Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν φωτογραφίες ή κείμενα, να αναφέρουν την πηγή ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία.

ΜΕΡΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΜΕΡΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν πως η Χλώρακα κατοικείται από αρχαιοτάτων χρόνων. Κι όμως, μέχρι πριν από λίγες μόλις δεκαετίες, παρέμενε ένας τόπος αραιοκατοικημένος, με λίγους ανθρώπους και με γη δύσκολη, πετρώδη και σε πολλά σημεία άγονη. Ίσως γι’ αυτό η φύση είχε τον πρώτο λόγο. Εκεί όπου σήμερα υψώνονται σπίτια, πολυκατοικίες και δρόμοι, άλλοτε φύτρωνε ελεύθερη και ανενόχλητη η άγρια χλωρίδα της κυπριακής γης.

Ήταν ένας τόπος γεμάτος φυτά, θάμνους, δέντρα και αγριολούλουδα, πολλά από τα οποία σήμερα έχουν χαθεί. Καθώς όμως προς το τέλος του περασμένου αιώνα η κοινότητα άρχισε να αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς, η γη άλλαξε πρόσωπο. Ντόπιοι και ξένοι επιχειρηματίες ξεχέρσωσαν μεγάλες εκτάσεις, η οικοδομή προχώρησε και η μικρή κοινότητα μεταμορφώθηκε σταδιακά σε έναν πυκνοδομημένο τόπο.

Μαζί με τη γη χάθηκε και ένα μεγάλο μέρος της άγριας χλωρίδας και πανίδας. Δρόμοι και κτίρια σκέπασαν χώρους όπου άλλοτε φύτρωναν αμέτρητα είδη φυτών. Η ιθαγενής βλάστηση περιορίστηκε και στις αυλές των νέων οικοδομών φυτεύτηκαν, ως επί το πλείστον, ξενόφερτα δέντρα και λουλούδια.

Στη διάρκεια της δικής μου γενιάς έλαχε να συμβεί αυτή η μεγάλη αλλαγή. Και επειδή αισθάνομαι πως ανήκω κι εγώ στη γενιά που παρακολούθησε αυτή την καταστροφή της παλιάς φύσης, θέλησα να διασώσω έστω λίγα από όσα θυμάμαι. Να γράψω για μερικά από τα φυτά που κάποτε φύτρωναν στη Χλώρακα, ώστε, μέσα από αυτές τις γραμμές, οι νεότεροι να μπορέσουν να γνωρίσουν έναν κόσμο που δεν πρόλαβαν να δουν.

Δεν είναι πλήρης καταγραφή. Είναι μόνο ένα μικρό μέρος της χλωρίδας που θυμάμαι και γνώρισα. Είναι, περισσότερο, μια περιήγηση στη φύση των παιδικών μου χρόνων.

ΡΙΖΑΡΙ

Στη Χλώρακα το ριζάρι, ή αλιζάρι, φύτρωνε άφθονο στις ακτές του κόλπου του Πηλού, όπου τα εδάφη ήταν κοννώδη, δηλαδή αργιλώδη.

Το ριζάρι είναι θάμνος που αυτοφύεται σε αργιλώδη εδάφη. Από τη ρίζα του παραγόταν παλαιότερα μια κόκκινη χρωστική, κατάλληλη για τη βαφή νημάτων. Στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια και για το βάψιμο των πασχαλινών αυγών. Τα αυγά που βάφονταν με ριζάρι αποκτούσαν ένα βαθύ, όμορφο κόκκινο χρώμα και η βαφή ήταν ανεξίτηλη.

Στη Χλώρακα, τα παιδιά περίμεναν με χαρά τη Μεγάλη Τετάρτη. Μαζεύονταν σε ομάδες και κατέβαιναν στον κόλπο του Πηλού για να μαζέψουν το ριζάρι. Ύστερα το παρέδιδαν στις γιαγιάδες και στις μητέρες τους, γιατί την επόμενη ημέρα, τη Μεγάλη Πέμπτη, μετά την εκκλησία, θα έβαφαν τα πασχαλινά αυγά.

Το ριζάρι μπορούσε να φτάσει σε ύψος μέχρι και ενάμισι μέτρο, ενώ η ρίζα του ήταν μακριά και αρκετά παχιά. Από αυτήν προερχόταν η αλιζαρίνη, η ουσία που έδινε το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα.

Η χρήση του περιορίστηκε όταν εμφανίστηκαν οι χημικές βαφές.

Η διαδικασία του βαψίματος ήταν απλή. Οι ρίζες του ριζαριού κοπανίζονταν στο χτοσιέρι, το παλιό γουδί, για να ελευθερωθεί ευκολότερα το χρώμα. Έπειτα βράζονταν σε νερό για περίπου δέκα λεπτά και αφήνονταν να σταθούν για μερικές ώρες ή και ολόκληρη τη νύχτα. Το πρωί το υγρό σουρωνόταν και μέσα σε αυτό έμπαιναν τα αυγά. Προσέθεταν λίγο ξύδι και νερό όσο χρειαζόταν για να τα σκεπάζει και τα έβραζαν μέχρι να πάρουν το επιθυμητό χρώμα.

Για άλλα χρώματα χρησιμοποιούνταν και άλλα φυτικά υλικά: σπανάκι για πράσινο, παντζάρι για ροζ, πάπρικα για πορτοκαλί, κόκκινο λάχανο για μπλε και μωβ και κουρκουμάς για κίτρινο.

Ήταν ένας παλιός τρόπος βαφής, γεννημένος από την ανάγκη, αλλά και από τη γνώση που περνούσε από τη μια γενιά στην άλλη.

ΣΚΟΥΡΟΥΠΑΘΚΙΑ – ΓΑΖΙΑ

Σκούρουπαθοι, πανέμορφοι και ευωδιαστοί.

Είχαμε μια σκουρουπαθκιά στην άκρη της αυλής, μοναδική σε ολόκληρο το χωριό. Άπλωνε τα κλαδιά της έξω στον δρόμο και τα πρωινά μοσχομύριζε ολόκληρη η γειτονιά.

Οι χωριανοί έρχονταν να κόψουν και να μυρίσουν τα ευωδιαστά άνθη της, προσεκτικά όμως, γιατί πίσω από την ομορφιά των λουλουδιών κρύβονταν τα αγκάθια των κλαδιών της. Όσο υπέροχο ήταν το άρωμα των κατακίτρινων, στρογγυλών λουλουδιών της, άλλο τόσο επικίνδυνα ήταν τα αγκάθια της.

Εγώ, μικρό παιδί τότε, έβλεπα τη μάνα μου να μαζεύει τα λουλουδάκια και να τα βάζει στο ερμάρι, για να ευωδιάζουν τα ρούχα και να διώχνουν τον σκόρο. Έβλεπα και τους μεγάλους να τα κόβουν προσεκτικά για να τα μυριστούν και έκανα κι εγώ το ίδιο.

Καμιά φορά όμως τραυματιζόμουν. Έβλεπα το αίμα να τρέχει από τα χέρια μου και πήγαινα στη μάνα μου κλαίγοντας. Στην αρχή με συμβούλευε να προσέχω. Ύστερα, όταν οι ίδιες ιστορίες επαναλαμβάνονταν, με μάλωνε γιατί ήμουν απρόσεκτος.

Είναι μια από τις γλυκές μου θύμησες από τη μάνα μου, που έφυγε από τη ζωή πολύ νέα.

Η σκουρουπαθκιά είναι ημιαειθαλές δέντρο ή θάμνος, που σε ήπιους χειμώνες δεν ρίχνει όλα τα φύλλα του. Μπορεί να φτάσει σε ύψος δύο έως τριών μέτρων. Τα κλαδιά της είναι αγκαθωτά και τα φύλλα της σύνθετα. Ανθίζει κυρίως από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάρτιο και τα χρυσοκίτρινα άνθη της είναι ιδιαίτερα αρωματικά. Είναι ανθεκτική στην ξηρασία και συναντάται κυρίως σε παραθαλάσσιες περιοχές.

ΤΡΕΜΙΘΚΙΑ – ΤΡΕΜΙΘΟΣ

Η τρεμιθκιά είναι μεγάλο, φυλλοβόλο και μακρόβιο δέντρο, με πλατιά κόμη. Μπορεί να φτάσει σε μεγάλο ύψος και ο κορμός της να γίνει τεράστιος με το πέρασμα των αιώνων. Υπήρχαν, όπως λέγεται, τρεμιθκιές που έφταναν σε ηλικία ακόμη και δύο χιλιάδων χρόνων.

Οι τρυφεροί βλαστοί της τρώγονταν ωμοί ή διατηρούνταν σε αλατόνερο και ξίδι. Οι καρποί της, τα τρεμίθκια, όταν ωρίμαζαν τρώγονταν ωμοί ή αποξηραίνονταν και διατηρούνταν σε αλατόνερο. Έτσι γίνονταν τα γνωστά τρεμύθκια τσακιστά.

Από τα τσακιστά τρεμίθκια οι νοικοκυρές έφτιαχναν και τις εύγευστες, τραγανές τρεμιθόπιτες.

Από τον τρέμιθο παραγόταν επίσης η γνωστή παφίτικη πίσσα.

Όταν ήμουν μικρό παιδί, μαθητής του δημοτικού, θυμάμαι ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής της παφίτικης πίσσας. Την παρακολουθούσα, αλλά και συμμετείχα σ’ αυτήν, γιατί η στετέ μου η Δεσποινού την παρήγαγε επαγγελματικά.

Εκείνα τα παλιά, πέτρινα χρόνια, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Μεσοπόλεμο και μέχρι τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι χωρικοί ασχολούνταν με πολλές δουλειές για να εξασφαλίσουν έναν φτωχικό επιούσιο και να θρέψουν τις οικογένειές τους.

