεργα, και διαφέντευε όλο τον παράλιο τόπο, έχοντας προσταγή στους κατοίκους να καλλιεργούν κυρίως ζαχαροκάλαμα και τεύτλα.
Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, αλλά το ίδιο και η εξυπνάδα της και η πονηριά της.

Ο λαϊκός θρύλος θέλει τον ξακουστό ήρωα Διγενή Ακρίτα να καταφθάνει μέχρι την Πάφο κυνηγώντας ένα Σαρακηνό εχθρό του. Όταν αυτός προσπάθησε να δραπετεύσει αποπλέοντας, ο Διγενής του έριξε μια μεγάλη πέτρα, -την πέτρα του Ρωμιού- και βύθισε το πλοίο του.
Στο πέρασμα του από τη Πάφο, συνάντησε τη Ρήγαινα την οποία ερωτεύτηκε παράφορα και αποφάσισε να την παντρευτεί.
Η Ρήγαινα δεν τον ήθελε για άντρα της, αλλά ούτε για εχθρό της. Με μαεστρική πονηρία του ζήτησε πως για να τον παντρευτεί, έπρεπε πρώτα να κάμει έναν άθλο, να κατορθώσει να κτίσει ένα  μακρύ αυλάκι που να φέρνει νερό από την Τάλα στους αγρούς της. Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση, και προς δυσαρέσκεια της Ρήγαινας κατάφερε να αποπερατώσει το δύσκολο έργο και να φέρει το νερό στα χωράφια της μέχρι τη Χλώρακα.
Μη θέλοντας να τον παντρευτεί όμως, αλλά φοβούμενη την οργή του, προσπάθησε να φύγει από την Πάφο. Οργισμένος ο Διγενής, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και της την έριξε. Η πέτρα ευρίσκεται μέχρι σήμερα  δίπλα στη δυτική πλευρά του αρχαίου θεάτρου της Κάτω Πάφου, και ονομάζεται η «πέτρα του Διγενή». Άλλοι λένε ότι πρόκειται για την Πέτρα του Ρωμιού, και άλλοι ότι πρόκειται για το νησί του Διγενή στην Πόλη της Χρυσοχούς…
Η Ρήγαινα αντιδρώντας στην οργή του καθώς ήταν δεινή και δυνατή πολεμίστρια, του έριξε το αδράχτι της, ένα μεγάλο πέτρινο κίονα από τσιόνι ύψους τεσσάρων μέτρων και διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου, το οποίον έπεσε σε ένα χωράφι της Χλώρακας κάτω από τη συνοικία του Μουττάλλου, και που μετέφεραν οι Τουρκοκύπριοι πριν λίγα χρόνια και το τοποθέτησαν στην αυλή του σχολείου τους και εκεί ευρίσκεται ακόμα.
Στη Χλώρακα στη παραλιακή περιοχή, μέχρι τη δεκαετία του ΄60 υπήρχαν μεγάλα μέρη του αυλακιού της Ρήγαινας, τα οποία όμως δυστυχώς, χαλάστηκαν από τους ανθρώπους για να κάμουν αναδασμό στα χωράφια τους. Σήμερα, μικρό μέρος από το αυλάκι σώζεται και ευρίσκεται ακριβώς πίσω από την τελευταία στάση των λεωφορείων στην τέλειωση της λεωφόρου Χλώρακας που οδηγά στη Κάτω Πάφου πριν την περιοχή Κτιστά ή Παλιόκαστρα, ονοματολογία της περιοχής που προεήρθε καθώς εκεί ήταν κτισμένο το παλάτι της Ρήγαινας.

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΟΙ ΤΡΕΜΙΘΚΙΕΣ ΤΗΣ ΖΗΝΑΣ
Οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τα σκότη της γης κάθε Χριστούγεννα, και γυρίζουν τα σπίτια των χωρικών ψάχνοντας να βρουν χοιρινό κρέας που πολύ τους αρέσει.
