ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ
Η Χλώρακα είναι κτισμένη στα δυτικά της πόλης της Πάφου και ευρίσκεται σε υψόμετρο 50 μέτρων από το γιαλό. Είναι τοποθετημένη σε οροπέδιο ως σε μπαλκόνι με απεριόριστη θέα όλο τον ορίζοντα της θάλασσας που χάνεται στα βάθη του πελάγου της Μεσογείου. Κάθε δείλι η θέα του ήλιου που χρυσίζει τα γαλανά νερά της θάλασσας την ωρα που γέρνει να δύσει, είναι εξαιρετική και μοναδική .
Στην άλλη πλευρά έχει ολόκληρη βουνοσειρά που στα ριζά της έκτισαν οι άνθρωποι από ανατολής μέχρι δύσης τα χωριά της Έμπας, της Λέμπας και της Κισσόνεργας, ενώ από την γραφική πλατεία με το μπόλικο πράσινο και τα γραφικά καφενεδάκια φαίνονται τα βαπόρια πανω στη γραμμή του ορίζοντα που πλέουν και ταξιδεύουν πανω στην άκρη της θάλασσας.
Είναι ένας τόπος με όμορφες παραλίες και έντονες αντιθέσεις. Με παλιά και μοντέρνα κτίρια, με φυσικό περιβάλλον, με κουλτούρα που συνδυάζει Ελλάδα, Ευρώπη και Ανατολή, με πολλά ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπυραρίες, καφενεία, αλλά και με φιλόξενους κατοίκους. Έχει για κύρια χαρακτηριστικά τις παραλίες με τους απόκρημνους βράχους, τα κρυστάλλινα καταγάλανα νερά, και τις χρυσές αμμουδιές. Όλο το χωριό είναι ένα μπαλκόνι στη Μεσόγειο με βραχώδεις πλαγιές, τρεμιθιές, δρύες, και καταπράσινες λαγκαδιές . Είναι μια τέλεια τοποθεσία που ποτέ δε χάνει τη γοητεία και τη θελκτικότατα της. Κουρνιασμένη στην δυτική γωνιά της Κύπρου είναι ένα στολίδι με πολλη ιστορία και φημισμένους ανθρώπους.
Σήμερα η Χλώρακα δεν είναι όπως παλιά. Οι τόποιγέμισαν με διαμερίσματα και ξενοδοχεία. Οι αγροί και τα χωράφια εγκαταλειφθήκαν και το πράσινο των δένδρων έμεινε λιγοστό. Οι παραλίες γέμισαν ξενοδοχεία και τα νερά της θάλασσας έγιναν γκρίζα από τα λύματα των ξενοδοχείων που ρίχνονται σ αυτήν, ενώ η θαλάσσια χλωρίδα και η πανίδα καταστράφηκε ανεπανόρθωτα.
Οι σημερινές γενιές μετά τον ΄74 ενώ παρέλαβαν αλώβητη παρθένα γη από τους πρόγονους τους, εχουν να παραδώσουν στους απογόνους τους παραμορφωμένα τοπία γεμάτα τσιμεντένια κτίρια και αποψιλωμένες από άγρια βλάστηση περιοχές.

Οι πληροφορίες για τις ρίζες καταγωγής των κατοίκων οδηγούν έως τα μέσα του 18ου αιώνα που καταδεικνύουν ότι ολόκληρη η κοινότητα αποτελείται από απογόνους ορισμένων οικογενειών που συγγένεψαν μεταξύ τους και από αυτούς προέρχονται όλοι ανεξαιρέτως οι σημερινοί κάτοικοι της Χλώρακας. Οι οικογένειες αυτές που αποτέλεσαν τη βάση του αρχικού γενεαλογικού δένδρου της σημερινής κοινότητας, είναι οι Χ’ Τσιυρκακός Σιαμμάς (1840), Κωσταντής Πενταράς (1850 – ζούσαν πρόγονοι του στη Χλώρακα από το 1800, αλλά το επίθετο Πενταρας ξεκινά με τον Κωνσταντή), Γιωρκής Κόμπος Ταπακούδης (1860), Χριστόδουλος Αζίνας (1873), Χριστόδουλος Λαούρης και Ευστάθιος Κυρηνέας, αδέρφια (1890) 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
1946 κάτοικοι 877
1960 κάτοικοι 1117 
1982 κάτοικοι 1470
 
1992 κάτοικοι
 2032 
2001 κάτοικοι
  3201  
2011 κάτοικοι 5340
Βρίσκουμε το όνομα της Χλώρακα ως FLORAKAS σε Βενετικούς χάρτες του 1400 όπως αναφέρει σε βιβλίο του ο Χρίστος Μαυρέσης. Προφορικές όμως πληροφορίες μαρτυρούν ότι παλαιότε ρα ονομαζόταν Πραστιόριζο ή Πρασκίουρο, που σημαίνει πράσινη ουρά, μια εννοιολογία που προήρθε από το σχήμα που καταλάμβανε η σειρά των σπιτιών πάνω στην άκρια του οροπεδίου, ενώ στη βάση του είχε χώματα γόνιμα που βλάσταιναν θεόρατοι δρύες, βελανιδιές και τρεμιθιές που σχημάτιζαν μια μακριά πράσινη ουρά.
Οι πρώτοι κάτοικοι ήσαν  βοσκοί και γεωργοί που έκτισαν τα σπίτια και τις μάντρες τους στις παρυφές του οροπεδίου για να επιβλέπουν την θάλασσα όταν συνέβαιναν επιδρομές από  Πειρατές και Σαρακηνούς, ώστε να έχουν τον καιρό να κρύβουν τα υπάρχοντα τους. Τα πρώτα σύνορα της κατοικημένης περιοχής ξεκινούσαν από τα υψώματα μετά την σημερινή οδό Χατζηφιλίππου, και τελείωναν στα υψώματα της Λέμπας, στη περιοχή του Προϊστορικού συνοικισμού.
Όσο η κοινότητα πλήθαινε από κατοίκους, μη θέλοντας να κτίσουν τα σπίτια τους και να χαλάσουν την εύφορη γη οποίαν καλλιεργούσαν και εκτινόταν κάτω από το οροπέδιο, μετοίκιζαν σιγά προς τα ενδότερα του οροπεδίου όπου η γη ήταν καυκάλλα και πάνω της φύτρωνε άγρια βλάστηση κυρίως σχοινιές και αρκόσσιηλλες και που ολόχρονα ήταν βλαστημένες και χλωρές. Ένεκα της χλωρής καυκάλλας γης λοιπόν, έμεινε το ομώνυμο όνομα Χλώρακα.

ΤΑ ΠΡΟΤΕΙΝΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Οι περιουσίες των κατοίκων έφταναν μέχρι τον φάρο της Κάτω Πάφου, ανέβαιναν στις παρυφές της πόλεως του Κτημάτου (στα σημερινά Κάτω Περιβόλια), άγγιζαν τις Παρυφές του οροπεδίου του Μουττάλλου, και έφταναν ως τα σημερινά Διπλαρκάτσια. Από εκεί ακολουθώντας το σημερινό δρόμο της Έμπας μέχρι το δημοτικό σχολείο, γύριζε προς τη Κισσόνεργα όπου λίγο πριν τη περιοχή Ζιλιχός, τέλειωναν τα σύνορα της Χλώρακας.
Είναι φανερό λοιπόν, πως παλαιότερα και η περιοχή της Λέμπας, ήταν χώματα της Χλώρακας.
Αποδείξεις περί αυτής της πραγματικότητας, αποτελούν μαρτυρίες και γεγονότα όπως,
Α) Όλες οι αναφερόμενες αυτές περιουσίες έκτος όσες ανήκουν στην κοινότητα της Λέμπας, μέχρι πρότινος (1960-70) ανήκαν με επίσημους τίτλους ιδιοκτησίας σε κατοίκους Χλώρακας.  
Β) Επί κοινοταρχίας Γιωρκάτζιη άλλως Γιωρκακούιν (1913 – 1923), το1920 μεγάλη πυρκαγιά κατέκαυσε την περιοχή από την σημερινή Λεωφόρο Μακαρίου και άνω. Απο έρευνες της Αποικιακής κυβέρνησης, απεδόθη σε κακοβουλία. Όταν επρόκειτο για κακόβουλη ζημία και δεν ευρίσκετο ο ένοχος, την ζημία καλείτο να πληρώσει η κοινότητα. Σε αυτή την περίπτωση επειδή ο κακόβουλος εμπρηστής δεν βρέθηκε, η αποικιοκρατική κυβέρνηση απαίτησε το ποσό των οκτώ λιρών να πληρωθεί από την κοινότητα  της Χλώρακας ως πρόστιμο, διότι όλα τα χωράφια στην περιοχή ανήκαν σε Χλωρακιώτες. Ο κοινοτάρχης της Χλώρακας ο Γιωρκάτζιης, ηρνήθη να πληρώσει με δικαιολογία ότι η περιοχή δεν ανήκε στην κοινότητα της Χλώρακας, αλλά της Έμπας. Η κοινότητα της Έμπας απεδέχθη αυτή την κατάσταση, πλήρωσε το πρόστιμο.

Γ) Όταν μετά από δεκαετίες ο κοινοτάρχης Έμπας, ζήτησε από τον Έπαρχο Πάφου να χαρτογραφηθεί η περιοχή αυτή ως μέρος της  Έμπας, ο έπαρχος Πάφου ενημέρωσε τον κοινοτάρχη Χλώρακας Ιωάννη Λιασίδη, και τον συμβούλευε να κάμει αίτηση όπως αυτή η περιοχή μαζί με τις άλλες της κάτω Πάφου και των Κάτω Περιβολιών χαρτογραφηθούν ως Χλώρακα εφ όσον όλες οι περιουσίες άνηκαν σε Χλωρακιώτες κατοίκους. Ο κοινοτάρχης Χλ’ωρακας όμως, μη γνωρίζοντας τα απαιτούμενα γράμματα και γνώσεις, ολιγώρησε και δεν το έπραξε, τοιουτοτρόπως τα εδαφη αυτά χαρτογραφηθηκαν στις γύρω κοινοτητες της Έμπας και της πόλεως της Πάφου.


ΙΣΤΟΡΙΑ

Για την ιστορία της κοινότητας δεν έχουμε πληροφορίες που να μας παίρνουν σε βάθος χρόνου, καθ ότι κανείς δεν άφησε γραπτά κείμενα και όσα είναι γνωστά, είναι από θύμισες γερόντων που και αυτοί τα έμαθαν από λόγο σε λόγο.

Η πρώτη φορά που κατεγράφησαν ολοκληρωμένες πληροφορίες για την κοινότητα ήταν το 2003 από τον συγγραφέα Χρίστο Μαυρέση που σε μια καλογραμμένη έκδοση βιβλίου του με τίτλο «Χλώρακα Ιστορική και Λαογραφική μελέτη», αποτέλεσε την πρώτη τεκμηριωμένη μελέτη και καταγραφή της ιστορίας της Χλώρακας. Στην Ιστορική του επισκόπηση για το χωριό, αναφέρει:

«Το χωριό Χλώρακα είναι συνεχιστής παλαιότερων συνοικισμών, ενώ τα διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν κατά καιρούς, μαρτυρούν πολύ παλαιό συνοικισμό από τα μέσα της 4ης  χιλιετηρίδας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η εύφορη περιοχή του χωριού υπαγόταν διοικητικά κατά την αρχαιότητα στο Βασίλειο της Πάφου. Βρέθηκαν επίσης ίχνη και κατάλοιπα των Βυζαντινών και των Μεσαιωνικών χρόνων. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Χλώρακα ήταν φέουδο. Κατά την περίοδο αυτή ίσως εγινε η παραφθορά της αρχικής ονομασίας του χωριού».