Θυμάμαι που μικρά παιδιά, μαζί με τα ξαδέλφια μου, μαζευόμασταν στο σπίτι της στετές μας. Εκείνη, για να μας απασχολεί αλλά και για να βοηθούμε την οικογένεια, μας έβαζε να κάνουμε διάφορες δουλειές.

Μαζεύαμε τρεμίθια για την παραγωγή τρεμιθόλαου ή, αν ήταν καλοτσάκιστα, τα αλατίζαμε κάτω από την καθοδήγησή της και τα απλώναμε στην ταράτσα για να ξεραθούν στον ήλιο.

Βακλούσαμε τεράτσια και βελανίδια, μαζεύαμε αλάτι από τις Αλυκές του χωριού, προσέχαμε τα πρόβατα, τα λούζαμε στη θάλασσα, τα κουρεύαμε και τα γαλεύαμε.

Και τα καλοκαίρια, κάθε πρωί, με τη δροσιά, μαζεύαμε την πίσσα από τις τρεμιθιές, που τότε φύτρωναν κατά εκατοντάδες σε ολόκληρη τη Χλώρακα.

Με ένα ξινάρι η στετέ μου η Δεσποινού χτυπούσε τους χοντρούς κορμούς των αιωνόβιων δέντρων και τους κόντρωνε, δηλαδή τους δημιουργούσε μικρές πληγές. Τα δέντρα, στην προσπάθειά τους να θεραπεύσουν τις πληγές, έκκριναν μια παχύρρευστη, ασπροειδή έως κιτρινωπή ουσία, την πίσσα, που κάλυπτε τις πληγές του κορμού.

Ένα μέρος της έπεφτε στη γη. Γι’ αυτό το χώμα κάτω από τα δέντρα έπρεπε να είναι καθαρό από φύλλα και ακαθαρσίες. Κάθε πρωί, με ένα μικρό κομμάτι ξύλο, μαζεύαμε την πίσσα από το χώμα και από τις πληγές των κορμών. Η δουλειά γινόταν καθημερινά, ώστε η πίσσα να παραμένει μαλακή και να μαζεύεται εύκολα.

Την τοποθετούσαμε σε ένα μαστράπι, ένα μικρό κουβαδάκι από κονσέρβα, συνήθως από βούτυρο ή γάλα. Το παραδίδαμε στη στετέ μας, η οποία την φύλαγε μέχρι να συγκεντρωθεί αρκετή ποσότητα.

Τότε άρχιζε η δεύτερη φάση.

Η στετέ μου έβαζε την πίσσα σε μια μαϊρίσσα και την έβραζε σε χαμηλή φωτιά. Την ανακάτευε συνεχώς για να μην κολλήσει. Με το βράσιμο απομακρύνονταν τα ξένα έλαια και η πίσσα έπαιρνε ένα κιτρινωπό, γαλακτώδες χρώμα.

Όταν έβραζε καλά, την έριχνε σε μια μικρή σκάφη γεμάτη νερό. Εκεί, αφού στερεοποιούνταν, την τραβούσε, την τέντωνε και την ζύμωνε ξανά και ξανά. Όσο περισσότερο δούλευε η πίσσα, τόσο το κιτρινωπό της χρώμα γινόταν λευκό, μέχρι που έπαιρνε ένα καθαρό, κάτασπρο χρώμα.

Τότε, όσο ήταν ακόμη μαλακή, την έκοβε σε κομμάτια και την τύλιγε σε κατσιαρόκολλα, έτοιμη για πώληση.

Ο παππούς μας, ο Λεωνής, την πουλούσε μαζί με άλλα οικογενειακής παραγωγής προϊόντα στα διάφορα πανηγύρια. Με τον γάιδαρό του, τον Σιερκά, ταξίδευε για ώρες, έφτανε μέχρι την Τσάδα και ακόμη πιο πέρα και πουλούσε την πραμάτεια του, την οποία μετέφερε πάνω στο ζώο.

Έτσι ήταν τότε η ζωή. Ένα δέντρο, ένα κομμάτι γης, ένας γάιδαρος και δυο χέρια μπορούσαν να γίνουν ολόκληρο επάγγελμα.

ΠΑΛΛΟΥΡΕΣ

Η παλλούρα είναι αυτοφυής, ακανθώδης θάμνος που φυτρώνει σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές, σε πετρώδη εδάφη, στις παραλίες και στα αργάκια, σχεδόν σε ολόκληρη την Κύπρο.

Τα φύλλα της είναι μικρά και ο καρπός της αποτελεί τροφή για τα πουλιά. Μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά, φτάνοντας σε ύψος μέχρι και τέσσερα μέτρα.

Σε κάθε τόπο όπου φύτρωναν πολλές παλλούρες, οι άνθρωποι συνήθιζαν να δίνουν τοπωνύμια που σχετίζονταν με αυτές.

Τα παλιά χρόνια οι Χλωρακιώτες γεωργοί χρησιμοποιούσαν τις παλλούρες για φραμό. Όταν έσπερναν λασάνια με σπόρους για να παράγουν φυτά που αργότερα θα μεταφύτευαν στα χωράφια, έπρεπε να προστατεύσουν τους σπόρους από τις όρνιθες. Καθώς σχεδόν κάθε αυλή είχε γουμάδες, έφρασσαν τα λασάνια με παλλούρες. Οι πυκνοί και ακανθώδεις φραμοί δεν επέτρεπαν στις όρνιθες να περάσουν.

Η ζήτηση ήταν μεγάλη, επειδή όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία. Από τη μακρινή Πέγεια έρχονταν έμποροι με γαϊδούρια φορτωμένα με δεμάτια παλλούρες και τα πουλούσαν στους Χλωρακιώτες γεωργούς.

Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι δυο μαυροφορεμένες γυναίκες από την Πέγεια, τη Σιεφκού και την κόρη της Κατερίνα, φίλες της στετές μου. Καβαλικεμένες σε δυο γαϊδουράκια, έσερναν μαζί τους ένα ολόκληρο κομβόι από πέντε-έξι άλλα γαϊδούρια, φορτωμένα με παλλούρες τόσο ψηλά, ώστε μόλις να μη γέρνουν.

Έρχονταν στην αυλή μας, που ήταν τόπος συνάθροισης των ενδιαφερομένων αγοραστών. Πάνω στα γαϊδουράκια που καβαλίκευαν είχαν και δισάκια γεμάτα σιουσιούκκο, κιοφτέρκα, όψιμο και ππαλουζέ, προϊόντα δικής τους παρασκευής που επίσης πουλούσαν.

Απέναντι από την αυλή μας είχε χωράφια ο γείτονάς μας ο Οξείας, ο οποίος φύτευε πολλά λασάνια και ήταν ο καλύτερος πελάτης των δυο γριούλων.

Όταν το δείλι έπεφτε και δεν είχαν ακόμη ξεπουλήσει, η στετέ μου τις φιλοξενούσε τη νύχτα.

Κι εγώ τις περίμενα με αδημονία να έρθουν, γιατί πάντα μας έφερναν δώρα από τις ωραίες λιχουδιές τους.

ΜΕΡΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΚΛΟΥΝΟΥΣ

Οι Κλούνοι στη Χλώρακα ήταν ένας σημαντικός υγρότοπος, με τρεχούμενα και στάσιμα νερά και μεγάλη οικολογική σημασία. Η πανίδα και η χλωρίδα της περιοχής ήταν πλούσια, ποικίλη και σε πολλά σημεία σπάνια.

Ανάμεσα στα πολλά είδη θάμνων που φύτρωναν εκεί ήταν και οι μερσινιές, που έδιναν τους γλυκούς μερσινόκοκκους.

Η μερσινιά, ή μυρτιά, είναι αρωματικός αυτοφυής θάμνος με μικρά, λογχοειδή και ευωδιαστά φύλλα. Ευδοκιμεί σε υγρούς τόπους, έχει λευκά άνθη και ο καρπός της είναι μια μικρή ράγα, συνήθως μαύρη ή λευκή.

Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν μύρτο και την είχαν αφιερωμένη στην Πάφια Αφροδίτη. Σύμφωνα με την παράδοση, η Αφροδίτη, όταν γεννήθηκε από τη θάλασσα, σκέπασε το γυμνό κορμί της με κλαδιά μυρτιάς.

Για τους αρχαίους η μυρτιά ήταν επίσης σύμβολο της παρθενίας και του έρωτα. Κατά τις γαμήλιες τελετές οι μελλόνυμφοι φορούσαν στεφάνια από μυρτιά, παράδοση που σε διάφορες μορφές διατηρήθηκε μέχρι τα νεότερα χρόνια.

Όταν κάποιος κρατήσει ένα φύλλο μυρτιάς απέναντι στο φως, μπορεί να διακρίνει μικρές, διάφανες κηλίδες. Είναι οι αδένες που περιέχουν το αρωματικό αιθέριο έλαιο του φυτού. Οι αρχαίοι όμως έπλασαν γύρω από αυτές τις μικρές κηλίδες έναν δικό τους μύθο, συνδέοντάς τες με την τραγική ιστορία του Ιππόλυτου και της Φαίδρας.

Από τα φύλλα, τα κλαδιά και τα άνθη της παράγεται μυρτέλαιο, ενώ το ξύλο της θεωρείται κατάλληλο για διάφορες χειροτεχνικές χρήσεις.

Στη Χλώρακα οι μερσινιές φύτρωναν στους Κλούνους. Ο υγρότοπος όμως χάθηκε κάτω από την οικοδομική ανάπτυξη. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν νερά, φυτά και άγρια ζωή, σήμερα υψώνονται πολυκατοικίες.

ΤΑ ΑΓΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Η Χλώρακα έχει συνδέσει το όνομά της με την παραγωγή των αγγουριών, που έγιναν ξακουστά σε ολόκληρη την Κύπρο και πέρα από αυτήν. Ήταν γνωστά για την πρωιμότητα, το μεγάλο τους μέγεθος και, πάνω απ’ όλα, για τη γεύση και το άρωμά τους.