Μια φορά ένας καλικάντζαρος που δεν έβρισκε κρέας να φάει, Ντύθηκε τη μορφή ανθρώπου και χτύπησε την πόρτα ενός χωρικού ζητώντας του με πολλή επιμονή να του δώσει να φάει. Όμως ο χωρικός ένας σκληροτράχηλος χειροδύναμος γεωργός δεν του έδινε, αλλά και ο καλικάντζαρος δεν έφευγε και με πολλή θράσος ζητούσε κρέας χοιρινό να φάει. Οπότε ο χωρικός θυμωμένος πολύ από την επιμονή του, τον άρπαξε και τον έκαμε τουλούμι στο ξύλο. Ο καλικάντζαρος θέλοντας να τον εκδικηθεί, τον ρώτησε το όνομα του, ώστε αργότερα να επιστρέψει με άλλους καλικάντζαρους και να τον δείρουν. Όμως ο πονηρός χωρικός του είπε πως τον λένε Κανένας.
Πάει λοιπόν ο καλικάντζαρος και βρίσκει τους άλλους καλικαντζάρους, και τους είπε πως τον έδειρε ο κανένας και να πάνε όλοι μαζί να πάρουν εκδίκηση. Οι σύντροφοι του γέλασαν μαζί του νομίζοντας πως ήπιε κρασί και μέθυσε. Αυτός όμως επέμεινε τόσο πολύ, που τους νευρίασε, και για να ησυχάσουν τον έδεσαν σε μια τρεμιθιά έξω από το εκκλησάκι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου. 
Αφού πέρασαν τα Φώτα και έφυγαν οι καλικάντζαροι, δυστυχώς ξέχασαν τον φίλο τους δεμένο στην μεγάλη τρεμιθιά. Και έμεινε εκεί δεμένος για αιώνες να τον περιπαίζουν τα μικρά παιδιά, και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές να τους κάνει τις σκληρές δουλειές.
Αυτά μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας πως συνέβαιναν τα παλιά χρόνια, και πως ο καημένος καλικάντζαρος έμεινε για αιώνες εκεί δεμένος, να κάνει τις δουλειές των χωρικών και να τον περιγελούν τα παιδιά.
Στον τόπο εκείνο βλάσταιναν πολλές θεόρατες τρεμιθιές πολλών χιλιάδων χρόνων, ώσπου τον τόπο τον αγόρασε η Ζήνα Κάνθερ και τον δώρισε σε Χλωρακιώτες, οι οποίοι όμως τις έκοψαν για να κτίσουν διαμερίσματα και να ανοίξουν δρόμους. Όμως η μεγάλη τρεμιθιά που σε αυτήν ξέχασαν δεμένο τον σύντροφο τους οι καλικάντζαροι, στέκει εκεί να θυμίζει την παλιά ιστορία, αλλά και το μένος των ανθρώπων που για την ανάπτυξη και την πρόοδο τους δεν δίστασαν παράνομα να κόψουν τα αιωνόβια δένδρα. Η περιοχή από τότε ονομάζεται οι τρεμιθιές της Ζήνας.

ΤΑ ΜΗΛΑ
Τα μήλα είναι ο τόπος απέναντι του θεάτρου της Χλώρακας που εκτείνεται μέχρι τη περιοχή με την ονομασία Καπηρός. Είναι μια λαξιά ποταμού που ξεκινά από τις παρυφές του οροπεδίου της Χλώρακας. Το χειμώνα τεράστιες ποσότητες όμβριων υδάτων συναντούνται και πέφτουν από τον ψηλό γκρεμό σαν καταρράκτης πάνω στα μαλακά χώματα όπου με τον καιρό σχημάτισαν ποταμό που τα οδηγεί στη θάλασσα.
Ονομάστηκαν Μήλα εκ παραφθοράς, γιατί βλαστούν πολλές  κουρτουνιές που παράγουν στρογγύλους καρπούς όπως τα μήλα.
Είναι τόπος ανοιχτός προς τη θάλασσα, και πολλές ιστορίες υπάρχουν που διηγούνται για αερικά περάσματα ψυχών και φαντασμάτων που έχουν το διάβα τους από το μέρος. Υπάρχουν επίσης διηγήσεις ότι  έναν παλαιόν καιρό μέχρι πριν ένα αιώνα, ήταν τόπος καταραμένος όπου τα μεσάνυχτα ακούγονταν τα κογκήματα πεθαμένων, μέχρι που ένας καλόγερος περνώντας από το χωριό, έλυσε τα μάγια και ημέρεψε το μέρος.