Είναι φανερό ότι η ιστορία της Χλώρακας ξεκινά από την λίθινη εποχή, όμως ίσως ήταν μικρό και ασήμαντο μέρος για να ασχοληθεί κάποιος ιστορικός και να καταγράψει οτιδήποτε σχετικά με το ιστορικό της.

Σε γραπτά κείμενα συναντούμε καταγραμμένη μια αναφορά από τον ηγούμενο Μαχαιρά Γρηγόριο το 1945  περί ενός θλιβερού περιστατικού που συνέβηκε στα ανοιχτά της θάλασσας της Χλώρακας το 1810, όταν ένεκα σφοφρής θαλασσοταραχής, επιβατικό πλοίο γεμάτο πλούσιους επιβάτες που έπλεε για τους Αγίους Τόπους, έπεσε στις ξέρες του «Φουρφουρή», και βουλιάζοντας πνίγηκαν όλοι, μεταξύ αυτών η σύζυγος και το μικρόν παιδί του δραγουμάνου της Κύπρου Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος.

 «Φουρφουρής» είναι η ξέρα που ευρίσκεται σε απόσταση ενος χιλιομέτρου απο την ακτή της παραθαλάσσιας περιοχής «Δήμμα» και είναι καταγραμμένη στους επίσημους χάρτες της Κυπριακής Δημοκρατίας με αυτό το όνομα, και πανω τους είναι σφηνωμένο το πλοίο «‘Άγιος Δημήτριος» το οποίον αποτελεί σήμα κατατεθέν της Χλώρακας, που από τα βάθη του πέλαου ή από ψηλά στον αέρα αεροπορικώς, μπορεί κάποιος  να εντοπίσει και να καταδείξει την Χλώρακα.

Κατά άλλους, Φουρφουρής είναι η μικρή  χερσόνησος στην  παραθαλάσσια περιοχή της «Βρέξης» που στην άκρη της μέσα στη θάλασσα υπάρχει σπηλιά, που όταν έχει τρικυμία τα κύματα σκεπάζοντας την και ξεσκεπάζοντας της, συμπιέζουν τον αέρα μέσα στη σπηλιά και δημιουργούν ένα θόρυβο  φφφ, δηλαδή φουρφουρίζει. Έτσι και ο βράχος αυτός ονομάστηκε νησί του «Φουρφουρή». Όταν συνέβαινε αυτό το φαινόμενο αλλά ταυτόχρονα νότια της θάλασσας γέμιζε και κατέβαζε ο καιρός, τότε πάντα έβρεχε. Γι  αυτόν τον λόγο, πήρε η περιοχή την ονομασία "Βρεξη". Περί της τοπωνυμίας αυτής, βρίσκουμε σε δημοσίευμα στο περιοδικό "Πάφος" έκδοσης 1942 από τον  αρθρογράφο Χρ. Λίβα, να αναφέρει τα εξής:

«Άμα χτυπά το Φερφουρίν για τρεις ώρες για τρεις ημέρες έσιει νερά. Η λέξη Φερφουρίν είναι όνομα ενός άλλου νησιού που βρίσκεται προς την παραλια του χωριού Χλωρακας. Η λέξη χτυπά αναφέρεται στον υπόκωφο κρότο της θάλασσας που κάνει χτυπώντας προς τον Φερφουρίν. Η παρατήρηση αυτή γίνεται το φθινόπωρο προς το χειμώνα, συνήθως νύχτα. Οι κάτοικοι της χαμηλής πιστεύουν ότι όταν αστράψει από τη διεύθυνση του νησιού εκείνου θάρθη βροχή, το πολύ σε τρεις μέρες. Η ορθότητα της παρατήρησης αυτής διαφαίνεται κι από την ακόλουθη. -Άμα αστράφτει συχνά το Φερφουρίν, σε τρεις ώρες έχουμε νερά.  Άμα αστράφτει αργά σε τρεις ημέρες. Α ‘μμα στράφτει του Τσιύκκου αννίει ο τζιαιρός-. Η φράση του Τζιύκκου εδώ εννοείται η διεύθυνση προς τη βουνοκορφή της μονής Κύκκου)».

Άλλη αναφορα καταγραμμένη για τη Χλώρακα, βρίσκουμε στο βιβλίο του Ιερώνυμου Περιστιάνη «Ιστορία των Ελληνικών γραμμάτων»:   
«Προ της Αγγλικής Κατοχής δεν έλειτούργησε Κοινο­τικόν Σχολείον, άλλ' ούτε καί ίδιωτικόν κοινοτικόν τοιούτον, και ο λόγος είναι διότι ή κοινότης πρό της Κατοχής ήτο πολύ μικρά.

Ό Σοφοκλής Χατζή Γεωργίου, ετών 65 ο δούς ημίν τας πληροφορίας, έμαθε τα Κοινά γράματα, ήτοι Παιδαγωγίαν, Οκτώηχον καί Απόστολον παρα τω αδελφώ του Χριστοδούλω Χ' Γεωργίου φοιτών έν οικία του εν ηλικία 12 ετών, ήτοι τω 1877. Εν καιρώ γεωργικών εργασιών ήκολούθει τον διδάσκαλον εις τους αγρούς του και ο μαθητής καθήμενος εν τω μέσω του αγρού, εν ω ο διδάσκαλος ησχολείτο, ανεγίγνωσκεν ή απεστήθιζε το μάθημα του και ό διδάσκαλος διώρθωνε τα λάθη του. Εφοίτησεν ούτω επί 4 - 5 έτη ότε και ηδύνατο να λέγη τον Απόστολον επ' εκκλησίας με το εκκλησιασηκόν ύφος. Άλλοι μαθηταί δεν εφοίτησαν εις τον αδελφόν του. Δεν ενθυμείται άλλον να διδάξη εις σχολείον εν τω χωρίω του, αλλ' όσοι εγνωριζον τα Κοινά εδίδασκον μόνον τους συγγενείς των».

Τέλος, στο βιβλίο του " Πόλεις και χώριά της Κύπρου" ο λαογράφος και μελετητής Νέαρχος Κληρίδης, αναφέρει:

"Είναι κτισμένος στά βορειοδυτικά του Κτήματος και σέ απόσταση 1½  αγγλικού μιλίου. Το όνομα του έγινε γνωστό, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και στην Ελλάδα, γιατί εκεί αποβιβάστηκε μια νύχτα του φθινοπώρου του 1954 ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής, κι άρχισε την οργάνωση της ΕΟΚΑ για την απελευθέρωση της Κύπρου. 
Βρίσκεται σε μικρήν απόσταση από τη Θάλασσα και είναι συνεχιστής παλαιοτέρων συνοικισμών που υπήρχαν στην περιοχή του κι εξαφανίστηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Τάφοι προχριστιανικοί με το όνομα Ελληνόσπηλιοι και διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα, λίθινα εργαλεία, αξίνες, θραύσματα αγγεία, τα οποία μπορεί κανείς να συναντήσει εδώ κι εκεί στην επιφάνεια του εδάφους, μαρτυρούν πολύ παλαιόν συνοικισμό από τα μέσα τής 4ης χιλιετηρίδας π.Χ.
 
Παράξενη όμως παραμένει η ονομασία του συνοικισμού αυτού, για την οποίαν δεν ασχολήθηκαν οι ειδικοί μέχρι σήμερα. Αν ονομάστηκε Χλώρακας από την πλούσια χλωρίδα (πρασινάδα) που υπήρχεν εκεί όταν πρωτοκτίστηκε ο συνοικισμός, δεν είναι βέβαιο και μπορεί να θεωρηθεί η ετυμολογία αυτή μάλλον παρετυμολογία, επειδή δέν συμφωνά με την προφορά. Αν η περιοχή ήταν τέτοια ώστε να είναι καταπράσινη χειμώνα-καλοκαίρι, δέν θά μπορούσε να ονομαστεί Χλώρακας (τόπος πρασινισμένος), αλλά Γλώρακας, (επειδή οί Κύπριοι λένε πάντα τό χλωρό, γλωρόν). Αν πάλιν ήταν τόπος ανθοστόλιστος κι ονομαζόταν Φλώρακας, δεν μπορεί κανείς να το αποδείξει. Όμως μπορεί να σχηματίστηκε το όνομα από το Φλώρακας, γιατί τα φ στην Κυπριακή εναλλάσσεται μέ τα χ: χωράφι-φωράφι, φορεί-χωρεί"

ΤΑ ΥΔΑΤΑ
Τη σημασία του ζωογόνου νερού συναντούμε στους μύθους των λαών που έχοντας πλήρη επίγνωση της ζωοδόχου σημασίας του το τίμησαν και το ανέδειξαν ως θεότητες θέλοντας να το εξευμενίσουν. Ανέπτυξαν θρύλους και δημιούργησαν ιστορίες και δοξασίες καθώς και παραδοξολογίες, αφού ήταν το πολυτιμότερο αγαθό που θέλοντας οι άνθρωποι πρώτοι να έχουν ρόλο και λόγο επ αυτού, δημιούργησαν δεισιδαιμονίες και φοβίες για ανεράδες και δράκους θέλοντας να το προστατεύσουν.
Στους μύθους όλων των λαών το νερό αποτέλεσε στοιχείο έμπνευσης και διανόησης, ευρηματικότητας, επινοητικότητας και καλλιτεχνικής φαντασίας καθώς και δημιουργικής πνοής που τους βοήθησε να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν κυρίως βρύσες που ως σήμερα παραμένουν δείγματα αρχιτεκτονικής παράδοσης και κουλτούρας.
Σε όλα τα μέρη όπου υπήρχε τρεξιμιό νερό, έκτιζαν βρύσες οι οποίες συνήθως ήταν δημόσιες, ώστε να τις χρησιμοποιούν όλοι πλούσιοι και φτωχοί, καθώς το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για τη ζήση του ανθρώπου, και ένεκα αυτού, πολλοί αιματηροί πόλεμοι έχουν συμβεί στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Οι Βρύσες
Στη Χλώρακα σώζονται τρεις παλιές βρύσες ο «Πύρκος» (ευρίσκεται νοτιοανατολικά του παρεκκλησίου του Αρχαγγέλου Μιχαήλ), το «Καμαρούϊ» (ευρίσκεται στη λεωφόρο Χλώρακας που οδηγά στην Κάτω Πάφο, στη δεξιά μεριά 1000 μέτρα πριν την τέλειωση των συνόρων),  και η «Βρύση» (ευρίσκεται στο κέντρο της κοινότητας).
Εξ αυτών όμως, μόνο η τελευταία σώζεται επ ακριβώς όπως κτίστηκε πριν εκατοντάδες χρόνια.
Λίγα μέτρα από την κεντρική πλατεία της κοινότητας στην πλευριά μεριά ενός χειμάρρου με πυκνή βλάστηση, σε ένα τόπο που πριν ήταν καταπράσινος από θεόρατους δρύες και άγρια πανίδα, καθώς και απέραντους καλαμιώνες εκ των οποίων οι κάτοικοι έφτιαχναν ψαθαρκές που τις κρέμμαζαν από τα βολίκια των σπιτιών και πάνω προφύλασσαν τα ψωμιά τους, αλλά που τώρα δυστυχώς οι σύγχρονοι άνθρωποι ξεχέρσωσαν τη γη και έφτιαξαν θέατρα και εκκλησίες, είναι οικοδομημένο το περίκαλλο κτίσμα που σώζεται περιποιημένο και συντηρημένο έως σήμερα, η «παλιά Βρύση» του χωριού.
Όπως σε πολλές περιοχές υπάρχουν έθιμα στα οποία πιστεύουν και τηρούν ευλαβικά οι άνθρωποι, στη Χλώρακα οι κάτοικοι για  να καλοπιάσουν τις καλές νεράιδες και τις κακές ανεράδες που θεωρούσαν ότι κατοικούσαν στις πηγές, προσέφεραν σπονδές όπως βασιλόπιττες και μελομακάρουνα για να γλυκάνουν αυτές και τα νερά τους.
Γεροντότεροι κάτοικοι μαρτυρούν πως στους παλαιούς καιρούς το πρωί της Πρωτοχρονιάς μετά την εκκλησία, οι κάτοικοι συνήθιζαν να πηγαίνουν στη «Βρύση» του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες τους με καινούριο αγιασμένο νερό, αφού πρώτα γινόταν δέηση από τον ιερέα που το ευλογούσε στο όνομα του πατρός, του υιού και τους Αγίου πνεύματος, και ύστερα τους ράντιζε την κεφαλή με ένα κλωνί από λασμαρί ή βασιλιτσιάς.