Το αγγούρι, από μόνο του, είναι ένα απλό ζαρζαβατικό και ένας φυσιοδίφης ίσως να μην είχε πολλά να γράψει γι’ αυτό. Αν όμως ένας ιστορικός ασχοληθεί με τα αγγούρια της Χλώρακας, μπορεί να γράψει πολλές σελίδες.

Εγώ αποφάσισα να γράψω λίγη από αυτή την ιστορία ύστερα από μια ευγενική παράκληση του φίλτατου προέδρου του Ακρίτα, Λουκά Γιουκκά, στην οποία δεν μπορούσα να αρνηθώ.

Δεν ξέρω ακριβώς με ποια ιδιότητα μου ζητήθηκε να γράψω. Ίσως επειδή για δεκαετίες ήμουν φθαρτέμπορος, ίσως επειδή αργότερα ασχολήθηκα με τη συγγραφή και την έκδοση της εφημερίδας της Χλώρακας. Όπως και να έχει, γνώριζα το αντικείμενο από πρώτο χέρι.

Και έτσι αποφάσισα να ιστορήσω και να καταγράψω την ιστορία του αγγουριού της Χλώρακας.

Στις αρχές του περασμένου αιώνα οι κάτοικοι της κοινότητας ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία. Υπήρχαν εδάφη κατάλληλα για την καλλιέργεια αγγουριών και το κλίμα ήταν ευνοϊκό. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν το νερό, που ήταν λιγοστό.

Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν κυρίως σιτηρά. Στις ψηλότερες περιοχές όμως, όπου υπήρχαν φτανοχώραφα και καυκάλλες, έφερναν με γαϊδούρια ξένα χώματα και τα έριχναν πάνω στη σκληρή γη, δημιουργώντας σταδιακά κατάλληλο έδαφος για τις αγγουριές.

Έφερναν ακόμη νερό από την Έμπα με αυλάκια, ένα δύσκολο και κοπιαστικό εγχείρημα. Έτσι, από τα παλιά χρόνια, η Χλώρακα έγινε τόπος μεγάλης παραγωγής αγγουριών.

Η φήμη τους μεγάλωσε ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, όταν πρωτοπόροι Χλωρακιώτες γεωργοί κατασκεύασαν γυάλινα θερμοκήπια και κατάφεραν να παράγουν αγγούρια ακόμη και μέσα στον χειμώνα.

Ήταν τα μεγάλα αγγούρια της αυλακιάς.

Κάποτε, την εποχή εκείνη, η τιμή τους έφτασε στην αστρονομική για τα δεδομένα της εποχής τιμή των δυόμισι λιρών την οκά. Η είδηση γράφτηκε πρωτοσέλιδα με μεγάλα γράμματα στην εφημερίδα «Τελευταία Ώρα».

Τα παλιά αγγούρια της Χλώρακας ήταν μεγάλα και συχνά στραβά. Από αυτό, αλλά και από την υψηλή τους τιμή, έμεινε στη λαϊκή γλώσσα η γνωστή φράση «αγγούρκα της Χλώρακας».

Τα ίσια αγγούρια ήταν περισσότερο εμπορεύσιμα. Για να τα κάνουν ίσια, οι γεωργοί φρόντιζαν να καλλιεργούν τις αγγουριές σε μαλακό και καλά προετοιμασμένο χώμα, χωρίς σβώλους και άλλα εμπόδια που θα εμπόδιζαν την ανάπτυξή τους.

Αργότερα, με την εξέλιξη των καλλιεργητικών μεθόδων και την εμφάνιση νέων υβριδίων, τα παλιά αγγούρια αντικαταστάθηκαν από νέες ποικιλίες, μεγαλύτερης παραγωγής και πιο ομοιόμορφου σχήματος. Αργότερα ήρθαν τα σημερινά κοντά αγγουράκια.

Όμως οι παλιοί Χλωρακιώτες εξακολουθούν να θυμούνται τη διαφορετική γεύση και το άρωμα των αγγουριών των παιδικών τους χρόνων.

Μέχρι περίπου το 2000 η παραγωγή αγγουριού αποτελούσε μια από τις κύριες ασχολίες των κατοίκων της Χλώρακας. Οι ποσότητες ήταν τόσο μεγάλες ώστε η κυπριακή αγορά δεν μπορούσε να τις απορροφήσει και πολλοί έμποροι στράφηκαν στις εξαγωγές.

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της γεωργίας διαδραμάτισε, σύμφωνα με τη μνήμη της εποχής, ο Χλωρακιώτης Ανδρέας Αζίνας, ο οποίος μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέλαβε κυβερνητικές και συνεργατικές θέσεις και προώθησε την ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής και των εξαγωγών.

Με την οικονομική στήριξη, τα δάνεια, τις νέες ποικιλίες και τη δημιουργία σύγχρονων θερμοκηπίων, η Χλώρακα μετατράπηκε σε έναν απέραντο χώρο παραγωγής αγγουριών και άλλων φθαρτών προϊόντων.

Η φήμη των αγγουριών της έφτασε μέχρι την Ευρώπη.

Το 1971, όταν η γνωστή ηθοποιός Ράκελ Γουέλς επισκέφτηκε την Κύπρο για τα γυρίσματα της ταινίας «Πολυαγαπημένη», όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους τι άλλο της άρεσε στην Κύπρο, λέγεται πως απάντησε αναφερόμενη στα αγγούρια της Χλώρακας.

Σήμερα η Χλώρακα έχει το όνομα, αλλά δεν έχει πια τη χάρη εκείνης της εποχής.

Κατά τη δεκαετία 2000–2010 η αξία της γης αυξήθηκε απότομα εξαιτίας της οικοδομικής ανάπτυξης. Πολλά χωράφια πουλήθηκαν ή οικοδομήθηκαν. Τα θερμοκήπια άρχισαν να εξαφανίζονται και μαζί τους έσβησε σταδιακά και η μεγάλη, ξακουστή παραγωγή του αγγουριού της Χλώρακας.

Έμεινε όμως το όνομα.

Και μαζί του έμεινε μια ολόκληρη εποχή.

ΚΡΙΝΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Στην παραλία του Κοτσιά, λίγο πιο πάνω από εκεί όπου σκάει το κύμα, συναντάς μέσα στον καυτό Αύγουστο ένα ολόλευκο, μοναχικό λουλούδι.

Είναι το κρίνο της θάλασσας.

Μέσα στην καυτή και στεγνή άμμο προβάλλει δυνατό και ανθεκτικό, σαν ένα μικρό θαύμα της φύσης. Ένα δώρο του γιαλού.

Είναι ο κρίνος της άμμου, ο ανθός της θάλασσας, που μοιάζει με ένα ταπεινό «χαίρε» της φύσης μέσα στην κάψα του καλοκαιριού.

Η παραθαλάσσια περιοχή του Κοτσιά είναι ένας μεγάλος κόλπος, με μια μακριά παραλία σκεπασμένη από τόνους καθαρής άμμου που ξεβράζει συνεχώς η θάλασσα.

Σύμφωνα με την παλιά τοπική αντίληψη, τα δυνατά και αντίθετα θαλάσσια ρεύματα που συναντιούνται στην περιοχή δημιουργούν κόντρα κύματα, τα οποία μεταφέρουν και αποθέτουν άμμο στην ακτή.

Στην παλιά κυπριακή λαϊκή γλώσσα, όταν ήθελαν να πουν πως ο Θεός στέλνει αγαθά, χρησιμοποιούσαν τη φράση «Κοτσιά ο Θεός». Η λέξη «κοτσιώ» σήμαινε σπέρνω και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, από αυτή τη σημασία συνδέθηκε η περιοχή με το όνομα Κοτσιάς, σαν να «κοτσιά» η θάλασσα την άμμο στην ακτή.

Οι παλιοί παρατηρούσαν ακόμη τη θάλασσα και έβγαζαν τα δικά τους σημάδια για τον καιρό. Όταν είχε μεγάλη τρικυμία και η θάλασσα δεν έβγαζε άμμο, έλεγαν πως τα δυνατά ρεύματα την παρέσερναν στα βαθιά. Τότε στην ακτή έμεναν σωροί από πέτρες. Όταν οι πέτρες χτυπούσαν μεταξύ τους από τη δύναμη των κυμάτων και ο θόρυβός τους ακουγόταν μέχρι το χωριό, οι παλιοί το θεωρούσαν σημάδι επερχόμενης καλοκαιρίας.

Η παραλία του Κοτσιά ήταν ιδανικός τόπος για λουόμενους όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη. Όταν όμως υπήρχαν ισχυρά ρεύματα, γινόταν επικίνδυνη και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά πνιγμών.

Και πάνω στην κατάλευκη αμμουδιά φύτρωνε το κρίνο του γιαλού, ένα πανέμορφο και ευωδιαστό φυτό των αμμωδών ακτών.

Είναι φυτό που χρειάζεται προστασία. Φυτρώνει σε αμμώδεις παραλίες και αμμόλοφους, ακόμη και σε απόσταση από τη θάλασσα. Ανθίζει από το καλοκαίρι προς το φθινόπωρο. Τα άνθη και τα φύλλα του ξεπροβάλλουν μέσα από την καυτή άμμο.

Τα άνθη του αρχίζουν να ανοίγουν προς το τέλος της ημέρας και προχωρούν στο πλήρες άνοιγμά τους καθώς πέφτει η νύχτα. Τα φύλλα του είναι σαρκώδη, γκριζοπράσινα και μακριά. Οι καρποί του περιέχουν μεγάλους, σκούρους σπόρους, μέσα στους οποίους βρίσκεται ο μικρός βολβός από τον οποίο θα αρχίσει ένας νέος κύκλος ζωής.