Ο ΚΑΠΥΡΟΣ
Ο Καπυρός είναι ένας τόπος νοτιοδυτικά της Χλώρακας μετά τις Τρεμιθιές της Ζήνας, στα ριζά των υψωμάτων που συνορεύουν με τα Μήλα, αποτελώντας μια συνέχεια συμπεριλαμβανομένων των χωραφιών Χρυσοχός και παλιά Βρύση. Είναι τρεις τοποθεσίες τις οποίες καλύπτει κάποιο μυστήριο πέπλο, καθώς παλιά οι γονείς έλεγαν στα παιδιά ιστορίες που συνέβησαν παράξενες και φοβερές, άλλοτε φοβίζοντας τα να μην κάνουν αταξίες, και άλλοτε εξάπτοντας τη φαντασία τους ώστε να δημιουργούν παραμύθια ως αποτέλεσμα συμβάντων που έγιναν μιαν παλαιότερη εποχή, ή για πράγματα που ακόμα συνέβαιναν κάποιες σκοτεινές νύχτες όταν το φεγγάρι χανόταν και η σκοτεινιά τύλιγε το σύμπαν με τα άστρα πολύ ψηλά έτσι που το λίγο φως που αντανακλούσαν, να φέγγει ελάχιστα έως τη γης.  
Ονομάστηκε Καπυρός από τη λέξη πυρά, ένεκα του ότι ο ψηλός γκρεμός που έστεκε στην άκρια, αποτελείτο από πετρώματα που όταν ο ήλιος έγερνε να δύσει, αντανακλούσαν τις ακτίνες του δημιουργώντας αφόρητη πυρά. Και ενώ ήταν γεμάτος βλάστηση ένεκα πηγής που ανέβλυζε ολοχρονίς νερό και πότιζε το χώμα δημιουργώντας παραδεισένιο τοπίο, όταν τα απογεύματα ο ήλιος βουτούσε στη θάλασσα, οριζόντια οι ακτίνες του κτυπούσαν στα βράχια των γκρεμών που τις αντανακλούσαν, και κυριολεκτικά πύρωναν την ατμόσφαιρα που σκέπαζε τον Καπυρό.
Οι ιστορίες που έλεγαν ήταν πολλές, ανάλογα με τις ηλικίες των ανθρώπων που τις εξιστορούσαν και σε ποιους απευθύνονταν. Μια ιστορία ενθυμούμαι καλά που μου έλεγε η στετέ μου η Δεσποινού, ήταν πως εκεί κατοικούσαν πάουλλοι που έπαιρναν τα άτακτα παιδιά, καθώς και μια λόττα με τα κούνια που έβγαινε τις σκοτεινιασμένες χειμωνιάτικες νύχτες και άρπαζε τα μικρά παιδιά που δεν έπεφταν ενωρίς να κοιμηθούν, και τα έπαιρνε τροφή για τα παιδιά της. Όταν τα μωρά δεν κοιμόντουσαν και ο αγέρας σφύριζε παράξενα δημιουργώντας διάφορους ήχους, τους έλεγαν οι μαμάδες κι οι γιαγιαδες πως ηταν ο θόρυβος από τις κουδούνες που κρέμμοναταν στο λαιμό της λόττας και κουδούνιζαν όταν εβγαινε για να βρει τροφή, και πως έπρεπε τα μικρά παιδιά να σκουλληστούν το πάπλωμα και να κοιμηθούν, ώστε να μην τα βρει και τα πάρει μαζί της. Έτσι λοιπόν τα παιδιά σκεπαζόντουσαν και σιωπηλά προσπαθούσαν ενωρίς να αποκοιμηθούν, ώστε να μην τα ανακαλύψει το μεγάλο θεριό.