Η Χλώρακα είναι κτισμένη σε οροπέδιο το οποίον είναι πετρώδες με λιγοστά χώματα, τα οποία όμως ήταν πολύ εύφορα και οι κάτοικοι φύτευαν αγγουριές των οποίων τα προϊόντα έχουν αποκτήσει μεγάλη φήμη ως αγγούρια της Χλώρακας. Οι γεωργοί για να ποτίσουν τις αγγουριές και τις άλλες ρέντες που καλλιεργούσαν, έσκαβαν λάκκους βάθους πολλών οργιών όπου με αλακάτι έβγαζαν το νερό στην επιφάνεια, όμως επειδή και αυτό στέρευε αρκετά συχνά, μετέφεραν νερό από την κοντινή κοινότητα της Έμπας με πρόχειρα αυλάκια που κατασκεύαζαν. Δυστυχώς τα τρεξιμιά νερά που υπήρχαν, κατά διαστήματα στέρευαν καθώς την Κύπρο κατά καιρούς (από υπολογισμούς κάθε εφτά χρόνια) υπήρχαν μεγάλες ανομβρίες.


ΜΩΡΟΖΟΣ
Τα πηγάδια είναι ορύγματα στο έδαφος που συγκοινωνούν με τα ύδατα που ευρίσκονται εντός του εδάφους. Το νερό στη συνέχεια μπορεί να αντληθεί είτε με αντλία, είτε με δοχεία τα οποία ανυψώνονται μηχανικά ή με το χέρι.
Παλιότερα, σε κάθε αυλή και χωράφι υπήρχαν λάκκοι σκαμμένοι που με μεγάλο κόπο έσκαβαν οι ιδιοκτήτες, καθώς το νερό ήταν απαραίτητο στη καθημερινότητα τους. Στις αυλές, χρησιμοποιούσαν το μικρό αλακάτι που το γύριζαν δια χειρός αφού η ποσότητα του νερού ήταν μόνο για οικιακή χρήση, αλλά για να ποτίσουν τους αγρούς, χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα αλακάτια τα οποία τραβούσαν και γύριζαν τα γαϊδούρια, καθώς χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες νερού για να αρδεύσουν τα χωράφια.
Κατά τις δεκαετίες του μεσοπολέμου όπου η τεχνολογία προόδευσε, χρησιμοποιήθηκαν ευρέως μηχανές εσωτερικής καύσεως με τις οποίες άρδευαν πολύ εύκολα νερό από μεγάλα βάθη της γης.

Σε μια περιοχή της Χλώρακας όπου σε κάθε αγρό υπήρχε πηγάδι και μηχανή, ονομαζόταν Μωροζός. Πολλοί διερωτούνται μέχρι σήμερα, πώς προήλθε η ονοματολογία. Κατόπιν μικρής έρευνας μου, κατέληξα στο συμπέρασμα πως το όνομα προήρθε από τα νερά των πηγαδιών τα οποία ήσαν υφάλμυρα ένεκα του ότι η περιοχή γειτνίαζε με τη θάλασσα, και γι αυτό πήρε το όνομα που σημαίνει πελλός (μωρός-τρελός), ήτι πελλά νερά - υφάλμυρα νερά. 


ΤΟ ΑΛΑΚΑΤΙΝ
Το αλακάτιν ήταν είδος μηχανήματος που γυρίζοντας έβγαζε νερό από λάκκο μέσα στη γη, που οι χωρικοί χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τους. Πότιζαν τα περβόλια τους, τα ζώα τους, έπλεναν τα ρούχα τους, το έπιναν οι ίδιοι, και μαγείρευαν. Το αλακάτι λειτουργούσε με τη βοήθεια ενός γαϊδουριού που περπατούσε πάνω στην τραπεζιά, και περιστρεφόταν γύρω από το λάκκο θέτοντας σε κίνηση το στρογγυλό σώμα του μηχανήματος, που τοιουτοτρόπως γυρνώντας, τραβούσε προς την επιφάνεια τους κάους (κάδους), που καθώς άγγιζαν μέσα στο νερό, γεμάτοι έβγαιναν στην επιφάνεια και χύνονταν μέσα σε πετραύλακο που κατέληγε μέσα σε μια λίμνη.
Πιο συγκεκριμένα, το αλακάτι ήταν ένας τροχός που γυρνούσε, τοποθετημένος σε ένα λάκκο, και πάνω του ήταν αγκιστρωμένοι μια μεγάλη σειρά από καους (κάδους) ενωμένοι μεταξύ τους με πύρους ώστε να είναι κινητοί και να σχηματίζουν ελλειψοειδή κύκλο, και να ακολουθούν τη φορά του τροχού καθώς γύριζε. Η μια άκρη του ελλειψοειδούς κύκλου με τους κάους άγγιζε μέσα στο νερό του λάκκου, και όπως γύριζε το αλακάτι, τους έβγαζε στην επιφάνεια. Κάνοντας αυτό το συνεχή κύκλο οι κάδοι όταν ανέβαιναν είχαν νερό, ενώ όταν κατέβαιναν γυρνώντας από την ανάποδη, αναγκαστικά το νερό χυνόταν. Χυνόταν όμως μέσα στο αλακάτι το οποίον ήταν στεγανό απ’ όλες τις πλευρές, εκτός από μια τρύπα στο πλευρό, που από εκεί έτρεχε μέσα σ μια λεκάνη και ακολούθως διαχεόταν μέσα στο πετραύλακο.

Στη κορυφή του άξονα που έδινε την κίνηση στο αλακάτι, ήταν στερεωμένο ένα χοντρό δυνατό ξύλο ο λεγόμενος σύρτης, που σε αυτό έζεγναν το γαϊδούρι και το τραβούσε για να γυρίσει. Σε μια ακτίνα περίπου ενός ογδόου του κύκλου, στο ίδιο σημείο που ήταν στερεωμένος ο σύρτης, ήταν στερεωμένο το μουττοκόνταρο, ένα άλλο λεπτότερο ξύλο, όπου πάνω έδεναν τα γκέμια του γαϊδουριού, ώστε να πηγαίνει με τη φορά του αλακατιού πάνω στην τραπεζιά.

Τρεξιμιά νερά 
Τρεξιμιά νερά στη Χλώρακα εκτός από τις βρύσες, υπάρχει ο χείμαρρος των ΔΙΠΛΑΡΚΑΤΣΙΩΝ στα σύνορα με την πόλη της Πάφου, στην περιοχή του ΑΗ ΝΙΚΟΛΑ, και στην περιοχή ΚΛΟΥΝΟΙ καθώς και ένας χείμαρρος στα σύνορα με τη Λέμπα. Υπάρχουν ακόμα αρχαία απομεινάρια από αυλάκι το οποίον έκτισε κατά τον μύθο ο Διγενής Ακρίτας, για να φέρνει νερό στη Χλώρακα και στην Κάτω Πάφο, από την Τάλα της Πάφου.

Ο χείμαρρος των Διπλαρκατσιών φέρει το ομώνυμο όνομα γιατί ενώνεται με διπλανό Χείμαρρο, αποτελώντας τοιουτοτρόπως ένα διπλό αργάκι εξ ου το όνομα ΔΙΠΛΑΡΚΑΤΣΙΑ, και που αποτελεί τα σύνορα της κοινότητας.

Στον Άη Νικόλα, υπάρχει μεγάλο λαγούμι που πάει μέχρι τα ενδότερα της κοινότητας εκ του οποίου αναβλύζει νερό το οποίον κατευθύνεται προς το ρυάκι κάτω από το γήπεδο της Χλώρακας με το οποίο ενώνεται και κατευθύνεται προς τη θάλασσα των ΡΟΔΑΦΙΝΙΩΝ. Το στόμιο του λαγουμιού ευρίσκεται δίπλα στο εκκλησάκι του Άη Νικόλα, έχει όμως επιχωματωθεί και κλείσει. Λίγα μέτρα όμως πιο πέρα, υπάρχει ένα από τα φωτιστικά του λαγουμιού (φωτιστικά είναι λάκκοι ανοίγματα των λαγουμιών προς την επιφάνεια της γης, ώστε δι αυτών να επιθεωρούνται τα λαγούμια για τυχών κατολισθήσεις). Παλαιότερα μέσα στα στάσιμα νερά των τρεξιμιών νερών, βλάσταιναν τόννοι ένα υλικό που μοιάζει με σχοινί, και με αυτό έδεναν τις πατροπαράδοτες Κυπριακές καρέκλες.

Οι ΚΛΟΥΝΟΙ ήταν ένα απότομο φαράγγι που η φύση το κατασκεύασε με μοναδική ομορφιά. Ήταν ένα μικρό καταπράσινο κομμάτι γης  τοποθετημένο στα ριζά των αβαθή γκρεμμών στις παρυφές του χωριού. Αποτελείτο από  άγρια βλάστηση με καλαμιώνες, βάτα, σχοινά και μυρσίνια. Είχε θεόρατους δρύες και βελανιδιές που ξεπρόβαλλαν πάνω από το βαθύ πράσινο. Είχε αδιαπέραστη βλάστηση που μέσα είχαν τις φωλαιές των αμέτρητες αλεπούδες, είχε βλαστημένη όλη την Μεσογειακή χλωρίδα.
Ήταν ένα τοπίο κατασκευασμένο από το χέρι του Θεού με αδιαπέραστη βλάστηση και με τα άγρια βάτα πυκνά και επικίνδυνα, ώστε ουδέποτε κινδύνευσε από τη βόσκηση, ούτε ανθρώπου χέρι για εκατοντάδες χρόνια μπόρεσε να επέμβει.
Το νερό ανέβλυζε μέσα από τη γη και σχημάτιζε μικρά ρυάκια που έρεαν ανάμεσα στους καλαμιώνες ασταμάτητα ολημερίς και βράδυ όλους τους χειμώνες κι όλα τα καλοκαίρια ποτίζοντας τη χλωρίδα που βλάσταινε μοναδική και ποικιλόμορφη.
Ήταν  ένας πράσινος τόπος με απαράμιλλο κάλλος, ένας τόπος άγριας πανίδας και χλωρίδας.
Όμως ήρθαν οι άνθρωποι και τα ξήλωσαν όλα. Κατάστρεψαν την φυσική βλάστηση και έδιωξαν τα άγρια ζώα που για αιώνες ζούσαν εκεί. Ότι δεν μπόρεσαν τα χέρια μόνα τους να καταστρέψουν, οδήγησαν μηχανές και μπουλντόζες που ξερίζωσαν τη βλάστηση και ξεχέρσωσαν τη γη, και έθαψαν τα τρεχούμενα νερά μέσα βαθιά στο χώμα.
Τα έκαψαν όλα, τα ισοπέδωσαν όλα, έφτιαξαν οικόπεδα και έκτισαν μέσα σπίτια και πολυκατοικίες. Όλα για το συμφέρον, σε μια ασταμάτητη καταστροφική πορεία εκμετάλλευσης της γης.
Τώρα στην περιοχή των Κλούνων, αντί για θεόρατα δένδρα, ξεφυτρώνουν πανύψηλα κτίρια που σκιάζουν τη θέα όλης της πεδινής παράλιας περιοχής, και  όλης σχεδόν  της θάλασσας. Ένας πνεύμονας πρασίνου και οξυγόνου χάθηκε, και ο θαλασσινός αέρας σταμάτησε έως εκεί, έπαυσε να φυσά πιο πέρα.
Τώρα, γέμισε ο τόπος πολυκατοικίες με απεριόριστη θέα, σκαλοπάτια και δρόμοι στήθηκαν στα πρότεινα φαράγγια, ενώ αυτοκίνητα σταθμεύουν εκεί όπου πρώτα ήσαν φωλαιές άγριων πτηνών και ζώων.
Ακόμα μια φορά η ανθρώπινη καταστροφή επήλθε πλήρης και ολοκληρωτική, ακόμα μια φορά η ανθρώπινη σκέψη δεν μπόρεσε να συλλάβει τον όλεθρο που φέρνει η ασυλλόγιστη πρόοδος, παρά μόνο χωρίς αίσθηση και ευαισθησία προχώρησε στην αποψίλωση της φύσης με έγνοια μόνη, το προσωρινό κέρδος.