Κάθε χρόνο το λουλούδι επιστρέφει στην ίδια άμμο, σαν να γνωρίζει πως εκεί ανήκει.

ΑΘΑΝΑΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ

Ο παλιός μύθος λέει πως ο Αθάνατος ήταν ένας ήρωας. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, οι Μοίρες προείπαν στη μητέρα του πως θα πέθαινε αν καιγόταν ολόκληρος ο δαυλός που έκαιγε πάνω στην εστία του σπιτιού.

Η μάνα έσβησε αμέσως τον δαυλό και τον έκρυψε μέσα στην κουφάλα μιας αιωνόβιας βελανιδιάς, ώστε να μην τον δει ανθρώπου μάτι και να μην μπορέσει κανείς να τον ανάψει.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Αθάνατος έγινε ξακουστός ήρωας.

Μια βαρυχειμωνιά, ένας κεραυνός χτύπησε τη βελανιδιά. Το δέντρο κάηκε, κάηκε και ο δαυλός και μαζί του πέθανε και το παλληκάρι.

Η μάνα του έκλαψε απαρηγόρητα για μέρες και νύχτες. Ο Δίας τη λυπήθηκε και, σύμφωνα με τον μύθο, μετέτρεψε τον αγαπημένο της γιο σε πανέμορφα αθάνατα λουλούδια, για να μη μαραθούν ποτέ και να την συντροφεύουν παντοτινά.

Τα αθάνατα, ή αμάραντα, είναι πολυετή φυτά που συναντώνται την άνοιξη και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Στην κυπριακή ορολογία ονομάζονται αθάνατα και φυτρώνουν στις άγονες, βραχώδεις ακτές, ακόμη και πάνω στην άμμο.

Τα άνθη τους διατηρούν για πολύ καιρό το χρώμα τους ακόμη και μετά την αποξήρανση. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν αθάνατα ή αμάραντα.

Οι παλαιότεροι τα χρησιμοποιούσαν ακόμη και για το στόλισμα του Επιταφίου του Χριστού.

Τα τρυφερά φύλλα τους έχουν όξινη γεύση και οι παλιοί τα μαγείρευαν όταν ήθελαν να δώσουν ξινή γεύση στα φαγητά τους.

ΚΥΡΤΑΜΑ

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Δίας θύμωσε με τον Προμηθέα, επειδή εκείνος είχε το θράσος να του προσφέρει ένα πιάτο γεμάτο κόκαλα και λίπος αντί για ένα καλό κομμάτι κρέας. Για τιμωρία αφαίρεσε από τους ανθρώπους το προνόμιο της φωτιάς.

Ο Προμηθέας όμως, που αγαπούσε τους ανθρώπους, κατάφερε να κλέψει τη φωτιά και να την κρύψει μέσα σε μια σχισμή ενός κύρταμου. Αργότερα την παρέδωσε ξανά στην ανθρωπότητα.

Για την πράξη του αυτή τιμωρήθηκε από τον Δία, ο οποίος τον έδεσε σε έναν βράχο και έστειλε έναν αετό να τρώει καθημερινά το συκώτι του.

Στη Χλώρακα τα κύρταμα τα συναντούσαμε στις παραθαλάσσιες περιοχές, από τα Ροδαφίνια και το Δήμμα μέχρι τον Πηλό.

Τα αναγνωρίζαμε εύκολα από τα ασπροπράσινα, λεία και σαρκώδη φύλλα τους. Είναι απλωμένα πυκνά στις σχισμές των βράχων και στις πετρώδεις ακτές, δημιουργώντας μικρά πράσινα λιβάδια μέσα στο βραχώδες τοπίο.

Το κύρταμο είναι μικρό, πολυετές παχύφυτο, με παχείς και λείους βλαστούς και φύλλα. Τα κιτρινοπράσινα άνθη του εμφανίζονται το καλοκαίρι.

Οι σπόροι του μοιάζουν με το κριθάρι και γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν «κρίθμον».

Από την αρχαιότητα ήταν γνωστό ως φυτό με ιδιαίτερες ιδιότητες και χρησιμοποιούνταν και ως έδεσμα. Ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος το αναφέρουν στα έργα τους.

Ο Διοσκουρίδης το περιγράφει ως παραθαλάσσιο φυτό με στιλπνά φύλλα και αλμυρή γεύση, σημειώνοντας ότι μπορούσε να καταναλωθεί ωμό ή να διατηρηθεί σε άλμη.

Έτσι το κύρταμο, ένα μικρό φυτό των βράχων, συνδέει ακόμη και σήμερα τη Χλώρακα με μια πολύ παλιά γνώση της Μεσογείου.

ΤΡΙΒΟΛΙ

Το τριβόλι είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα φυτά της κυπριακής φύσης. Φυτρώνει εύκολα σχεδόν παντού, στα χωράφια, στις αυλές και στους ανοιχτούς χώρους.

Στην παραδοσιακή βοτανολογία το φυτό έχει συνδεθεί με διάφορες ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και αφροδισιακές και τονωτικές. Στις παλιότερες αντιλήψεις αποδιδόταν ακόμη η ικανότητα να ενισχύει τη σεξουαλική δύναμη και την αντοχή.

Ανθίζει από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο και φέρει μικρά κίτρινα άνθη. Ο καρπός του είναι στρογγυλός και επίπεδος και αποτελείται από πέντε τμήματα, καθένα από τα οποία φέρει σκληρά αγκάθια.

Αυτά τα αγκάθια είναι και εκείνα που κάνουν το τριβόλι τόσο χαρακτηριστικό. Όποιος περπάτησε ξυπόλυτος στα χωράφια της παλιάς Χλώρακας δύσκολα τα ξεχνά.

ΚΑΝΝΑΒΗ

Όσοι γεννήθηκαν στη Χλώρακα πριν από το 1955, αλλά και όσοι έζησαν εδώ στα παλιότερα χρόνια, θυμούνται τις απέραντες εκτάσεις κάνναβης που φύτρωναν στα χωράφια της κοινότητας.

Η κάνναβη αποτελούσε μια από τις πηγές εισοδήματος των κατοίκων και πολλοί ασχολούνταν με την καλλιέργεια και την επεξεργασία της.

Από διήγηση του Κώστα Λιασίδη, ηλικίας τότε ογδόντα τεσσάρων ετών, καταγράφεται η ακόλουθη περιγραφή της παλιάς καλλιέργειας.

Η κάνναβη είναι φυτό με οδοντωτά φύλλα και ραβδωτά στελέχη, προσαρμοσμένο σε διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες. Βλαστάνει εύκολα και, σύμφωνα με την παλιά εμπειρία των γεωργών, δεν απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα πέρα από το πότισμα.

Η καλλιέργειά της άρχιζε τον Απρίλιο. Τα χωράφια πλημμύριζαν με νερό και, όταν το χώμα γινόταν αφράτο και στεγνό αλλά διατηρούσε την υγρασία του, οργώνονταν και σαρακλίζονταν.

Ύστερα κατασκεύαζαν τα λασάνια, μικρές επίπεδες περιοχές όπου το χώμα ήταν ανασηκωμένο στις άκρες, ώστε να συγκρατεί το νερό. Εκεί έσπερναν το κανναβούρι και πότιζαν περίπου κάθε οκτώ ημέρες.

Σε δυο περίπου μήνες τα φυτά μεγάλωναν και άνθιζαν. Στα μέσα του καλοκαιριού, κατά τον Αύγουστο, ήταν έτοιμα για ξερίζωμα.

Τα έδεναν σε λεπτά δεμάτια και τα τοποθετούσαν όρθια σε μεγάλες σωρούς, τις «σκουλιές», ώστε να μαραθούν και να ξεραθούν στον ήλιο.

Ύστερα τα αντίνασσαν, δηλαδή τα χτυπούσαν πάνω σε κανναβάτσους απλωμένους στο έδαφος, για να αποκολληθεί το κανναβούρι από τις φούντες.

Οι κορμοί που έμεναν μούλιαζαν σε λίμνες με νερό για αρκετές ημέρες. Με τον τρόπο αυτό μαλάκωναν και γίνονταν ευλύγιστοι. Έπειτα τους ξέπλεναν, τους άπλωναν στον ήλιο και, όταν στέγνωναν, τους έβαζαν στη «μελιτσιά» και τους κοπανούσαν ώστε να διαχωριστούν οι ίνες.

Οι ίνες αποθηκεύονταν σε σακούλες και αποτελούσαν εμπόρευμα προς πώληση.

Μεγάλος έμπορος της εποχής ήταν ο Κωνσταντής Πενταράς, ο οποίος τις μεταπωλούσε στη Λεμεσό και στη Λευκωσία. Υπήρχε επίσης βιοτεχνία στη Μεσόγη που κατασκεύαζε σχοινιά και άλλα προϊόντα και προμηθευόταν την πρώτη ύλη από Χλωρακιώτες παραγωγούς.

Οι γεωργοί που χρειάζονταν σχοινιά για τα ζώα τους συχνά τα κατασκεύαζαν μόνοι τους. Το κανναβόξυλο χτυπιόταν με τις «μελιτσιές», ξύλινα εργαλεία που βοηθούσαν στον διαχωρισμό των ινών από το ξύλο. Στη συνέχεια οι ίνες επεξεργάζονταν με την «ανέμη» και το «δουλάπι» και έτσι γίνονταν τα σχοινιά.

Η κάνναβη είχε πολλές χρήσεις και αποτέλεσε για αιώνες σημαντική πρώτη ύλη για σχοινιά, υφάσματα και άλλα προϊόντα. Αργότερα η καλλιέργειά της περιορίστηκε και απαγορεύτηκε.

Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1960, στις χαμηλές περιοχές της Πάφου, πολλοί κάτοικοι ασχολούνταν συστηματικά με την καλλιέργειά της ως πηγή εισοδήματος.