ΤΟ ΠΕΡΒΟΛΙ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ
Ο Χρυσοχός είναι ένα μικρό χωραφάκι ισα με μια βραχτη. Είναι πανω από την παλιά Βρύση, στην βορειοδυτική της μεριά. Εκεί τα παλιά χρόνια είχε το εργαστήρι του ένας τεχνίτης Χρυσοχόος. Παρ όλο που το χωριό ήταν μικρό μια σταλιά, εντούτοις προτίμησε τούτο τον τόπο και εγκαταστάθηκε, καθώς στην περιοχή μέσα στα χωράφια ανακατωμένα με το χώμα, υπήρχαν ψήγματα χρυσού που όταν οι αγρότες κάτοικοι όργωναν, κολλούσαν ανακατωμένα με χώματα πάνω στα ηνία των αρότρων, που ακολούθως πουλούσαν στον χρυσοχόο ο οποίος και τα επεξεργαζόταν.  Λέγεται πως στο μεγάλο σεισμό του 1443 το εργαστήρι χάλασε και μια μεγάλη πέτρα κύλησε και έκατσε εκεί που είναι σήμερα κτισμένο το εκκλησάκι του ο Αγίου Υπατίου, στην οποία οι κάτοικοι βαλαν ένα σιδερένιο κουτί όπου μέσα άναβαν ένα καντήλι και υμνούσαν τον Άγιο τον θεραπευτή των μικρών παιδιών που δεν μπορούσαν να περπατήσουν.Έδεναν στα πόδια του μωρού ένα ελαφρύ μικρού μήκους νήμα, και βαστώντας το από τα χέρια το βοηθούσαν να περπατά γύρω-γύρω ώσπου να σπάσει η κλωστή, οπότε και πίστευαν πώς το θαύμα θα γινόταν. Παλιοί κάτοικοι μαρτυρούν πως μέσα στον μεγάλο βράχο ήταν σκαμμένο ένα κούφωμα που έκλεινε με μια εφαρμοστή πέτρινη θύρα χωρίς να αφήνει σημάδια πως ήταν ένα ξένο σώμα, αλλά πως ήταν απλά ένα σχέδιο σκαλιστό στο βράχο. Πίσω από τη θύρα μέσα στο κούφωμα, ο χρυσοχόος φύλαγε τα χρυσάφια του, που όταν πέθανε έμειναν μέσα φλεγμένα, χωρίς κανείς να γνωρίζει το μυστικό. Όταν λοιπόν στο μεγάλο σεισμό η πέτρα κύλησε και στάθηκε δίπλα στην παλιά βρύση, ο Χατζηφίλιπος ο Τοκογλύφος νεαρός ακόμα, ανακάλυψε τυχαία τη μυστική θύρα και τα χρυσάφια που ήταν μέσα. Έτσι μ’ αυτό τον τρόπο έγινε πλούσιος, και αργότερα πλουσιότερος, αφού χρησιμοποιώντας αυτά τα πλούτη έγινε ο τοκογλύφος του χωριού.
Μια ιστορία λέει πως, μια φορά ένας Κύπριος αλχημιστής που ζούσε στην Βενετιά, επισκέφτηκε το μικρό εργαστήριο, και ο ιδιοκτήτης του το παραχώρησε για λίγες μέρες. Έμεινε μοναχός μέσα κλεισμένος χωρίς να βγαίνει έξω καθόλου, παρά μόνο έδωσε μήνυμα στους ζευγολάτες να του φέρνουν όσα χώματα κολλούσαν στα ηνία όταν όργωναν στην περιοχή εκείνη.Όταν πέρασαν μέρες, έπαυσε να δίνει σημεία ζωής, οπότε κάποιοι χωριανοί δειλά, άνοιξαν την πόρτα να δουν μήπως έπαθε κάτι. Το καμαράκι ήταν άδειο, αλλά πάνω στο τραπέζι βρήκαν αφημένο ένα ψωμί από χρυσάφι. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει γιατί φεύγοντας μυστικά άφησε το χρυσό ψωμί. Κάποιοι είπαν πως ίσως το άφησε ως παρακαταθήκη για να θαυμάσουν οι κάτοικοι τη δόξα του, καθώς ως σπουδαίος Αλχημιστής, ζύμωνε ψωμιά από πηλό, και ακολούθως τα μετέβαλλε σε χρυσάφι.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΗΣ
Μια φορά τον παλαιό καιρό κοντά στην πόλη της Πάφου ήταν η κοινότητα της Χλώρακας που είχε τα σπίτια κτισμένα στα ψηλώματα του χωριού λίγο μακρύτερα από την εύφορη παραλιακή πεδιάδα. Τα καλοκαίρια οι κάτοικοι έστηναν πρόχειρα καταλύματα και έστρωναν κάτω από τα δένδρα και κοιμόντουσαν εκεί στην ύπαιθρο την εύφορη γη, ώστε με το χάραμα του φού να ποτίζουν τα χωράφια τους πριν αρχίσει η κάψα του πρωινού. Ένα χωράφι στην τέλειωση του χωριού που αρχινά η Κάτω Πάφος, ονομάζεται το χωράφι της Φιλόξενης. Η Φιλόξενη ένα παλαιό καλοκαίρι έστησε το πρόχειρο υποστατικό της  για να καλλιεργήσει και να ρεντέψει (φυτέψει).