Το αυλάκι της Ρήγαινας
Στα παράλια της Χλώρακας σώζονται τα απομεινάρια του πέτρινου αυλακιού που έφερνε το νερό από την Τάλα, στο παλάτι της Ρήγαινας, στα Παλιόκαστρα. Στα σύνορα Χλώρακας - Λέμπας σώζεται ο πύργος που πάνω σε αυτόν ήταν κτισμένο και στηριγμένο το αυλάκι.
Η Ρήγαινα αν και πρόσωπο πραγματικό, η λαϊκή παράδοση της Κύπρου το κατέταξε στους θρύλους και τις παραδόσεις της νήσου. Την συσχετίζει με τον Διγενή και της αποδίδει πολλά μεσαιωνικά κάστρα, φρούρια και χωριά.
Η Ρήγαινα στους θρύλους αποδίδεται ως πανέμορφη κυρά και πολεμίστρια, άλλες φορές καλή και συμπονετική και άλλες κακιά, αλλά που κανείς δεν μπορεί να τη νικήσει καθώς κατοικεί σε οχυρωμένους πύργους.
Η Ρήγαινα της Πάφου κατοικούσε στα σημερινά Παλιόκαστρα, μια περιοχή ανάμεσα της Κάτω Πάφου και της Χλώρακας. Είχε κτισμένο το κάστρο της μέσα στην απέραντη πεδιάδα που εκτείνεται από το φάρο της Πάφου μέχρι την Κισσόνεργα, και διαφέντευε όλο τον παράλιο τόπο, έχοντας προσταγή στους κατοίκους να καλλιεργούν κυρίως ζαχαροκάλαμα και τεύτλα.
Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, αλλά το ίδιο και η εξυπνάδα της και η πονηριά της.

Ο λαϊκός θρύλος θέλει τον ξακουστό ήρωα Διγενή Ακρίτα να καταφθάνει μέχρι την Πάφο κυνηγώντας ένα Σαρακηνό εχθρό του. Όταν αυτός προσπάθησε να δραπετεύσει αποπλέοντας, ο Διγενής του έριξε μια μεγάλη πέτρα, -την πέτρα του Ρωμιού- και βύθισε το πλοίο του.
Στο πέρασμα του από τη Πάφο, συνάντησε τη Ρήγαινα την οποία ερωτεύτηκε παράφορα και αποφάσισε να την παντρευτεί.
Η Ρήγαινα δεν τον ήθελε για άντρα της, αλλά ούτε για εχθρό της. Με μαεστρική πονηρία του ζήτησε πως για να τον παντρευτεί, έπρεπε πρώτα να κάμει έναν άθλο, να κατορθώσει να κτίσει ένα  μακρύ αυλάκι που να φέρνει νερό από την Τάλα στους αγρούς της. Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση, και προς δυσαρέσκεια της Ρήγαινας κατάφερε να αποπερατώσει το δύσκολο έργο και να φέρει το νερό στα χωράφια της μέχρι τη Χλώρακα.
Μη θέλοντας να τον παντρευτεί όμως, αλλά φοβούμενη την οργή του, προσπάθησε να φύγει από την Πάφο. Οργισμένος ο Διγενής, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και της την έριξε. Η πέτρα ευρίσκεται μέχρι σήμερα  δίπλα στη δυτική πλευρά του αρχαίου θεάτρου της Κάτω Πάφου, και ονομάζεται η «πέτρα του Διγενή». Άλλοι λένε ότι πρόκειται για την Πέτρα του Ρωμιού, και άλλοι ότι πρόκειται για το νησί του Διγενή στην Πόλη της Χρυσοχούς…
Η Ρήγαινα αντιδρώντας στην οργή του καθώς ήταν δεινή και δυνατή πολεμίστρια, του έριξε το αδράχτι της, ένα μεγάλο πέτρινο κίονα από τσιόνι ύψους τεσσάρων μέτρων και διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου, το οποίον έπεσε σε ένα χωράφι της Χλώρακας κάτω από τη συνοικία του Μουττάλλου, και που μετέφεραν οι Τουρκοκύπριοι πριν λίγα χρόνια και το τοποθέτησαν στην αυλή του σχολείου τους και εκεί ευρίσκεται ακόμα.
Στη Χλώρακα στη παραλιακή περιοχή, μέχρι τη δεκαετία του ΄60 υπήρχαν μεγάλα μέρη του αυλακιού της Ρήγαινας, τα οποία όμως δυστυχώς, χαλάστηκαν από τους ανθρώπους για να κάμουν αναδασμό στα χωράφια τους. Σήμερα, μικρό μέρος από το αυλάκι σώζεται και ευρίσκεται ακριβώς πίσω από την τελευταία στάση των λεωφορείων στην τέλειωση της λεωφόρου Χλώρακας που οδηγά στη Κάτω Πάφου πριν την περιοχή Κτιστά ή Παλιόκαστρα, ονοματολογία της περιοχής που προεήρθε καθώς εκεί ήταν κτισμένο το παλάτι της Ρήγαινας.
Το αυλάκι ήταν καθισμένο πάνω σε πύργους ώστε να έχει την κατάλληλη κλίση για να ρέει το νερό. Ένας από τους πύργους σώζεται στα σύνορα της Χλώρακας με τη Λέμπα.

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Έως σήμερα διατηρούμε ήθη και έθιμα που κρατάνε από βάθος χρόνου, τα οποία διαδόθηκαν από γενιά σε γενιά. Είναι έθιμα συνδεδεμένα με την θρησκεία μας, και τις παραδόσεις μας και καταδεικνύουν τη διαβίωση και τον πολιτισμό των προγόνων μας.

ΝΕΚΡΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
(Πληροφορίες από το βιβλίο «Κυπριακή λαογραφία» του Ξενοφώντα Π. Φαρμακίδη)

Ο θάνατος είναι η μεγάλη αλήθεια της ζωής. Ο άνθρωπος στάθηκε πάντα μπροστά σ’ αυτό το σημαντικό γεγονός με δέος και μόνο άνθρωποι βαθιά θρησκευόμενοι ή άνθρωποι με φιλοσοφικές τάσεις μπόρεσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την τραγικότητα που περικλείει η ζωή.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ζωή και ψυχή. Η ψυχή εγκαταλείπει  το σώμα μονο όταν αυτό παψει να είναι ζωντανό. Η λέξη ψυχή κυριολεκτικά σημαίνει πνοή, διότι προέρχεται από το ρήμα ψύχω, που σημαίνει πνέω, δηλαδή είναι η ένδειξη της ζωής στο σώμα η οποία εκδηλώνεται μέσω της αναπνοής. Εντούτοις ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει πολύ περισσότερα, ιδίως όσον αφορά τη μετά θάνατον ζωή, τόσο που κυριάρχησε στη θρησκεία και τη φιλοσοφία.

Η λέξη θάνατος σημαίνει η παύση της λειτουργίας ενός οργανισμού. Με το θάνατο η θερμοκρασία του σώματος πέφτει στους 20 °C, η αναπνοή μαζί με τους χτύπους της καρδιάς σταματά και το πρόσωπο κιτρινίζει. Ορισμένα κύτταρα του σώματος ζουν και δυο μέρες μετά το θάνατο του.

Επειδή οι άνθρωποι αγαπούσαν τη ζωή και φοβούνταν τον θάνατο, για να παρηγορούνται πίστεψαν ότι υπάρχει η ψυχή που είναι αθάνατη, γι αυτό κηδεύουν τους πεθαμένους ανθρώπους με τιμές.

Με τη λεξη κηδεία ονομάζουμε το σύνολο των τελετών που γίνονται μετά το θάνατο. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «κήδομαι» που σημαίνει στη νεοελληνική φροντίζω, επιμελούμαι.

Η τελετή της κηδείας αποτελεί τρόπο έκφρασης της αγάπης των ζωντανών προς τον εκλιπόντα. Οι χριστιανοί πιστεύοντας ότι το σώμα είναι προορισμένο να αναστηθεί θάβουν τον νεκρό με όλες τις τιμές. Για αυτό το λόγο πριν από την ταφή τον λούουν, τον στολίζουν, τον ντύνουν με τη καλή στολή και τον τοποθετούν ακάλυπτο σε φέρετρο.

Σύμφωνα με τα έθιμα και το νόμο ο νεκρός θα πρέπει να παραμείνει άταφος τουλάχιστον 24 ώρες από τη διάγνωση του θανάτου. Ίσως ο λόγος να είναι για τις περιπτώσεις της νεκροφάνειας, ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να θάψουν κάποιον ζωντανό.

Υπάρχει συνήθεια να φυτεύονται λουλούδια στο τάφο ώστε να αγαλλιάσει η ψυχή του νεκρού και να εξαγνιστεί το έδαφος.

Μετά το θάνατο γίνονται μνημόσυνα για να ενθυμούνται τον νεκρό  Σε αυτά προσφέρονται κόλλυβα στους παρευρισκόμενους στην εκκλησία. Η λέξη κόλλυβα προέρχεται από την αρχαία Ελληνική λέξη «κόλλυβος» που σημαίνει σταθμικό μέτρο για τον προσδιορισμό του βάρους του χρυσού, όπως επίσης και κάθε νόμισμα μικρής αξίας, δηλαδή το πολύ λεπτό σε πάχος και αξία νόμισμα. Με τη λέξη κόλλυβα εννοείται κάθε είδος μικρού γλυκού από σιτάρι και το έθιμο των κολλύβων οφείλεται στην παλαιά συνήθεια της διανομής νομισμάτων κατά τα μνημόσυνα. Η διανομή νομισμάτων - κολλύβων συνδέονταν με την ελεημοσύνη κατά τα χρόνια του χριστιανισμού. Αυτές τις ελεημοσύνες ελάμβαναν, από τα υπάρχοντα του αναπαυομένου, οι πτωχοί, οι συγγενείς και οι φίλοι του μεταστάντος, οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι. Σήμερα το έθιμο της προσφοράς νομισμάτων στους παρευρισκομένους σε κηδεία το έχουν οι Μουσουλμάνοι.
Κατά την παράδοση, ο θάνατος μπαίνει αόρατος από την στέγη του σπιτιού, ειναι οι δύο Αρχαγγέλοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο ένας κρατάει σπαθί που παίρνει την ψυχή του ανθρώπου, ενώ ο άλλος κρατάει κρίνο και μυρίζει το νεκρό για να μη νιώσει πόνο την ώρα που αποσπάται η ψυχή του. Μετά το θάνατο, σηκώνουν τα ρούχα που πέθανε ο νεκρός και τα πλένουν ή τα καίνε, γιατί πιστεύουν ότι είναι γεμάτα αίματα από την σφαγή.

Για τρεις ημέρες, λένε, ότι η ψυχή του νεκρού πλανάται μέσα στο σπίτι και παρακολουθεί εκ του αφανούς. Μετά και επί σαράντα μέρες επισκέπτεται όλα τα μέρη που περπάτησε ο αποθανών κατά την διάρκεια της ζωής του. Στις τρεις ημέρες κάνουν μνημόσυνο του νεκρού τα τρίτα, και στις εννιά τα εννιάμερα. Στις σαράντα μέρες κάνουν το σαρανταλείτουργο και προσφέρουν κόλλυβα και συγχωράνε.