Στη μνήμη των παλαιότερων Χλωρακιωτών όμως η κάνναβη δεν είναι μόνο ένα φυτό. Είναι εικόνα των παλιών χωραφιών, της γεωργικής ζωής και μιας εποχής κατά την οποία ο άνθρωπος ήξερε να αξιοποιεί σχεδόν καθετί που του πρόσφερε η γη.

ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ – Ο ΜΟΥΣΚΟΣ

Στη Χλώρακα τον ονόμαζαν Μούσκο ή Αρκάδρωπο.

Μούσκο τον έλεγαν επειδή, όταν ο καρπός του ωρίμαζε, ανέδιδε ευχάριστη μυρωδιά. Αρκάδρωπο τον ονόμαζαν επειδή η ρίζα του, που χωρίζεται στα δύο, έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα.

Ο μανδραγόρας ήταν ένα φυτό που από τα παλιά χρόνια περιβαλλόταν από θρύλους, φόβους και παράξενες παραδόσεις.

Έχει μεγάλα φύλλα και χαρακτηριστική διχαλωτή ρίζα, που μπορεί να θυμίσει ανοιχτά ανθρώπινα πόδια.

Οι παλιές παραδόσεις έλεγαν πως όταν κάποιος επιχειρούσε να ξεριζώσει τον μανδραγόρα, ακουγόταν ένας υπόκωφος έως εκκωφαντικός ήχος, σαν στριγκλιά, που μπορούσε να σκοτώσει ή να τρελάνει εκείνον που θα τολμούσε να τον ξεριζώσει.

Γι’ αυτό και οι άνθρωποι πίστευαν πως η ρίζα του είχε υπερφυσικές δυνάμεις.

Για να τον ξεριζώσουν, σύμφωνα με τις παλιές δοξασίες, έπρεπε να το κάνουν τα μεσάνυχτα, στη χάση του φεγγαριού, ύστερα από προσευχές και τελετουργίες. Κάποιος χάραζε τρεις κύκλους γύρω από το φυτό με ένα μυτερό κλαδί ιτιάς και έπειτα έδεναν έναν μαύρο σκύλο πάνω του, ώστε το ζώο να τραβήξει τη ρίζα και να την ξεριζώσει χωρίς να την αγγίξουν ανθρώπινα χέρια.

Ο μανδραγόρας συνδέθηκε έτσι με τις σκοτεινές δυνάμεις της γης, με μάγισσες, φίλτρα και ξόρκια.

Οι παλιοί μάγιστροι του απέδιδαν αφροδισιακές και γονιμοποιητικές ιδιότητες και προειδοποιούσαν πως κανείς δεν έπρεπε να πλησιάζει το φυτό απρόσεκτα.

Πίσω από τους θρύλους υπήρχε όμως και μια πραγματική ιδιότητα του φυτού: σε μεγάλες ποσότητες είναι τοξικό και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Για τον λόγο αυτό ο μανδραγόρας δεν ήταν ποτέ ένα συνηθισμένο βότανο.

Στην αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα του φυτού για διάφορους σκοπούς και του αποδόθηκαν θεραπευτικές και αναισθητικές ιδιότητες.

Ο καρπός του είναι σφαιρικός, λείος και γίνεται κίτρινος όταν ωριμάσει, ενώ η σάρκα του έχει έντονο άρωμα.

Ο μανδραγόρας συνδέθηκε ακόμη με την Αφροδίτη, τον έρωτα και τη γονιμότητα. Οι αρχαίοι τον ονόμαζαν «μήλο του έρωτα», ενώ σε άλλες παραδόσεις πήρε ακόμη πιο σκοτεινές ονομασίες, όπως «μήλο του διαβόλου».

Στη βιβλική παράδοση αναφέρεται επίσης ως φυτό που συνδεόταν με την τεκνοποιία.

Έτσι, γύρω από έναν μικρό θάμνο με μια παράξενη ρίζα δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος κόσμος μύθων. Και ίσως αυτό είναι που κάνει τον μανδραγόρα διαφορετικό από τα άλλα φυτά της παλιάς Χλώρακας.

Τα περισσότερα τα θυμόμαστε για το άρωμα, τον καρπό, τη χρησιμότητα ή την ομορφιά τους.

Τον μανδραγόρα τον θυμόμαστε για τον φόβο που προκαλούσε.

Και έτσι, μέσα στην παλιά φύση της Χλώρακας, η πραγματικότητα και ο μύθος πορεύονταν κάποτε μαζί.

Η καταγραφή αυτών των φυτών δεν είναι απλώς βοτανική.

Είναι μια προσπάθεια να διασωθεί ένας ολόκληρος κόσμος που έφυγε μαζί με τα χωράφια, τα αργάκια, τις αυλές και τις παλιές γειτονιές.

Γιατί η Χλώρακα που γνωρίζουμε σήμερα δεν είναι η ίδια Χλώρακα που γνώρισαν οι παππούδες μας.

Κάτω από τους δρόμους και τα κτίρια κοιμάται ακόμη η παλιά γη.

Και μέσα στις μνήμες των ανθρώπων εξακολουθούν να ανθίζουν, έστω και για λίγο, τα φυτά που κάποτε τη σκέπαζαν.


 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ
Η Χλώρακα είναι κτισμένη στα δυτικά της πόλης της Πάφου, πάνω σε ένα οροπέδιο που βρίσκεται περίπου πενήντα μέτρα πάνω από τον γιαλό. Η θέση της είναι μοναδική
. Μοιάζει σαν ένα φυσικό μπαλκόνι που ανοίγεται προς τη Μεσόγειο, με το βλέμμα να ταξιδεύει ελεύθερα στον ορίζοντα, εκεί όπου η θάλασσα χάνεται στα βάθη του πελάγου.

Κάθε δείλι, όταν ο ήλιος γέρνει προς τη δύση και οι χρυσές ακτίνες του απλώνονται πάνω στα γαλανά νερά, η εικόνα της Χλώρακας αποκτά μια ξεχωριστή ομορφιά. Είναι μια στιγμή όπου η φύση δημιουργεί τη δική της ζωγραφιά και ο άνθρωπος αισθάνεται τη βαθιά σχέση του τόπου με τη θάλασσα.

Στην άλλη πλευρά του οροπεδίου απλώνεται η βουνοσειρά, στις παρυφές της οποίας είναι κτισμένη η Έμπα. Προς τα βόρεια, η Χλώρακα συνορεύει σε όλο σχεδόν το μήκος της με τη Λέμπα, η οποία απλώνεται ανάμεσα στη Χλώρακα και την Έμπα και φθάνει μέχρι τη θάλασσα, στα δυτικά. Έτσι, οι τρεις οικισμοί —Χλώρακα, Λέμπα και Έμπα— σχηματίζουν μια συνεχόμενη ζώνη κατοίκησης, από τους πρόποδες των λόφων μέχρι την ακτή.

Από την παλιά πλατεία της Χλώρακας, ανάμεσα στο πράσινο, στα γραφικά καφενεία και στις φωνές των ανθρώπων, το βλέμμα φτάνει μέχρι τα καράβια που ταξιδεύουν μακριά στη γραμμή του ορίζοντα.

Η Χλώρακα απλώνεται πάνω στο οροπέδιο, ανάμεσα στη θάλασσα και στους λόφους που υψώνονται προς την ενδοχώρα. Προς τα βόρεια συνορεύει με τη Λέμπα, η οποία εκτείνεται σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς της Χλώρακας και φθάνει μέχρι τη θάλασσα στα δυτικά. Προς την ανατολική πλευρά, το τοπίο ανηφορίζει και συναντά τη βουνοσειρά, στις παρυφές της οποίας είναι κτισμένη η Έμπα.

Προς τα νότια και νοτιοδυτικά, τα όρια της Χλώρακας συναντούν την Πάφο: την Κάτω Πάφο, τον Μούτταλο και, ψηλότερα, την Πάνω Πόλη, το παλαιό Κτήμα. Το Κτήμα, με τη σειρά του, συνορεύει και με την Έμπα, σχηματίζοντας μαζί με τους γύρω οικισμούς ένα συνεχές γεωγραφικό τόξο γύρω από τη Χλώρακα.

Έτσι, η Χλώρακα βρίσκεται σε έναν τόπο που μοιάζει να αγκαλιάζεται από τη θάλασσα, τους λόφους και τους γειτονικούς οικισμούς: τη Λέμπα στα βόρεια, την Έμπα προς την ενδοχώρα και την Πάφο με τα παλαιά της προάστια προς τα νότια.

Χαρακτηριστικά της είναι οι απόκρημνοι βράχοι των ακτών της, τα καταγάλανα νερά, οι χρυσές αμμουδιές, οι βραχώδεις πλαγιές, οι τρεμιθιές, οι δρύες και οι καταπράσινες λαγκαδιές που κάποτε έδιναν στον τόπο μια ξεχωριστή φυσιογνωμία.

Κουρνιασμένη στη δυτική γωνιά της Κύπρου, η Χλώρακα υπήρξε πάντοτε ένα στολίδι με μεγάλη ιστορία και ανθρώπους που άφησαν το σημάδι τους στην τοπική και ευρύτερη κοινωνία.

Όμως ο χρόνος αλλάζει τους τόπους και μαζί του αλλάζει και η εικόνα τους. Η σημερινή Χλώρακα δεν είναι η Χλώρακα των παλαιότερων γενεών. Εκεί όπου κάποτε απλώνονταν αγροί, χωράφια και περιβόλια, σήμερα υψώθηκαν κτίρια, ξενοδοχεία και σύγχρονες κατασκευές.

Η ανάπτυξη έφερε νέες δυνατότητες και μια διαφορετική ζωή, όμως μαζί της χάθηκαν πολλές από τις παλιές εικόνες του τόπου. Η άγρια βλάστηση λιγόστεψε, τα φυσικά τοπία περιορίστηκαν και η παλιά σχέση του ανθρώπου με τη γη άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται.