Στην άκρη του χωραφιού της ήταν κτισμένο το Καμαρούϊ, μια αρχαία βρύση που έβγαζε κρυστάλλινο νερό και πότιζε σχεδόν όλα τα χωράφια του κάμπου. Μπροστά από τη βρύση περνούσε ένας στενός αμαξιτός δρόμος που οδηγούσε στην Κάτω Πάφο. Όλοι οι περαστοί διαβάτες από τα δυτικά χωριά σταματούσαν εκεί να ξεδιψάσουν και να ξαποστάσουν. Η Φιλόξενη τους φιλοξενούσε, ήταν μια ευγενική γυναίκα, ήταν γι αυτό που της κόλλησαν το ομώνυμο όνομα. 
Εκείνη την ημέρα ένα μικρό καραβάνι σταμάτησε στη βρύση. Η Φιλόξενη τους καλωσόρισε και τους κάλεσε  να τους φιλέψει. Τους τράταρε καφέ με γλυκό, και αφού οι διαβάτες ξαπόστασαν, συνέχισαν τον δρόμο τους. 
Μαζί με τα άλλα ζώα της η Φιλόξενη είχε ένα μικρό μουλούι (μουλάρι από διασταύρωση αλόγου και γαϊδάρας) που ύστερα από κάμποση ώρα που έφυγαν, παρατήρησε ότι έλειπε. Νόμισε η άμοιρη, ότι ακολούθησε τα ζώα του καραβανιού και έτρεξε στο κατόπι τους ώσπου τους πρόλαβε και γύρεψε το ζώο της. Δεν το βρήκε, δεν ήταν μαζί τους, και κάποιος από τους διαβάτες που την είδε μαραζωμένη, της είπε να μην απελπίζεται, και να στραφεί πίσω να ψάξει στα φωτιστικά της περιοχής γιατί μπορεί να έπεσε μέσα και να το προλάβει ζωντανό.
«Μα πως είναι δυνατόν να έπεσε σε φωτιστικό και να είναι ακόμα ζωντανό;» είπε η Φιλόξενη. 
Ευχαριστημένη έμεινε και η Φιλόξενη που πιστεύοντας ότι το μουλούι της βρίσκεται εν ζωή, στράφηκε τρεχάτη πίσω να ψάξει σε όλους στους λάκκους να το βρει.  Όταν έφτασε στον τόπο της καθώς ήταν ποσταμένη (κουρασμένη) και διψασμένη,  έσκυψε στη Βρύση, ήπιε νερό, και τι άδικο, για ένα μουλάρι, έσκασε από το νερό και πέθανε… 
Το μικρό ζώο είχε πέσει σε φωτιστικό (λάκκο) του λαγουμιού της Βρύσης, και πνίγηκε. Ύστερα από 40 χρόνια όταν ένας χωριανός κατέβητε να καθαρίσει το φωτιστικό, βρήκε τα κόκαλα του μικρού ζώου, που ακόμα μύριζε άσχημα, δεν είχε λιώσει μέσα στο νερό που βρισκόταν. 

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΑΛΗΠΑΤΟΥΣ
Ήταν μια φορά στη Χλώρακα μια μικρή ορφανή που την έλεγαν Πατού και ζούσε μόνη σε ένα μικρό σπιτάκι κτισμένο σ ένα μικρό χωραφάκι όπου μέσα είχε βλαστημένες τρεμιθιές, τερατσιές, και βελανιδιές.