Οταν καποιοι χαροπαλεύουν ολόκληρες μέρες και δεν βγαίνει η ψυχή τους και τυραννιούνται, σημαινει οι άνθρωποι αυτοί θεωρούνται κριματισμένοι. Αν έχει καμιά μεγάλη έχθρα με κάποιον, στέλνουν και τον καλούνε να συγχωρεθούνε και κατ' αυτόν τον τρόπο επιταχύνεται ο θάνατος.

Τους ετοιμοθάνατους τους κοινωνάνε για να γίνουν καλοί χριστιανοί, έστω και στο τέλος. Πολλοί δεν θέλουν να κοινωνήσουν, γιατί με την κοινωνία θεωρούν βέβαιο το θάνατο.

Πολλές φορές συμπίπτει την ημέρα του θανάτου κάποιου να γίνει μια θεομηνία. Το γεγονός το συσχετίζουν με τον θάνατο και θεωρούν τον άνθρωπο αυτό πολύ κακό και κριματισμένο.

Όταν το λείψανο βραχεί κατά την μεταφορά του στο νεκροταφείο, πιστεύουν ότι κι άλλος θα πεθάνει.

Οι γυναίκες προσέχουν τα μαλλιά τους να μην ακουμπήσουν στο πρόσωπο του νεκρού, γιατί πέφτουν.

Αν φτερνιστεί κάποιος μπροστά στο νεκρό, ξηλώνει μια ραφή από ένα ρούχο, γιατί αλλιώς πεθαίνει.

Σαν βγάλουν το λείψανο, πετάνε έξω από το παράθυρο διάφορα αντικείμενα όπως πιάτα και ποτήρια, έτσι πετούν το θάνατο. 

Η μάνα, που της πεθαίνει το πρώτο παιδί, δεν κάνει να ακολουθήσει την κηδεία στην εκκλησία, γιατί υπάρχει κίνδυνος και για άλλο.

Σαν περνάει η κηδεία από τις γειτονιές, κλείνουν τις πόρτες για να μην μπει ο χάρος στα σπίτια. 
Το σφάλωμα των αμμαθκιών. Όταν εκπνεύσει και πεθάνει ο άνθρωπος, πρώτον μέλημα των παρισταμένων είναι να του κλείσουν τους οφθαλμούς με τους αντίχειρες των δυο χεριών τους, αφού πρώτα τους τρίψουν στο χώμα, ειδάλλως οι οφθαλμοί δεν κλείνουν. Λέγεται ότι όσες φορές εδοκίμασαν, οι οφθαλμοί δεν έκλειναν  μέχρις ότου οι αντιχείρες ετρίβησαν στο χώμα. Φαίνεται εδώ να εφαρμόζεται ο θείος λόγος: «Γη εί και εις γην επελεύσει» 
Η αγωνία του ετοιμοθάνατου. Συμβαίνει πολλές φορές ο ετοιμοθάνατος να μην ξεψυχά και να βασανίζεται και να αγωνιά ενώ καταλαβαίνει ότι θα πεθάνει, αλλά η ψυχή του να μην βγαίνει, και αυτό αυτό να παρατείνεται για μέρες χωρίς να επέρχεται το τέλος. Πιστεύουν ότι αυτό συμβαίνει γιατι ο ψυχορραγών αμάρτησεν και για να επισπεύσουν τον θάνατον, τοποθετούν στον λαιμόν του το όργανον με το οποίον αμάρτησε. Π.χ. αν ήταν ζυγιστής και ξεγελούσε τους πελάτες του στο ζύγισμα, του έβαζαν το καντάριν (όργανον ζυγίσματος) στο λαιμό και ευθύς ξεψυχούσε. Αν ήταν υφασματοπώλης και έκλεβε στο μέτρημα, του έβαζαν τον πήχη κτλ.

Στη Πάφο συνηθίζουν να παίρνουν χώμα από τον τάφο του πεθαμένου ο οποίος είχε αδικηθεί από τον ψυχορραγούντα, να το ανακατεύουν σε νερό και να ποτίζουν τον ετοιμοθάνατο. Έχει παρατηρηθεί ότι με αυτόν τον τρόπον ο άρρωστος εκπνέει και υσηχαζει. 
Όταν ο ετοιμοθάνατος αναζητεί πεθαμένους οικείους του. Κάποιες φορές ο ετοιμοθάνατος αναζητεί επίμονα να δει κάποιον δικόν του ο οποίος όμως είναι ήδη πεθαμένος. Οι συγγενείς για να τον καθυσηχάσουν και να τον παρηγορήσουν, τοποθετούν στο στήθος του μικρά κλαδιά λεμονιάς, λέγοντας του ότι του τα στέλλει αυτός που απουσιάζει. Ή τον ποτίζουν τρεις γουλιές χλιαρό νερό λέγοντας του ότι τον ποτίζει ο αγαπημένος του που απουσιάζει και επέστρεψε. Μ αυτό τον τρόπο υσηχάζει ο ετοιμοθάνατος, και ξεψυχά καθησυχασμένος.
Η επιθυμία του ψυχορραγούντος. Πολλές φορές οι ετοιμοθάνατοι ζητούν επίμονα κάποιο φαγητό το οποίον όμως τους βλάπτει ένεκα της καταστάσεως τους, οπότε οι οικείοι τους δεν εκπληρώνουν την επιθυμίαν τους. Αν ο ετοιμοθάνατος το επιζητεί μέχρι της τελευταίας του πνοής, μετά τον θάνατον του οι συγγενείς του εναποθέτουν επί των εσταυρωμένων χεριών του το φαγητό που επιθυμούσε.

Ο λαογράφος συγγραφεύς Ξενοφώντας Π. Φαρμακίδης, μαρτυρεί ότι το 1882 η αποθανούσα δεκαεφτάχρονη αδερφή του Ευλαλία, ζητούσε επιμόνως δαμάσκηνα τα οποία έβλεπε από το παράθυρο της στην απέναντι αυλή ενώ ευρισκόταν ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι της. Όταν απεβίωσε, οι γονείς της εναπόθεσαν στα εσταυρωμένα χέρια της  κλαδίν φορτωμένο με δαμάσκηνα.
Το καντήλι του νεκρού. Πεθαίνοντας ο άρρωστος τοποθετείται από τους συγγενείς του σε μακρουλό τραπέζι με την κεφαλήν στραμμένην προς την ανατολή και τον ευπρεπίζουν και τον μιζαρώνουν με τα σάβανα.

Από την κλίνην στην οποίαν εξέπνευσεν, σηκώνουν το κρεβάτι και στο μέρος της κεφαλής τοποθετούν καντήλιν αναμμένο και ένα πιάτο γεμάτο με νερό βάζοντας πάνω του δυο ξυλαράκια σε μορφή σταυρού, και επί αυτών τοποθετούν έναν άρτον. Τα αφήνουν επί τρεις ημέρες γιατι πιστεύουν ότι η ψυχή του τεθνεώτος έρχεται και νίπτεται για να παρουσιαστεί ευπρόσωπος ενώπιον του Θεού, αλλά και για να επισκοπήσει τα μέρη της οικίας του. Μετά την παρέλευση των τριών ημερών, ο άρτος δίδεται ελεημοσύνη επ ονόματι του νεκρού.

Σε ορισμένους τόπους μετά την εκπνοή του αρρώστου, τοποθετούν κάτω από την κλίνην πιάτο με άρτον επ αυτού, και καντήλι αναμμένο για σαράντα μέρες. Την τεσσαρακοστήν ημέρα ο άρτος δίδεται ως ελεημοσύνη στον πρώτον τυχόντα πτωχό. Λέγεται ότι ο άρτος αυτός αντέχει εις την ευρωτίασην, δηλαδή δεν μουχλιάζει.
Ο νεκρός και η βλασφημία. Όσο ο νεκρός μένει άταφος, θεωρείται κακό να διαπληχτίζονται και να μαλώνουν στην οικία του. Επίσης είναι κακό κάποιος να βλασφημεί, διότι αυτό είναι επίκληση του διαβόλου, και έχει ως αποτέλεσμα το στοίσιωμαν του νεκρού.
Το κρεβάτι και τα ενδύματα του νεκρού. Σε ορισμένα μέρη τυλίγουν το κρεβάτι του νεκρού επί της κλίνης και τοποθετούν πιάτο γεμάτο με λάδι από το ευχέλαιο και ένα φυτίλι να ανάβει. Μετά από σαράντα μέρες φέρουν το κρεβάτι στην αυλή και τοποθετούν πάνω τα ρούχα που φορούσε την  ώρα που ξεψυχούσε ο νεκρός. Τα ραντίζουν με νερό και ύστερα τα πλένουν και τα δίδουν σε οποιονδήποτε φτωχό συναντήσουν πρώτον, ή τα αποστέλλουν σε κάποιον φτωχό που έχουν υπ όψιν τους.

Σε άλλους τοπους το περιτυλιγμενο κρεβατι καθως και τα ρουχα που φορουσε ο νεκρος κατά την ωρα της εκπνοης, τα τοποθετουν σε παράμερος μέρος της οικιας και καθημερινως επι σαραντα μερες τα ραντίζουν με νερο.

Άλλοι άνθρωποι καίνε το κρεβάτι και τα ρούχα από φόβο μεταδόσεως μικροβίων ή ασθενειών. 
Το πόσιμον ύδωρ. Μετά την εκπνοή του αρρώστου, οι νοικοκυραίοι χύνουν όλα τα πόσιμα ύδατα από τα οικιακά σκεύη, διότι θεωρείται ότι δι αυτών ο χάροντας έπλυνε την ρομφαία του (το σπαθί του) με την οποίαν αφαίρεσε την ψυχή του πεθαμένου. Σε ορισμένους τόπους δεν χύνουν τα ύδατα μόνο στο σπίτι του νεκρού, αλλά εις όλην την κοινότητα και τα αντικαθιστούν με φρέσκα, διότι θεωρούνται ύδατα του πεθαμένου και ότι είναι μολυσμένα και δεν είναι πλέον πότιμα.
Κηδεία. Λέγοντας κηδεία εννοούμε το σύνολο των φροντίδων και τελετών που γίνονται μετά το θάνατο κάποιου. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «κήδομαι» που σημαίνει φροντίζω, επιμελούμαι.

Δυο μέρες μετά την ταφή οι συγγενείς κάνουν μνημόσυνο που ονομάζονται τριήμερα, ενώ οχτώ μέρες μετά την ταφή ακολουθούν τα ενιαήμερα. Επιπλέον πραγματοποιούνται επιμνημόσυνες τελετές στις 40 μέρες, στους 3, 6 και 9 μήνες και στον χρόνο, και μετά κάθε χρόνο στην ημερομηνία του θανάτου. Οι συγγενείς του νεκρού για σαράντα μέρες βρίσκονται σε πένθος εκδηλώνοντας το φορώντας οι γυναίκες μαύρα ρούχα και οι άντρες μένοντας αξύριστοι και φορώντας μαύρο περιβραχιόνιο.

Όταν περνά κηδεία στο δρόμο, οι νοικοκυραίοι κλείνουν τις πόρτες των σπιτιών και των καταστημάτων και χύνουν νερό στο κατώφλι τους πιστεύοντας ότι έτσι ανακουφίζεται η ψυχή του πεθαμένου. Όταν επιστρέψουν στα σπίτια των μετά την κηδεία, έξω από τις πόρτες τους πλένουν τα χέρια τους πιστεύοντας ότι έτσι διώχνουν τον θάνατον από τες οικίες των. Αυτό το εθιμο είναι υγιεινό διότι με το πλύσιμο καθαρίζονται από τα μικρόβια και τις ασθένειες τα χέρια τους τα οποία κρατούσαν ή άγγιζαν τον νεκρόν.