Οι γενιές που ακολούθησαν μετά το 1974 παρέλαβαν από τους προγόνους τους μια γη σχεδόν ανέγγιχτη, γεμάτη φυσική ομορφιά και μνήμες αιώνων. Η δική τους εποχή όμως καλείται να παραδώσει στις επόμενες γενιές έναν τόπο διαφορετικό, όπου το φυσικό τοπίο και η πολιτιστική κληρονομιά χρειάζονται προστασία και σεβασμό.

Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκαν τα «ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ». Από την επιθυμία να διασωθούν οι μνήμες ενός τόπου που δεν αποτελείται μόνο από σπίτια και δρόμους, αλλά από ανθρώπους, ιστορίες, αγώνες, παραδόσεις και βιώματα.

Οι ρίζες των κατοίκων της Χλώρακας χάνονται μέσα στον χρόνο. Οι πληροφορίες για την καταγωγή των παλαιών οικογενειών οδηγούν μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα και μαρτυρούν ότι η σημερινή κοινότητα δημιουργήθηκε από παλιές οικογένειες που, μέσα από συγγένειες και γάμους, αποτέλεσαν τον κορμό του πληθυσμού της.

Ανάμεσα στις οικογένειες που αποτέλεσαν τη βάση του αρχικού γενεαλογικού δέντρου της Χλώρακας αναφέρονται:

  • Χ’ Τσιυρκακός Σιαμμάς (1840)
  • Κωνσταντής Πενταράς (1850), του οποίου οι πρόγονοι ζούσαν στη Χλώρακα ήδη από το 1800
  • Γιωρκής Κόμπος Ταπακούδης (1860)
  • Χριστόδουλος Αζίνας (1873)
  • Χριστόδουλος Λαούρης και Ευστάθιος Κυρηνέας, αδέλφια (1890)

Από αυτές και άλλες οικογένειες ξεκίνησε η αλυσίδα των γενεών που κράτησαν ζωντανή τη Χλώρακα. Άνθρωποι απλοί, εργατικοί και δημιουργικοί, οι οποίοι με τον ιδρώτα τους καλλιέργησαν τη γη, αγάπησαν τη θάλασσα, έκτισαν τα σπίτια τους και άφησαν πίσω τους μια κληρονομιά που αξίζει να διασωθεί.

Αυτό είναι το χρέος των «ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ»: να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη ενός τόπου και των ανθρώπων του.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Η Χλώρακα, όπως κάθε τόπος με ιστορία, δεν είναι μόνο οι δρόμοι και τα σπίτια που φαίνονται σήμερα. Είναι η γη που την περιβάλλει, οι τοποθεσίες της, τα παλιά της όρια και οι μνήμες των ανθρώπων που έζησαν πάνω σε αυτή.

Η πληθυσμιακή εξέλιξη της κοινότητας φανερώνει την πορεία της μέσα στον χρόνο:

1946: 877 κάτοικοι
2011: 5340 κάτοικοι

Από ένα μικρό γεωργικό χωριό εξελίχθηκε σε μια σύγχρονη κωμόπολη, χωρίς όμως να χάσει τη βαθιά σχέση της με το παρελθόν.

Το όνομα της Χλώρακας συναντάται σε βενετικούς χάρτες του 1400 με την ονομασία FLORAKAS, όπως αναφέρει ο Χρίστος Μαυρέσης στο βιβλίο του για την ιστορία και τη λαογραφία της κοινότητας.

Παράλληλα, η προφορική παράδοση που μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά αναφέρει ότι παλαιότερα ο τόπος ονομαζόταν Πραστιόριζο ή Πρασκίουρο, ονομασία που συνδέθηκε με την εικόνα της περιοχής.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τα πρώτα σπίτια ήταν κτισμένα κατά μήκος της άκρης του οροπεδίου, σχηματίζοντας μια πράσινη ουρά. Στους πρόποδες του οροπεδίου απλώνονταν εύφορες εκτάσεις, όπου φύτρωναν θεόρατες δρύες, βελανιδιές και τρεμιθιές, δημιουργώντας ένα μακρύ πράσινο τοπίο, μια πράσινη ουρά, που έδωσε την παλαιότερη αυτή ονομασία.

Οι πρώτοι κάτοικοι της Χλώρακας ήταν κυρίως βοσκοί και γεωργοί. Η θέση του οικισμού στις παρυφές του οροπεδίου δεν ήταν τυχαία. Από εκεί μπορούσαν να επιβλέπουν τη θάλασσα και να αντιλαμβάνονται έγκαιρα πιθανούς κινδύνους από επιδρομές πειρατών και Σαρακηνών, ώστε να προστατεύουν τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους.

Οι πρώτες κατοικημένες περιοχές εκτείνονταν από τα υψώματα μετά τη σημερινή οδό Χατζηφιλίππου και έφθαναν μέχρι τα υψώματα της Λέμπας, στην περιοχή του προϊστορικού συνοικισμού.

Καθώς η κοινότητα μεγάλωνε και αυξανόταν ο πληθυσμός, οι κάτοικοι απέφευγαν να κτίζουν πάνω στην εύφορη γη που καλλιεργούσαν στις χαμηλότερες περιοχές. Έτσι άρχισαν σταδιακά να μετακινούνται προς το εσωτερικό του οροπεδίου, όπου η γη ήταν πιο πετρώδης και καλυπτόταν από άγρια βλάστηση, κυρίως σχοινιές και αρκόσσιηλλες, που παρέμεναν πράσινες όλο τον χρόνο.

Από αυτή τη χλωρή γη, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε και το όνομα Χλώρακα.

ΤΑ ΠΑΛΑΙΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Η σημερινή διοικητική έκταση της Χλώρακας δεν αντιπροσωπεύει την παλαιότερη σχέση των κατοίκων με τη γη. Σε παλαιότερες εποχές, οι περιουσίες των Χλωρακιωτών εκτείνονταν σε πολύ μεγαλύτερη περιοχή.

Οι εκτάσεις που συνδέονταν με κατοίκους της Χλώρακας έφθαναν μέχρι τον φάρο της Κάτω Πάφου, ανέβαιναν προς τις παρυφές της πόλης του Κτήματος, στα σημερινά Κάτω Περιβόλια, άγγιζαν τις παρυφές του οροπεδίου του Μουττάλλου και έφθαναν μέχρι τα σημερινά Διπλαρκάτσια.

Από εκεί ακολουθούσαν την περιοχή προς την Έμπα, μέχρι το σημερινό δημοτικό σχολείο, και στη συνέχεια προς την Κισσόνεργα, όπου λίγο πριν από την περιοχή Ζιλιχός ολοκληρώνονταν τα παλιά όρια της Χλώρακας.

Μέσα σε αυτή την ευρύτερη περιοχή βρισκόταν και η σημερινή περιοχή της Λέμπας, η οποία κατά παλαιότερους χρόνους είχε στενή σχέση με τη Χλώρακα, κυρίως όσον αφορά τις ιδιοκτησίες και τη γεωργική εκμετάλλευση της γης.

Τη σχέση αυτή μαρτυρούν διάφορα γεγονότα και παραδόσεις.

Ολόκληρες οι περιουσίες της περιοχής πάνω από τη σημερινή λεωφόρο Μακαρίου και μέχρι την Έμπα και τη Ζυλιχό, βρίσκονται μέχρι σήμερα σε ιδιοκτησία κατοίκων της Χλώρακας.

Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό συνέβη το 1920, επί κοινοταρχίας Γιωρκάτζιη, γνωστού και ως Γιωρκακούιν (1913–1923). Μεγάλη πυρκαγιά κατέκαυσε αυή τη γη. Μετά από έρευνες της αποικιακής κυβέρνησης, η φωτιά αποδόθηκε σε κακόβουλη ενέργεια. Σύμφωνα με τους τότε κανονισμούς, όταν ο υπεύθυνος δεν εντοπιζόταν, η ζημιά επιβαλλόταν να πληρωθεί από την κοινότητα. Η αποικιακή κυβέρνηση απαίτησε το ποσό των οκτώ λιρών από την κοινότητα της Χλώρακας, επειδή οι περισσότερες εκτάσεις της περιοχής ανήκαν σε Χλωρακιώτες.

Ο κοινοτάρχης της Χλώρακας Γιωρκάτζιης αρνήθηκε να πληρώσει, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή δεν ανήκε διοικητικά στη Χλώρακα αλλά στην Έμπα. Η κοινότητα της Έμπας αποδέχθηκε την κατάσταση και κατέβαλε το πρόστιμο.

Χρόνια αργότερα, όταν τέθηκε θέμα χαρτογράφησης της περιοχής, ο Έπαρχος Πάφου ενημέρωσε τον κοινοτάρχη Χλώρακας Ιωάννη Λιασίδη ότι μπορούσε να υποβληθεί αίτηση ώστε η περιοχή αυτή, μαζί με τις εκτάσεις της Κάτω Πάφου και των Κάτω Περιβολιών, να ενταχθεί στη Χλώρακα, αφού οι περισσότερες περιουσίες ανήκαν σε κατοίκους της κοινότητας.

Η προσπάθεια όμως δεν προχώρησε και έτσι οι περιοχές αυτές παρέμειναν διοικητικά στις γειτονικές κοινότητες.

Όμως η γεωγραφία ενός τόπου δεν καθορίζεται μόνο από τις γραμμές που χαράσσονται στους χάρτες. Καθορίζεται και από τους ανθρώπους που έζησαν πάνω στη γη του, καλλιέργησαν τα χωράφια του, έκτισαν τα σπίτια τους και άφησαν πίσω τους τις μνήμες τους. 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Η ιστορία της Χλώρακας δεν είναι εύκολο να γραφτεί με απόλυτη πληρότητα, γιατί για πολλούς αιώνες οι άνθρωποι που έζησαν σε αυτό τον τόπο δεν άφησαν πίσω τους γραπτά κείμενα. Οι περισσότερες πληροφορίες που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα, από τους παλαιότερους στους νεότερους, μέσα από τις διηγήσεις των γερόντων που κληρονόμησαν τις μνήμες των προγόνων τους.