Ήταν 15 χρονών και για να ζήσει μάζευε τεράτσια και έφτιαχνε τερατσόμελο, τρεμίθια και έφτιαχνε τρεμιχόλαδο, καθώς και βελανίδια ως τροφή για τα ζώα. Φύτευε και λίγα χόρτα και οπωρικά που τα πότιζε από την βρύση του χωριού, και όλα αυτά, τα πωλούσε στις καλές γειτόνισσες που με ευχαρίστηση τα αγόραζαν, ώστε τοιουτοτρόπως τη βοηθούσαν να ανταπεξέρχεται λίγο τη μεγάλη της φτώχεια. Διαβιούσε φτωχικά και με δυσκολία, αλλά ήταν τίμια και καλή χριστιανή. Ήταν πολύ όμορφη και όλοι την συμπαθούσαν, όμως είχε και αυτή σεβασμό στους μεγαλυτέρους της και τιμούσε όλους τους χωριανούς. Στον εύκαιρο της καιρό επισκεπτόταν τις χωριανές νοικοκυρές, και πρόθυμα προσφερόταν να τις βοηθήσει στις οικιακές τους εργασίες. και αυτές όμως την βοηθούσαν καθώς πολύ την αγαπούσαν, και επιπλέον την συμβούλευαν. Την συμπαθούσαν, ήθελαν γι αυτήν μια καλύτερη μοίρα και της εύχονταν να βρει ένα καλό παλικάρι να παντρευτεί, και έτσι να νοικοκυρευτεί.
Ήταν και ένας μικρέμπορας, που τον έλεγαν Αλή. Είχε μαυριδερό πρόσωπο και ήταν φανερό πως ήταν Άραβας. Είχε έρθει μια μέρα με ένα φορτηγό πλοίο στο λιμάνι της Κάτω Πάφου, και εγκαταστάθηκε για πάντα στη πόλη του Κτημάτου. Έφερε μαζί του ψιλικά λογιών ειδών, και έκαμε το επάγγελμα του Γυρολόγου.
Με τον καιρό κέρδισε πολλά χρήματα, και καθώς ήταν καλός νοικοκύρης, τα επένδυε αγοράζοντας γην εις το χωρίον της Γεροσκήπους δημιουργώντας αργά και με τον καιρό, ένα μεγάλο τσιφλίκι. Ύστερα προσέλαβε πολλούς μισταρκούς, εφύτευσε φυτείες και ασχολήθηκε με την καλλιέργεια της γης. Με αυτό τον τρόπο πρόκοψε και έγινε εύπορος και νοικοκύρης.
Μα πριν γίνει άρχοντας, όταν ακόμα γυρολογούσε και περνούσε από την Χλώρακα, μέσα στην καρδιά του έβαλε την όμορφη φτωχή κόρη. Όμως, καθώς και αυτός πολύ φτωχός, δεν τόλμησε καμιά φορά να της φανερώσει την αγάπη του.
Μα ύστερα από κάμποσο καιρό, μια Κυριακή που τέλειωσε η λειτουργία στην εκκλησιά και πολλοί χωριανοί κάθονταν στον καφενέ, από μακριά στη στράτα φάνηκε ένα ψηλό άλογο που το καβαλίκευε ένας νεαρός με την καλή του φορεσιά που έδειχνε αρχοντιά, να έρχεται προς το χωριό.
Οι φτωχοί χωρικοί το αντίκρισαν με περιέργεια να έρχεται και να ξεπεζεύει, να δένει το ζώο και να κατευθύνεται στον καφενέ και εγκάρδια να τους χαιρετά.
Έκπληκτοι αναγνώρισαν τον παλιό πραματευτή τον Αλή έναν άρχοντα πλέον καθώς φαινόταν, και που ήρθε να τους επισκευθεί.
Όμως για να μην τα πολυλογούμε, ο άρχοντας Αλής, είχε έρθει στο χωριό για να γυρέψει γυναίκα του την όμορφη Πατού. Και έγιναν οι γάμοι, στρώθηκαν τρικούβερτα τραπέζια, και γιόρτασαν όλοι, και χάρηκαν όλοι για την καλή τύχη της ορφανής.
Ύστερα η Πατού έφυγε με τον άντρα της και έμεινε το χωράφι της έρημο, ακαλλιέργητο, τα τρεμίθια και τα τεράτσια έμειναν πάνω στα δένδρα, όμως μέχρι σήμερα έμεινε το όνομα ως «χωράφι της ΑληΠατούς. Είναι αληθινή ιστορία, και το χωράφι της Αληπατούς, ευρίσκεται στην οδό Νικόλα Πενταρά και Αντώνη Χ΄Αχχιλλέα, 200 μέτρα από την παλιά βρύση του χωριού.  