Κατά την κηδεία συνηθίζεται να προπορεύεται κάποιος κρατώντας αγγείο γεμάτο νερό και να ακολουθεί άλλος κρατώντας πιάτο γεμάτο λάδι. Αν κάποιος έρχεται εκ της αντιθέτου μεριάς, πιστεύουν ότι πρεπει να λοξοδρομήσει διότι αν συναπαντηθεί μαζί τους θα πεθάνει εντός των ερχομένων σαράντα ημερών.
Παρηορκά. Μετά την ταφή, επί του τάφου οι συγγενείς προσφέρουν οινοπνευματώδες ποτό μετά προδορπίου (συνήθως χαλούμι, ελιές και ψωμί). Σε διάφορους Ελλαδικούς χώρους ονομάζεται μακαρκά (μακαριά), δηλαδή παρηγοριά. 
Καθαριότης. Μετά την έξοδο του νεκρού το σπίτι σαρίζεται ολόκληρο αρχίζοντας το σκούπισμα από την κύρια είσοδο προς τα εντός της οικίας, πιστεύοντας ότι έτσι κανείς άλλος όταν εξέρχεται δεν πεθαίνει. Επίσης ραντίζουν και καπνίζουν το σημείο στο οποίο εξέπνευσε ο νεκρός.

Στο χωριό Ζώδκια θεωρείται δυσοίωνο να εκπνεύσει ο ασθενής επί της κλίνης, γι αυτό τον κατεβάζουν και τον ξαπλώνουν σε στρωσίδι στο πάτωμα για να μην αφήσει την τελευταια του πνοή στο κρεβάτι. Στο τόπο που έστρωσαν και εξέπνευσε σκουπίζουν, ραντίζουν και θυμιάζουν επί σαράντα μέρες. Το εθιμο του ραντίσματος και του θυμιάματος επί σαράντα μέρες το εφαρμόζουν και σε τόπους εκτός οικίας όπου εκεί πέθαναν άνθρωποι, πχ. από πτώση δένδρου ή γκραιμμού.

Για τους Αρχαίους Έλληνες ο νεκρός θεωρείτο ακάθαρτος και μολυσμένος, γι αυτό όσοι έρχοντο σε επαφή με το πτώμα ή με την οικογένεια του, έπρεπε επιστρέφοντας στο σπίτι τους να καθαριστούν κάνοντας μπάνιο.
Ο νεκρός τη νύχτα. Σε παλαιότερες εποχές, ουδέποτε ο νεκρός αφηνόταν μόνος και αφύλαχτος τη νύχτα. Όφειλε κάποιος συγγενής ή κάποιος επί πληρωμή να αγρυπνήσει και να φυλάξει το πτώμα να μην το πλησιάσει γάτος, διότι πίστευαν ότι στοίσιωνε ή μετενσαρκωνόταν.


ΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΕΤΕ ΜΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΟΥ
Α) ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ 
Οι καλικάντζαροι χουν ανθρώπινη μορφή, είναι πετσί και κόκκαλο, και κακάσχημοι. Βγάζουν άναρθρες κραυγές, και εμφανίζονται τις σκοτεινές νύχτες, και τρομάζουν τις γυναίκες και τα παιδιά. Μπαίνουν από τις νηστειές των σπιτιών, κλέβουν και μαγαρίζουν ότι βρουν μέσα στο σπίτι. Είναι φοβιτσιάρηδες, γι αυτό επιτίθενται όλοι μαζί.

Μεταμφιέζονται με άλλες μορφες, και ξεγελουν τους ανθρώπους. Μια φορά ένας καλικάντζαρος ντύθηκε τη μορφή ανθρώπου και χτύπησε την πόρτα ενός χωρικού ζητώντας του με πολλή επιμονή να του δώσει να φάει. Όμως ο χωρικός τον κατάλαβε, τον άρπαξε και τον έκαμε τουλούμι στο ξύλο. Ο καλικάντζαρος θέλοντας να τον εκδικηθεί, τον ρώτησε το όνομα του, ώστε αργότερα να επιστρέψει με άλλους καλικάντζαρους και να τον δείρουν. Όμως ο πονηρός χωρικός του είπε πως τον λένε Κανένας. Πάει ο καλικάντζαρος και βρίσκει τους άλλους καλικαντζάρους, και τους είπε πως τον έδειρε ο Κανένας και να πάνε όλοι μαζί να πάρουν εκδίκηση. Οι σύντροφοι του γέλασαν μαζί του νομίζοντας πως ήπιε κρασί και μέθυσε. Αυτός όμως επέμεινε τόσο πολύ, που τους νευρίασε, και για να ησυχάσουν τον έδεσαν σε μια τρεμιθιά έξω από το εκκλησάκι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου. Αφού πέρασαν τα Φώτα και έφυγαν οι καλικάντζαροι, δυστυχώς ξέχασαν τον φίλο τους δεμένο στην μεγάλη τρεμιθιά. Και έμεινε εκεί δεμένος για αιώνες να τον περιπαίζουν τα μικρά παιδιά, και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές να τους κάνει τις δουλειές.
Β) ΟΙ ΕΛΙΕΣ 
Οι άνθρωποι που έχουν πολλές ελιές στο σώμα τους, συνήθως έχουν γερά κόκαλα, εύρωστους µυς και κυρίως λιγότερες ρυτίδες. Αυτό είναι αποδεδειγμένο από την παρατήρηση δια μέσου του χρόνου, αλλά επίσης παρατηρημένο, πώς όσο περισσότερες ελιές έχει κάποιος από νεαρής ηλικίας, τόσο περισσότερη προκοπή και πλούτη θα αποχτήσει όταν μεγαλώσει.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ
Εάν ήταν βραδεία η γέννα, άνοιγαν όσα έπιπλα είχαν κλειδαριά όπως συρτάρια, αρμαρόλλες, ώστε τοιουτοτρόπως πίστευαν πως ανοίγει η μήτρα και ξεγενιέται το μωρό.

Εάν επίσης η γέννα καθυστερούσε πλέον του κανονικού, πίστευαν ότι κάποιος τη μάτιασε ή την καταράστηκε, και έπρεπε να τον εύρουν και να τον παρακαλέσουν να πλύνει τα χέρια του, και με το απόπλυμμα πότιζαν την ετοιμόγεννη.

Για τη γέννα φώναζαν τη μαμή η οποία έβαζε την ετοιμόγεννη να καθίσει σε ειδική καρέκλα και την ξεγεννούσε. Έπλενε το μωρό με χλιαρό νερό όπου μέσα έριχνε κρασί, ζάχαρη και άλας, και το περιτύλιγε με ύφασμα από ρούχο του πατρός του, ώστε όταν μεγαλώσει να του μοιάσει. Έδενε σφιχτά με μεταξωτή κλωστή τον ομφάλιο λώρο, και τον έκοβε με ένα ψαλίδι, και τον καυτηρίαζε με τη φλόγα ενός κεριού. Το υπόλοιπον του ομφάλιου λώρου, τον έθαβαν για να μην φαγωθεί από γάτο ή σκύλο, διότι πίστευαν πως το παιδί άμα μεγάλωνε θα γινόταν κακός άνθρωπος.

Τις τρεις πρώτες ημέρες η λεχώνα έπρεπε να συντροφεύεται, διότι αν έμενε μόνη θα την άγγιζε ο έξω από δω, ενώ το μικρό παιδί όσο έμενε αβάπτιστο, έπρεπε να είναι συνεχώς με τη μητέρα του, για να μην το αλλάξουν με ένα άλλο μωρό οι ανεράδες.


Η ΒΑΠΤΙΣΗ

Η βάπτιση γινόταν μετά τις 40 μέρες της γεννήσεως, και συνήθως μέσα στον πρώτο χρόνο. Το όνομα που διαλεγόταν ήταν είτε του ενός παππού, είτε της μιας στετές (γιαγιάς). Ένεκα της επιλογής, δημιουργούνταν κακοφανίσματα και Ομηρικοί καυγάδες, έτσι πολλοί γονείς διάλεγαν ένα Ομηρικό όνομα για να μην κακοφαίνεται κανενός.

Τα παλιά χρόνια συνήθιζαν να βαπτίζουν τα μωρά ημέρα Σάββατο, ώστε την επόμενη μέρα Κυριακή, να το μεταλάβουν.

Μετά το μυστήριο, ο τατάς κρατώντας το μωρό αγκαλιά και ακολουθούμενος από τον ιερέα, τους γονείς και όσους είχαν παραστεί στη βάπτιση, πήγαιναν εν πομπή στο σπίτι των γονέων. Η μητέρα στεκόταν εντός της θύρας, και αφού έκανε τρεις μετάνοιες, παραλάμβανε το μωρό από τον τατά, ο οποίος στεκόταν στο κατώφλι. Ύστερα ασπαζόταν το χέρι του ιερέως και του αναδόχου, και εισέρχονταν όλοι εντός της οικίας όπου έστρωναν γλέντι.



Ο ΓΑΜΟΣ

Παλιά οι σχέσεις μεταξύ των δυο φύλων των νέων ήταν αυστηρά απαγορευμένες, σχεδόν ακόμα και να μιλήσουν αναμεταξύ τους. Γι αυτό, τα παντρολογήματα συνήθως γίνονταν με συνοικέσια. Τα προξενιά γίνονταν είτε με προξενητή, είτε μ’ ένα συγγενικό πρόσωπο, που μιλούσε στους γονείς της νύφης χωρίς τις περισσότερες φορές να λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη της κοπέλας. Οι γονείς συνήθιζαν να παντρεύουν τα παιδιά τους σε νεαρή ηλικία, και αν μια κοπέλα ξεπερνούσε τα 22-25 θεωρείτο γεροντοκόρη, και ένας νέος αν περνούσε τα τριάντα λογαριαζόταν γεροντοπαλίκαρο.

Οι νέοι στην ύπαιθρο παντρεύονταν νέοι με ευχαρίστηση, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να έχουν σεξουαλικές σχέσεις, αφ εταίρου για να κάνουν παιδιά να τους βοηθούν στις γεωργικές δουλειές που συνήθως ασχολείτο ο πληθυσμός. Στα χωριά εκτός από κάποιο καφενείο που πήγαιναν πρωί για να μάθουν κάποιο νέο πριν πάνε στα χωράφια, δεν υπήρχε άλλη ψυχαγωγία ούτε τηλεόραση, ακόμα και ραδιόφωνο μόνο στα καφενεία εύρισκε κάποιος. Γι αυτό μη έχοντας πολλά να κάνουν τα βράδια, ξάπλωναν ενωρίς, με αποτέλεσμα να κάνουν πολλά παιδιά, κάτι για το οποίο οι πατεράδες χαίρονταν γιατί είχαν πολλά εργατικά χέρια, αλλά που οι μανάδες υπέφεραν καθώς γνωρίζουμε πόσο δύσκολος είναι ο κάθε τοκετός αλλά και το ανάγιωμα των μωρών.

Πρώτα έκαναν τα λογιάσματα, δηλαδή έδιναν το λόγο τους, και έφτιαχναν το προικοσύμφωνο όπου σε αυτό έγραφαν τι θα έδιναν ως προίκα στα παιδιά τους. Συνήθως προίκα έδινε η οικογένεια της κόρης, συμπεριλαμβανομένης εκτός από χωράφια και ζώα, μίας οικίας, την οποία για να φτιαχτεί βοηθούσαν όλα τα αδέλφια της νύφης.

Ακολουθούσαν τα αρραβωνιάσματα  όπου αντάλλαζαν δαχτυλίδια και ακλουθούσε διασκέδαση.

Ακολουθούσε ο γάμος ο οποίος διαρκούσε τρεις ημέρες, από το Σάββατο μέχρι τη Δευτέρα.

Το κάλεσμα γινόταν ένα μήνα πριν.

Το Σάββατο γινόταν το ράψιμο του κρεβατιού του αντρογύνου με τη συνοδεία βιολιού και λαούτου. Το γέμιζαν με μαλλί από πρόβατα και το έραβαν κοπέλες, ενώ οι συγγενείς πλούμιζαν. Στη συνέχεια οι κουμπάροι χόρευαν το χορό του κρεβατιού, ενώ πάνω στο κρεβάτι κυλούσαν μικρά παιδιά. Αν κυλούσαν αγόρι, πίστευαν ότι το αντρόγυνο θα έκανε πρώτα αγόρι. Αν κυλούσαν κορίτσι, θα έκαναν κορίτσι.

Το Σάββατο επίσης έπλεναν το σιτάρι για το ρέσι και το άλεθαν σε χειρόμυλους. Ξημερώνοντας Κυριακή το ξανάπλεναν και το έβαζαν μέσα σε χαρτζιά πάνω στη φωτιά να ψηθεί.

Την Κυριακή υπό συνοδεία μουσικής, στόλιζαν τη νύφη στο πατρικό της σπίτι, και την έζωναν και την κάπνιζαν και της έδιναν ευχές οι γονείς, και οι στενοί συγγενείς .

Στο σπίτι του γαμπρού ξύριζαν και έντυναν τον γαμπρό, και ύστερα τον έζωναν και αυτόν.

Ακολουθούσε ο γάμος στην εκκλησία, και στο σπίτι τα συχαρίκια, τα δώρα, και το φαγοπότι. Την νύχτα χόρευε το αντρόγυνο, όπου τους πλούμιζαν με χαρτονομίσματα τα οποία καρφίτσωναν πάνω στα ρούχα τους οι γονεις, οι φίλοι και οι κουμπάροι.

Τη Δευτέρα του γάμου, το πρωί οι κουμπάροι γύριζαν και μάζευαν όρνιθες από τους χωριανούς για να τις ψήσουν και να συνεχίσουν το γλέντι όταν ο Ήλιος έγερνε και έδυε.

ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ ΤΟΥ ΧΟΙΡΟΥ

Κάθε σπίτι είχε το γουρούνι του. Το ανάγιωνναν από τον Απρίλη και το έσφαζαν την παραμονή των Χριστουγέννων. Όλη η διαδηκασία ήταν ένα είδος τελετής, και τα παιδιά είχαν τη δύναμη και παρακολουθουσαν το σκληρό θέαμα.

Οι συγγενικές οικογένειες μεταξυ τους καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το χοιρο της ώστε ολοι να μπορουν να βοηθησουν. Για τη σφαγή χρειαζονταν περιπου εξι ανδρες. Συνηθως η σφαγη ξεκινουσε λιγες μερες πριν, και τελειωνε την ημερα των Χριστουγεννων.

Πρωι-πρωι τα παιδια γεμιζαν το χαρτσιύ με νερο που ηταν πανω στη νηστια, και αναβαν τη φωτια συμπληρωνοντας ξυλα εως οτου το κωχλασει για να το χρησιμοποιησουν στο γδαρσιμο. Όταν το νερο ηταν ετοιμο, εσφαζαν τον χοιρο.

Το γουρούνι δενόταν απ' τα μπροστινά πόδια κι' αφού το έριχναν κάτω, με ένα δίκοπο μαχαίρι το έσφαζαν. Επρεπε ο σφαγέας να είναι τεχνίτης, ώστε να κόψει τον καρίτσαυλο με τεχνη για να μην υποφερει πολλη ωρα ο χοιρος, αλλα και για να αδειασει ολο το αιμα.

Δεν ήσαν λίγες οι φορές που το χτύπημα δεν έπιανε με την πρώτη, και

Ο καρίτσαυλος ηταν ο πρωτος μεζες τον οποιον εδιναν στα παιδια που τον εψηναν στα καρβουνα.

Μετα εβαζαν το κτηνό πανω σεταβλα, και ξεκινουσε η διαδικασια.

Πρωτα εβαζαν ένα κιτρομυλο στην έδρα του χοιρου για να μην λερωνει, και με κοφτερα μαχαιρια τον εγδαιρναν. Αφου εφευγαν ολες οι τριχες, τον ετριβαν με πουροπετρες για να καθαρισει καλα ολη η επιδερμιδα.

Μετά εβγαζαν τα εντόσθια και εδιναν τη φουσκα, τη φουσκωναν και την εδιναν στα παιδια να παιξουν μπαλα.

Ύστερα έκοβαν το συκώτι και το ψαρονέφρι και στην συνέχεια άρχιζε το κόψιμο του λίπους για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά κομματια. Το λίπος αφού το έλιωναν στη φωτια, το έβαζαν σε δοχεία

και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνοτο οποιον χρησιμοποιούσαν ως λάδι για όλα τα φαγητά.

Τη ράχη του χοίρου που ήταν χοντρη σε λίπος, την αλάτιζαν με μπολικο άλας και την κρεμμαζαν να στεγνωσει την οποια χρησιμοποιουσαν ως παστο λαρδι για προχειρο γευμα.

Η επεξεργασία συνεχίζονταν μέχρι να μπουν όλα σε τάξη: Να γυριστούν και να πλυθούν τα άντερα για λουκάνικα, να καθαριστούν το κεφάλι και τα πόδια ακόμα και η νουρά για να γίνει σούπα πατσιάς. Αν καμια φορα δεν προλαβαιναν και το γουρούνι έμενε ατεμάχιστο το βράδυ, κάρφωναν πάνω στο σφαχτό ένα πιρούνι για να φοβούνται οι καλικάντζαροι και να μην το μαγαρίσουν κατά την διάρκεια την νύχτας.

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Δίπλα στο θέατρο της Χλώρακας ευρίσκεται συντηρημένη και σε άριστη κατάσταση η παλιά Βρύση της Χλώρακας η οποία τρέχει τρεξιμιό νερό το οποίον παλιά χρησιμοποιούσαν για πότισμα των αγρών, αλλά και για πόσιμο.

Τα παλιά χρόνια κατά την ημέρα των Θεοφανείων, οι κάτοικοι για  να καλοπιάσουν τις καλές νεράιδες και τις κακές ανεράδες που πίστευαν ότι κατοικούσαν στις πηγές και στις βρύσες, προσέφεραν σπονδές όπως βασιλόπιττες και μελομακάρουνα για να γλυκάνουν αυτές και τα νερά τους.

Γεροντότεροι κάτοικοι μαρτυρούν πως στους παλαιούς καιρούς το πρωί των Φώτων μετά την εκκλησία, οι κάτοικοι συνήθιζαν να πηγαίνουν στη «Βρύση» του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες τους με καινούριο αγιασμένο νερό, αφού πρώτα γινόταν δέηση από τον ιερέα που το ευλογούσε στο όνομα του πατρός, του υιού και τους Αγίου πνεύματος, και ύστερα τους ράντιζε την κεφαλή με ένα κλωνί από λασμαρί ή βασιλιτσιάς.


ΜΑΡΤΗΣ - ΜΑΡΤΙΑ
Το μήνα Μάρτη βγαίνουν τα Μαρτούθκια, κάτι μικρά χνουδάτα με όμορφα χρώματα σκουληκάκια. Λένε πώς αν κάποιος τα πατήσει μένει φαλακρός. Για προστασία τα παιδιά χρησιμοποιούν βραχιόλια στα χέρια καμωμένα από άσπρη και κόκκινη κλωστή που φορούν στον καρπό και ονομάζονται Μάρτης ή Μαρτιά. Επίσης σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν. Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι.

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ
Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή. ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί τρώνε μόνο νηστίσιμα φαγητά, και τοιουτοτρόπως καθαρίζει το σώμα τους πνευματικά και σωματικά. Η νηστεία διαρκεί 50 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο.
Το πέταγμα του χαρταετού, είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο αυτής της μέρας. Οι κάτοικοι παρέες βγαίνουν στις παραλίες της Χλώρακας, παίρνοντας μαζί τους νηστίσιμα φαγητά, και με κέφι διασκεδάζουν. 


ΛΑΜΠΡΗ

Τις μέρες πριν την Λαμπρή, οι νοικοκυραίοι άσπριζαν με ασβέστη τα σπίτια τους και όλους τους πετρότοιχους. Οι νοικοκυρές ζύμωναν γα ναπαξιμάδια και φλαούνες, επίσης κοκκίνιζαν τα αυγά με λαζάρι, ένα είδος άγριου χόρτου από το οποίο έπαιρναν τις ρίζες και τις έβραζαν.

Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά γύριζαν τα σπίτια και έψαλλαν τον «Λάζαρο». Οι νοικοκυρές τους έδιναν ως δώρο φρέσκα αυγά για να τα βάψουν, φλαούνες, και χρήματα.

Τη Κυριακή των Βαΐων, οι πιστοί έπαιρναν  κλωνιά ελιάς στην εκκλησία, και την άφηναν μέχρι την Πεντηκοστή, οπότε αγιαζόταν η ελιά για το κάπνισμα το οποίον πίστευαν ότι έδιωχνε κάθε κακό και ζηλοφθονία.

Την Μεγάλη Πέμπτη, οι εικόνες του εικονοστασίου καλύπτονταν με μαύρα ρούχα σε ένδειξη πένθους.

Την Μεγάλη Παρασκευή το πρωί οι νέες μάζευαν λουλούδια από τις αυλές και τις φραχτές, και στόλιζαν τον επιτάφιο, ενώ τη νύχτα έψελναν τον επιτάφιο και ακολούθως έκαναν την περιφορά του στους δρόμους του χωριού.

Το Μεγάλο Σάββατο  το βράδυ οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα και καλούσαν όλους τους κατοίκους να πάνε στην εκκλησία για τη λειτουργία της Ανάστασης, ενώ στην πρωινή λειτουργία, όταν ο ιερέας έλεγε το «Ανάστα ο Θεός», οι πιστοί κτυπούσαν τους σκάμνους και αφαιρούσαν τα μαύρα ρούχα που κάλυπταν τις εικόνες.

Έξω, στην πλατεία της εκκλησίας, αργά τη νύχτα άναβαν τη Λαμπρατζιά, και τα μεσάνυχτα ο παπάς έλεγε το Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός, και από κερί του παπά, και από χέρι σε χερι, άναβαν ολοι τα κερια τους και ο έψελναν τον καλό λόγο.
Μετά το χριστός Ανέστη, ο κόσμος ασπαζόταν και τσούγκρίζε τα κόκκινα αυγά, λέγοντας ευχές. Ύστερα οι οικογενειάρχες πήγαιναν σπιτια τους όπου είχαν μαγειρεμένη σούπα και έτρωγαν, ενώ παρέες νεαρών έμεναν στη λαμπρατσιά και έψηναν κρέας πάνω στα καρβουνα και διασκέδαζαν ως το πρωι.

Την Κυριακή του Πάσχα στις 10 το πρωί, γινόταν ο εσπερινός της Αγάπης, και μετα οι πιστοί στα σπίτια τους έψηναν σούβλες και διασκέδαζαν. Το απόγευμα όλοι οι κάτοικοι μαζεύονταν στην κεντρικη πλατεία της εκκλησίας όπου έπαιζαν παραδοσιακά παιχνίδια και διαγωνίσματα όπως ζίζιρο, σακουλοδρομίες, γαϊδουροδρομίες, αυγοδρομίες, τράβηγμα σχοινιού κλπ.. Τα παιχνίδια διαρκούσαν και τις επόμενες δύο μέρες, δηλαδή την Δευτέρα και Τρίτη του Πάσχα.