Ο ΜΕΛΑΝΟΣ
Είναι ένας υπερυψωμένος τόπος στα νότια σύνορα της Χλώρακας προς τη μεριά της Κάτω Πάφου. Τα πετρώματα του είναι στο σύνολο τους από μέλανο, εξ ου και το τοπωνύμιο του.
Όμως μια παλιά ιστορία λέει πώς όταν τα χρόνια εκείνα που η δουλεία υπήρχε ως θεσμός σε όλους τους πολιτισμούς του κόσμου, και πήγαζε από την ανάγκη εξεύρεσης εργατικού και αγροτικού δυναμικού, καθώς και άλλων αναγκών, και η υποδούλωση των ανθρώπων θεωρείτο επί δεκάδες αιώνες μια απόλυτα νόμιμη κατάσταση κατά την οποία δούλοι ή σκλάβοι αντιμετωπίζονταν ως αντικείμενα και η μεταχείριση τους στη σκληρή εργασία ήταν μέχρι θανάτου, έτσι και η Κύπρος δεν εξαιρέθηκε του κανόνος, και κατά τη διάρκεια των αιώνων, ο φτωχός πληθυσμός ως υπόδουλοι κάτοικοι, υπήρξαν σκλάβοι. Καθώς όμως μικρός ο πληθυσμός, οι τσιφλικάδες και οι ιδιοκτήτες των λατομείων του χαλκού, χρησιμοποιούσαν νέγρους σκλάβους τους οποίους εφοδιάζονταν από δουλέμπορους που τους έφερναν με τα πλοία.
Στην Πάφο το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε να συμβαίνει εις μεγάλο βαθμό κατά τον 12ο αιώνα, όταν οι Φράγκοι κατακτητές μοίρασαν τη γη σε φεουδάρχες, οι οποίοι ησχολήθησαν με την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμων και τεύτλων για την παραγωγή ζάχαρης την οποίαν εξήγαγαν στις γειτονικές χώρες της Ευρώπης.
Στη Πάφο η περιοχή της Μάας έως την Πέτρα του Ρωμιού, ήταν μια απέραντη πεδιάδα την οποίαν καλλιεργούσαν και έσπερναν με τεύτλα μέχρι την εποχή των Ρηγάδων. Απόδειξη περί τούτου, αποτελεί το αυλάκι της Ρήγαινας που τα απομεινάρια του ακόμα ευρίσκονται στη Χλώρακα, και το οποίο χρησίμευε για να φέρνει νερό από τα λουτρά του Άδωνη, και να ποτίζεται ο κάμπος από τη Χλώρακα μέχρι το κάστρο της Πάφου.
Στη Χλώρακα λοιπόν μια παλιά εποχή, οι σκλάβοι ξεσηκώθηκαν να δραπετεύσουν μη αντέχοντας άλλο τη σκληρή δουλεία. Γνωρίζοντας πώς θα βρουν το θάνατο με την εξέγερση τους, εντούτοις προτίμησαν αυτού του είδους τη λύτρωση από την απάνθρωπη μεταχείριση που τύχαιναν από τον αφέντη τους ο οποίος ήταν ένας πολύ σκληρός φεουδάρχης. Τους κυνήγησε μέχρι το ύψωμα που δεσπόζει πέρα από τον κάμπο, και εκεί τους κατάσφαξε όλους, θέλοντας τοιουτοτρόπως να δώσει ένα παράδειγμα. Το αίμα έτρεξε ποτάμι και πότισε όλη τη γη, και συνέχισε να ρέει μέχρι τη θάλασσα η οποία βάφτηκε με μελανί χρώμα όπως και η γη που ποτίστηκε και χρωματίστηκε παίρνοντας όψη μελανή. Από τότε ο χερσαίος τόπος της άγριας σφαγής, ονομάστηκε από τους ντόπιους Μέλανος και η θάλασσα Μελανούθκια, καθώς η γη στη στεριά και στη θάλασσα, έμεινε βαμμένη σε χρώμα μελανί από το αίμα των σκλάβων με το οποίο ποτίστηκε.