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΙΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ: Με τη μερέζα της μανάς, ένας παίκτης έδενε τα μάτια του και προσπαθούσε να πιάσει κάποιον από τους άλλους παίκτες . Όταν τον έπιανε έπρεπε να τον αναγνωρίσει, όποτε αυτός έπαιρνε τη θέση του, ή αν δεν τον αναγνώριζε, συνέχιζε ο ίδιος.
ΚΡΕΜΑΛΑ: Σε μια κόλλα χαρτί, ο ένας παίχτης κάτω από μια κρεμάλα που σχεδίαζε έγραφε μια λέξη με το αρχικό γράμμα και το τελευταίο, ενώ στη θέση των άλλων γραμμάτων έβαζε μια παύλα για το καθε ένα. Ο αντίπαλος έλεγε κάθε φορά ένα γράμμα. Αν το έβρισκε, γραφόταν στην ανάλογη παύλα. Αν έχανε, ο συμπαίκτης του ζωγράφιζε ένα μέρος του σώματος του αρχίζοντας από την κεφαλή, κάτω από την κρεμάλα, και ούτω καθεξής έως ότου βρει την λέξη, ή έως ότου σχηματιζόταν ολόκληρο το σώμα στην κρεμάλα οπότε κρεμαζόταν και έχανε, κερδίζοντας τοιουτοτρόπως  ο άλλος.  
ΛΙΓΚΡΙΝ: Κτυπούσαν ένα κομμάτι ξύλο με ένα άλλο μεγαλύτερο, και όποιος το έσυρνε ποι μακριά.
ΖΙΖΥΡΟΣ: Σκυφτός καθώς ήταν ο παίχτης και δεν έβλεπε, ένας τον πατσάρκαζε (χτυπούσε) στη παλάμη που ήταν ανοιχτή, και όφειλε να ΄μαντέψει ποιος τον βάρεσε.
ΤΡΙΑΠΠΙΘΚΙΑ: Μια γραμμή (αφετηρία) και με 3 πηδήματα όποιος πεταχτεί μακρύτερα (τριπλούν) .
ΣΟΥΣΑ: Μαζεύονταν τα ανύπαντρα κορίτσια για να σουστούν και να τραγουδήσουν.
ΣΚΑΤΟΥΛΛΙΑΚΑ: Πλακουτσωτές πέτρες η μια πάνω στην άλλη και προσπαθούσαν να τες κουτσσισουν με άλλες από απόσταση.
ΣΑΚΟΥΛΟΔΡΟΜΙΕΣ: Ομαδικό παιχνίδι απουρρέξει ππηδώντας, έχοντας τα πόδια μέσα σε μια σακούλα.
ΓΑΟΥΡΟΔΡΟΜΙΕΣ: Απουρρέξει καβαλικεμένοι πώνα σε γάρους.
ΠΠΙΡΙΛΛΙ: Ένα μικρό λακκουιν και έριχναν από απόσταση μέσα ππιρίλλες.

ΔΙΤΖΙΜΙΝ: Το παιχνίδι της παλλικαρκάς. Μια πέτρα πολύ βάρια, την οποία όποιος σήκωνε, ήταν το παληκάρι.

ΒΑΣΚΑΝΙΑ
Μάτιασμα, βασκανία και μαγγανεία ονομάζονται οι πράξεις που γίνονται με τη βοήθεια απόκρυφων και πνευματικών δυνάμεων πέραν του συμβατού και του φυσικού.
Είναι η πρόκληση διαταραχής ή βλάβης από επίδραση κακής ενέργειας από κάποιους ανθρώπους που έχουν σκοτεινές και δαιμονικές δυνάμεις. Κυρίως προκαλείται δια των οφθαλμών, γι αυτό ονομάζεται και μάτιασμα.

Η βασκανία και το μάτιασμα προκαλούνται από θαυμασμό ή πόθο για την ομορφιά, την υγεία και τα χαρίσματα ανθρώπων, ζώων και άψυχων πραγμάτων που δεν έχουν οι βάσκανοι, με αποτέλεσμα αυτοί να φθονούν όσους τα έχουν.

Πολλές φορές το μάτιασμα προκαλείται χωρίς μαγεία ή μαγγανεία, αλλά άδολα και χωρίς συναίσθηση ή υποψία από τα άτομα που ματιάζουν, και μη γνωρίζοντας την επικίνδυνη επίδραση των ματιών ή των λόγων τους.

Άλλες φορές προκαλείται συνειδητά, όταν οι βάσκανοι καταντούν χαιρέκακοι και φθονεροί.

Αν άνθρωποι που προκαλούν το μάτιασμα και γνωρίζουν αυτή τη δύναμη τους φτύσουν και πουν,

-φτού, φτού να μη βασκαθείς,

μπορούν έτσι να μπλοκάρουν την εξερχόμενη ενέργεια τους, αποφεύγοντας την πρόκληση βασκανίας και ματιάσματος.

Στη βασκανία κάποιοι πιστεύουν και κάποιοι δυσπιστούν, ενώ ελάχιστοι την απορρίπτουν, αφού σε όλη διάρκεια της ζωής του καθενός, αρκετές φορές έτυχε να ματιαστεί με αποτέλεσμα θέλοντας ή μη όσο δύσπιστος και να είναι, να διερωτάται περί της αληθείας.

Η βασκανία εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους όπως ζαλάδα, κακή διάθεση και πονοκέφαλο χωρίς ιδιαίτερο λόγο, απλά από μια κακή συναπάντηση με κάποιον Σαββατογεννημένο, με κάποιον που έχει σμιχτά φρύδια, ή με άτομο κακότροπο και τυχαίνει να εκπέμπει δυνατό μαγνητισμό.


ΠΡΩΤΙΝΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ

Ο Χριστιανισμός παραδέχεται την ύπαρξη της βασκανίας και την αποδίδει σε επέμβαση του πονηρού πνεύματος και συνιστά τον εξορκισμό δια του σταυρού και το διάβασμα εκκλησιαστικών ευχών ή δεήσεων.


1. ΕΛΙΞΗΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

Τους παλιούς καιρούς όταν την ύπαιθρο διέρχονταν και περιφέρονταν Αθίγγανοι μεταφέροντας μαζί τους αρκούδες δίδοντας παραστάσεις στα πανηγύρια, οι χωρικοί αγόραζαν από αυτούς τρίχες της αρκούδας τις οποίες χρησιμοποιούσαν για βασκανίες και θεραπείες.

Πίστευαν ότι αν κάποιος άρρωστος είχε πυρετό, καίγοντας τις τρίχες σε κάρβουνα στο θυμιατήρι και καπνίζοντας τον ασθενή, αυτός έβρισκε τη γιατρειά του.

Πίστευαν ακόμα ότι οι τρίχες της αρκούδας ως φυλαχτό αποτρέπουν τη βασκανία, και ότι αν κάποιος ματιασμένος δρασκελείσει μια αρκούδα, ξεματιάζεται.


2. ΦΑΙΝΕΙ ΠΑΣΙ

Όταν ο ασθενής έχει ρίγος και πυρετό, μια άμεση θεραπεία είναι το κάπνισμα δια τριών Αγιασμένων φύλλων ελιάς.

Τοποθετώντας σε καπνηστήρι πάνω σε κάρβουνο ένα ένα τα φύλλα και κατά το πρώτον λέγοντας την ευχή «ζαβός, δραγός και δίδυμος», κατά το δεύτερον «Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά», και κατά το τρίτο «Φως Χριστού φαίνει πάσι», καπνίζουμε τον ασθενή άνωθεν της κεφαλής του. Ύστερα διαλύουμε σε νερό    την τέφρα των καμένων φύλλων και τον ποτίζουμε. Με αυτό τον τρόπο ο ασθενής θεραπεύεται πλήρως.


Άλλος τρόπος θεραπείας είναι να σταυρώσουμε τον ασθενή στο μέτωπο τρεις φορές λέγοντας την ευχή,

«Βάρος, τσίλος, φτόνος  έπεσεν επι τον δούλον του Θεού. Άρατε Άγιοι Άγγελοι τον ριοπυρετόν, την πύρεξιν, την καρτάναν και ρίξε τα στο Άγιον Όρος, και έπαρον το κακόν το εξ εμού ρυσθείς επ ονόματος του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν»


3. ΣΚΑΘΘΑΡΟΙ - ΚΑΛΛΟΙ

Η πικροδάφνη, αροδάφνη ή ροδοδάφνη είναι τοξικό φυτό και τα μέρη του είναι δηλητηριώδη, γι αυτό δεν πρέπει να τρώγονται. Ακόμα και οι αναθυμιάσεις από το κάψιμο της πικροδάφνης είναι επικίνδυνες γι' αυτό δεν πρέπει τα κλαδιά της να χρησιμοποιούνται σαν καυσόξυλα.

Αν και δηλητηριώδες φυτό, παράγωγα του χρησιμοποιούνται ως θεραπευτικά βότανα. Έχει θεραπευτικές ιδιότητες εναντίον του καρκίνου, θεραπεύει τον πονοκέφαλο από μεθύσι έχει επίσης επουλωτικές ιδιότητες

Είναι αυτοφυής αειθαλής θάμνος  και αναπτύσσεται σε αμμώδεις, ασβεστώδεις και ηλιόλουστες περιοχές με υγρό υπόστρωμα, όπως όχθες ποταμών σε χαμηλό υψόμετρο. Άνεδρη αροδάφνη που βλαστά και αναπτύσσεται μακριά από νερό, είναι ωφέλιμη και χρησιμοποιείται εναντίον των σκάθαρων.

Κόβοντας κλαδί πικροδάφνης, σε ένα από τα φύλλα κάνουμε με το χέρι μας τρεις φορές το σημείο του σταυρού λέγοντας

«Εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν».

Ακολούθως αποσπούμε το φύλλο με τον γύρο φλοιό του κλαδιού σχίζοντας τον με ένα μαχαιράκι λέγοντας,

«Έτσι το ίδιο να σσιειστει (σχισθεί) τσι ο σκάθαρος»

Ακολούθως θάβουμε το φύλλο κάτω από μια πέτρα, και όταν με τις μέρες αρχίσει να σέπεται, το ίδιο αρχίζει και ο σκάθαρος ή ο κάλλος να σέπεται και να θεραπεύεται.

Εάν οι κάλλοι και οι σκάθθαροι είναι περισσότεροι του ενός, τότε επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία με ίδιο αριθμό φύλλων.


4. ΒΔΕΛΛΕΣ

Η βδέλλα είναι είδος σκουληκιού που ζει σε έλη, λάκκους, λίμνες και γενικά στο νερό. Έχει σώμα πλατύ και ευέλικτο.

Στο στόμα της διαθέτει τρεις σειρές από δόντια με τα οποία κολλά στο δέρμα του ανθρώπου ή του ζώου και ρουφά αίμα, με το οποίο και τρέφεται. Το αίμα που ρουφάει μπορεί να είναι έως πέντε φορές περισσότερο από τον όγκο του σώματός της. Θεωρείται επικίνδυνη, καθώς η μεγάλη αφαίμαξη προκαλεί αδυνάτισμα και θάνατο. 

Στο παρελθόν οι βδέλλες χρησιμοποιήθηκαν στην ιατρική για τοπικές αφαιμάξεις τοποθετώντας τες στο δέρμα των ασθενών. Για την απομάκρυνσή τους χρησιμοποιείται αλατόνερο.

Οι πρωτινοί άνθρωποι τις χρησιμοποιούσαν για ξόρκισμα όταν γυναίκες παρ όλες τις προσπάθειες δεν μπορούσαν να τεκνοποιήσουν. Μάζευαν βδέλλες τις οποίες τοποθετούσαν πάνω από την νηστια (εστία φωτιάς) που μαγείρευαν, και όταν από τον καπνό της φωτιάς ξηραίνονταν, τις κοπανούσαν και το κονίαμα τους το διέλυαν σε ζεστό νερό. Ακολούθως έδιδαν στην ενδιαφερόμενη  για τεκνοποίηση να το πιει. Έπρεπε να το καταπιεί βρόγχο βρόγχο, και σε κάθε βρόγχο να λέει,

«Καθώς κολλούν οι αβτέλλες πάνω στον άνθρωπον, έτσι να κολληθεί μωρούιν πάνω πουν η μήτρα μου».