Η ιστορία ενός μικρού τόπου όμως δεν βρίσκεται μόνο στα γραπτά βιβλία. Βρίσκεται στις πέτρες των παλιών κτισμάτων, στους αρχαίους τάφους, στις εκκλησιές, στις τοποθεσίες, στα τοπωνύμια και στις ιστορίες που διασώθηκαν μέσα στον χρόνο.

Η πρώτη ολοκληρωμένη καταγραφή της ιστορίας και της λαογραφίας της Χλώρακας έγινε το 2003 από τον συγγραφέα Χρίστο Μαυρέση, μέσα από το βιβλίο του «Χλώρακα – Ιστορική και Λαογραφική Μελέτη», το οποίο αποτέλεσε την πρώτη τεκμηριωμένη προσπάθεια συγκέντρωσης και παρουσίασης της ιστορικής πορείας της κοινότητας.

Στην ιστορική του επισκόπηση για τη Χλώρακα αναφέρει:

«Το χωριό Χλώρακα είναι συνεχιστής παλαιότερων συνοικισμών, ενώ τα διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν κατά καιρούς, μαρτυρούν πολύ παλαιό συνοικισμό από τα μέσα της 4ης χιλιετηρίδας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η εύφορη περιοχή του χωριού υπαγόταν διοικητικά κατά την αρχαιότητα στο Βασίλειο της Πάφου. Βρέθηκαν επίσης ίχνη και κατάλοιπα των Βυζαντινών και των Μεσαιωνικών χρόνων. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Χλώρακα ήταν φέουδο».

Η ιστορία της Χλώρακας ξεκινά επομένως από πολύ παλιά, από τα χρόνια της λίθινης εποχής. Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες φανερώνουν ότι η περιοχή κατοικήθηκε από ανθρώπους που επέλεξαν τον τόπο αυτό λόγω της εύφορης γης, της παρουσίας νερού και της προνομιακής θέσης του πάνω από τη θάλασσα.

Ίσως για αιώνες η Χλώρακα να παρέμεινε ένας μικρός αγροτικός συνοικισμός, χωρίς να προσελκύσει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των ιστορικών. Όμως μέσα από τα λίγα στοιχεία που διασώθηκαν, μπορούμε σήμερα να ανασυνθέσουμε ένα μέρος της πορείας της.

Μια από τις παλαιότερες γραπτές αναφορές που συνδέονται με την περιοχή αφορά ένα τραγικό θαλασσινό περιστατικό που συνέβη το 1810 στα ανοιχτά της Χλώρακας.

Σύμφωνα με καταγραφή του ηγουμένου Μαχαιρά Γρηγορίου το 1945, ένα πλοίο που ταξίδευε προς τους Αγίους Τόπους, φορτωμένο με πλούσιους επιβάτες, έπεσε εξαιτίας μεγάλης θαλασσοταραχής στις ξέρες του Φουρφουρή. Το πλοίο καταστράφηκε και όλοι οι επιβάτες πνίγηκαν, ανάμεσά τους και η σύζυγος με το μικρό παιδί του δραγουμάνου της Κύπρου, Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου.

Ο Φουρφουρής, η ξέρα που βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο από την ακτή της περιοχής Δήμμα, παρέμεινε για αιώνες σημείο αναφοράς για τους ναυτικούς και τους κατοίκους της Χλώρακας. Πάνω σε αυτή βρίσκεται σφηνωμένο το ναυάγιο του πλοίου «Άγιος Δημήτριος», το οποίο έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά σημάδια της παραθαλάσσιας εικόνας του χωριού.

Για την ονομασία του Φουρφουρή όμως υπάρχει και άλλη λαϊκή παράδοση. Στην περιοχή της Βρέξης υπάρχει ένα μικρό ακρωτήριο με θαλάσσια σπηλιά. Όταν η θάλασσα αγριεύει, τα κύματα μπαίνουν μέσα στη σπηλιά και πιέζουν τον αέρα, δημιουργώντας έναν χαρακτηριστικό ήχο, σαν φύσημα: «φφφ». Από αυτόν τον ήχο, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε το όνομά του ο Φουρφουρής.

Οι παλιοί κάτοικοι παρατηρούσαν επίσης τα σημάδια της φύσης και τα συνέδεαν με τον καιρό. Έλεγαν:

«Άμαν χτυπά το Φερφουρίν, για τρεις ώρες για τρεις ημέρες έσιει νερά».

Η λαϊκή αυτή πρόβλεψη, που καταγράφηκε στο περιοδικό «Πάφος» το 1942 από τον Χρ. Λίβα, φανερώνει τη στενή σχέση των ανθρώπων με τη θάλασσα και τα φυσικά φαινόμενα.

Μια άλλη σημαντική αναφορά για την παλιά Χλώρακα βρίσκεται στο έργο του Ιερώνυμου Περιστιάνη «Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων». Από αυτή μαθαίνουμε ότι πριν από την Αγγλική Κατοχή δεν υπήρχε οργανωμένο κοινοτικό σχολείο στη Χλώρακα, επειδή η κοινότητα ήταν μικρή.

Ο Σοφοκλής Χατζηγεωργίου, σύμφωνα με την καταγραφή, έμαθε τα πρώτα γράμματα το 1877 από τον αδελφό του Χριστόδουλο, μέσα στο σπίτι τους. Η μόρφωση εκείνων των χρόνων δεν γινόταν πάντοτε σε σχολικά κτίρια, αλλά μέσα στα σπίτια και πολλές φορές ακόμη και στους αγρούς, όπου ο δάσκαλος και ο μαθητής συνδύαζαν τη γνώση με την καθημερινή εργασία.

Ο λαογράφος Νέαρχος Κληρίδης, στο έργο του «Πόλεις και χωριά της Κύπρου», περιγράφει τη Χλώρακα ως έναν τόπο συνεχιστή παλαιότερων συνοικισμών, με αρχαιολογικά κατάλοιπα, Ελληνόσπηλιους, λίθινα εργαλεία και αντικείμενα που μαρτυρούν κατοίκηση από τα μέσα της 4ης χιλιετηρίδας π.Χ.

Για την ονομασία της Χλώρακας ο ίδιος σημειώνει ότι παραμένει ένα από τα άλυτα μυστήρια του τόπου. Η σύνδεσή της με την πλούσια βλάστηση αποτελεί μια πιθανή ερμηνεία, όμως δεν θεωρείται απόλυτα βέβαιη, αφού η γλωσσική εξέλιξη της κυπριακής διαλέκτου αφήνει ανοιχτές και άλλες πιθανότητες.

Έτσι η ιστορία της Χλώρακας παραμένει ένα μεγάλο μωσαϊκό. Ένα μωσαϊκό που αποτελείται από αρχαιολογικά ευρήματα, γραπτές μαρτυρίες, τοπωνύμια και κυρίως από τις μνήμες των ανθρώπων της.

Και μέσα από αυτές τις μνήμες συνεχίζει να ζει ο τόπος.

ΥΔΑΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

ΤΑ ΥΔΑΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

Το νερό, από τα πανάρχαια χρόνια, υπήρξε για τον άνθρωπο πηγή ζωής, αλλά και πηγή μνήμης, θρύλων και πολιτισμού. Η σημασία του υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε οι λαοί το τίμησαν μέσα από τους μύθους τους, το ανέδειξαν σε στοιχείο ιερό και δημιούργησαν γύρω από τις πηγές, τα ποτάμια και τα τρεχούμενα νερά ιστορίες, δοξασίες και παραδόσεις.

Το νερό έγινε έτσι στοιχείο έμπνευσης και δημιουργίας. Εκεί όπου υπήρχε τρεχούμενο νερό, οι άνθρωποι έκτιζαν βρύσες, συνήθως δημόσιες, για να μπορούν να τις χρησιμοποιούν όλοι, πλούσιοι και φτωχοί. Οι παλιές αυτές βρύσες δεν ήταν μόνο τόποι άντλησης του νερού· έγιναν σημεία συνάντησης, κοινωνικής ζωής και επικοινωνίας, αλλά και δείγματα της αρχιτεκτονικής παράδοσης και της λαϊκής τέχνης κάθε τόπου.

Στη Χλώρακα σώζονται τρεις παλιές βρύσες: ο «Πύρκος», νοτιοανατολικά του παρεκκλησίου του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, το «Καμαρούϊ», στη λεωφόρο Χλώρακας προς την Κάτω Πάφο, και η παλιά «Βρύση», κοντά στο κέντρο της κοινότητας.

ΗΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ

Η βρύση του Πύρκου βρισκόταν περίπου πεντακόσια μέτρα νότια της εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ήταν κτισμένη σε ύψωμα, από όπου ο άνθρωπος μπορούσε να κατοπτεύει μεγάλο μέρος του κάμπου και της ακτογραμμής της Χλώρακας. Ίσως από αυτή τη θέση, από την οποία ο τόπος φαινόταν σαν να απλωνόταν μπροστά στα μάτια του παρατηρητή, να προήλθε και η ονομασία της.

Η βρύση βρισκόταν σε χωράφι ιδιοκτησίας της οικογένειας του Λεωνή Χριστοδούλου Σιαμμά. Όταν το χωράφι πουλήθηκε, οι νέοι ιδιοκτήτες κατεδάφισαν τη βρύση. Αργότερα ξανακτίστηκε λίγα μέτρα πιο πέρα, όμως το νέο κτίσμα δεν διατηρεί ούτε το αρχικό σχήμα ούτε την παλιά μορφή της.

Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΥΠΑΤΙΟ

Από τις τρεις παλιές βρύσες της Χλώρακας, εκείνη που βρίσκεται κοντά στον Άγιο Υπάτιο είναι η μόνη που σώζεται σχεδόν όπως κτίστηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια.

Βρίσκεται λίγα μέτρα από την κεντρική πλατεία της κοινότητας, στην πλευρά ενός χειμάρρου, σε τόπο που άλλοτε ήταν καταπράσινος. Θεόρατες δρύες και άλλα δέντρα, άγρια βλάστηση, καλαμιώνες και πλούσια πανίδα δημιουργούσαν τότε ένα τοπίο γεμάτο ζωή. Από τους καλαμιώνες οι κάτοικοι έφτιαχναν ψαθαρκές, τις οποίες κρεμούσαν στα βολίκια των σπιτιών και πάνω τους τοποθετούσαν τα ψωμιά τους.

Σήμερα πολλά από εκείνα έχουν χαθεί. Η γη ξεχερσώθηκε, η φυσική βλάστηση υποχώρησε και στη θέση παλιών φυσικών χώρων κτίστηκαν θέατρα, εκκλησίες και άλλα οικοδομήματα. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις αλλαγές, η παλιά Βρύση παρέμεινε όρθια, περιποιημένη και συντηρημένη, σαν ένα μικρό απομεινάρι ενός κόσμου που έφυγε.

Όπως σε πολλά μέρη της Κύπρου, έτσι και στη Χλώρακα, το νερό συνδέθηκε με παλιές δοξασίες. Οι άνθρωποι πίστευαν πως στις πηγές κατοικούσαν καλές νεράιδες αλλά και κακές ανεράδες και προσπαθούσαν να τις καλοπιάσουν με προσφορές, όπως βασιλόπιττες και μελομακάρουνα, για να γλυκάνουν εκείνες και μαζί τους τα νερά.

Οι γεροντότεροι κάτοικοι θυμούνται ακόμη πως, τα παλιά χρόνια, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, μετά την εκκλησία, οι κάτοικοι πήγαιναν στην παλιά Βρύση του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες τους με το καινούριο, αγιασμένο νερό. Προηγουμένως γινόταν δέηση από τον ιερέα, ο οποίος ευλογούσε το νερό στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και ύστερα ράντιζε την κεφαλή των ανθρώπων με ένα κλωνί δεντρολίβανου ή βασιλιτσιάς.

Έτσι το νερό της Βρύσης δεν ήταν μόνο νερό. Ήταν ευλογία, έθιμο και μνήμη. Ήταν ένας μικρός τελετουργικός δεσμός ανάμεσα στον άνθρωπο, στη φύση και στην πίστη.

ΤΡΕΞΙΜΙΑ ΝΕΡΑ

Εκτός από τις βρύσες, η Χλώρακα είχε και τα τρεξιμιά νερά της. Χείμαρροι κατέβαιναν από διάφορες περιοχές και ακολουθούσαν τις φυσικές χαράξεις της γης. Ένας από αυτούς βρισκόταν στα Διπλαρκάτσια, στα σύνορα με την πόλη της Πάφου, άλλος στην περιοχή του Αγίου Νικολάου και άλλος στην περιοχή των Κλούνων. Υπήρχε ακόμη χείμαρρος στα σύνορα με τη Λέμπα.

Στην περιοχή των Διπλαρκατσιών ο χείμαρρος πήρε το όνομά του από τη συνάντησή του με έναν διπλανό χείμαρρο, σχηματίζοντας έτσι ένα διπλό αργάκι. Από αυτή την ιδιομορφία του τοπίου, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε και η ονομασία «Διπλαρκάτσια».

Στον Άη Νικόλα υπήρχε μεγάλο λαγούμι που προχωρούσε προς τα ενδότερα της κοινότητας. Από εκεί ανάβλυζε νερό, το οποίο κατευθυνόταν προς το ρυάκι κάτω από το γήπεδο της Χλώρακας και από εκεί συνέχιζε την πορεία του προς τη θάλασσα των Ροδαφινιών. Το στόμιο του λαγουμιού βρισκόταν δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, όμως αργότερα επιχωματώθηκε και έκλεισε. Λίγα μέτρα πιο πέρα σώζεται ένα από τα «φωτιστικά» του λαγουμιού, δηλαδή άνοιγμα προς την επιφάνεια της γης, από το οποίο μπορούσαν να επιθεωρούν το εσωτερικό του και να ελέγχουν για τυχόν κατολισθήσεις.

Στα στάσιμα νερά των τρεξιμιών νερών φύτρωνε παλαιότερα ένα υλικό που έμοιαζε με σχοινί. Οι κάτοικοι το χρησιμοποιούσαν για να δένουν τις πατροπαράδοτες κυπριακές καρέκλες.

Η Χλώρακα ήταν κτισμένη πάνω σε πετρώδες οροπέδιο, με λιγοστά αλλά εύφορα χώματα. Σ' αυτά οι γεωργοί καλλιεργούσαν αγγουριές και άλλα κηπευτικά. Τα αγγούρια της Χλώρακας απέκτησαν με τα χρόνια μεγάλη φήμη και έγιναν γνωστά πέρα από τα όρια της κοινότητας.

Για να ποτίσουν τις αγγουριές και τις άλλες ρέντες, οι γεωργοί έσκαβαν βαθιούς λάκκους, από τους οποίους ανέβαζαν το νερό με αλακάτια. Όταν όμως τα νερά στέρευαν, έφερναν νερό από τη γειτονική Έμπα μέσα από πρόχειρα αυλάκια που κατασκεύαζαν οι ίδιοι. Τα τρεξιμιά νερά, άλλωστε, δεν ήταν πάντοτε σταθερά, αφού η Κύπρος γνώριζε κατά διαστήματα μεγάλες ανομβρίες.

ΜΩΡΟΖΟΣ

Τα πηγάδια ήταν ορύγματα μέσα στη γη, τα οποία επικοινωνούσαν με τα υπόγεια νερά. Το νερό μπορούσε να αντληθεί είτε με αντλία είτε με δοχεία που ανυψώνονταν μηχανικά ή με το χέρι.

Τα παλιά χρόνια, σχεδόν σε κάθε αυλή και χωράφι υπήρχαν λάκκοι που οι ιδιοκτήτες έσκαβαν με μεγάλο κόπο, γιατί το νερό ήταν απαραίτητο για κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Στις αυλές χρησιμοποιούσαν μικρά αλακάτια, τα οποία γύριζαν με το χέρι, αφού το νερό προοριζόταν κυρίως για οικιακή χρήση. Για την άρδευση των αγρών, όμως, χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερα αλακάτια, τα οποία κινούσαν τα γαϊδούρια, επειδή απαιτούνταν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού.

Κατά τις δεκαετίες του Μεσοπολέμου, καθώς η τεχνολογία προόδευε, άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως μηχανές εσωτερικής καύσεως, με τις οποίες η άντληση του νερού από μεγάλα βάθη έγινε πολύ ευκολότερη.

Μια περιοχή της Χλώρακας, όπου σχεδόν κάθε αγρός διέθετε πηγάδι και μηχανή, ονομαζόταν «Μωροζός». Πολλοί διερωτώνται ακόμη πώς προήλθε η ονομασία.

Ύστερα από μικρή έρευνα, κατέληξα στην υπόθεση ότι η ονομασία ίσως σχετίζεται με το νερό των πηγαδιών, το οποίο ήταν υφάλμυρο, επειδή η περιοχή γειτνίαζε με τη θάλασσα. Έτσι, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, «Μωροζός» θα μπορούσε να συνδέεται με την έννοια του «πελλού» νερού, δηλαδή του νερού που δεν ήταν γλυκό αλλά υφάλμυρο. Πρόκειται, ωστόσο, για ερμηνεία της τοπικής ονομασίας και όχι για βέβαιη ετυμολογία.

ΑΛΑΚΑΤΙΑ

Το αλακάτιν ήταν ένας παλιός μηχανισμός άντλησης νερού από τα πηγάδια. Οι χωρικοί το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα περβόλια, να δίνουν νερό στα ζώα, να πλένουν τα ρούχα τους, να παίρνουν νερό για να πιουν και να μαγειρέψουν.

Το αλακάτι λειτουργούσε με τη δύναμη ενός γαϊδουριού. Το ζώο περπατούσε πάνω στην τραπεζιά, περιστρεφόμενο γύρω από το πηγάδι, και με την κίνησή του έθετε σε λειτουργία τον μεγάλο τροχό του μηχανισμού. Πάνω στον τροχό ήταν στερεωμένη μια αλυσίδα από κάους, δηλαδή μικρούς κάδους, οι οποίοι ήταν ενωμένοι μεταξύ τους με πύρους, ώστε να μπορούν να κινούνται και να σχηματίζουν έναν ελλειψοειδή κύκλο.

Η μία πλευρά της αλυσίδας κατέβαινε μέσα στο νερό του πηγαδιού. Καθώς το αλακάτι γύριζε, οι κάοι γέμιζαν νερό και ανέβαιναν προς την επιφάνεια. Όταν έφταναν στο πάνω μέρος, το νερό χυνόταν μέσα στο στεγανό σώμα του αλακατιού και από ειδικό άνοιγμα διοχετευόταν σε μια λεκάνη και ύστερα στο πετραύλακο, απ' όπου κατέληγε στον χώρο άρδευσης.

Στην κορυφή του άξονα που έδινε την κίνηση στο αλακάτι ήταν στερεωμένο ένα χοντρό και δυνατό ξύλο, ο «σύρτης». Εκεί έζεγναν το γαϊδούρι για να τραβά και να περιστρέφει τον μηχανισμό. Σε μια ακτίνα περίπου ενός ογδόου του κύκλου, στο ίδιο σημείο όπου ήταν στερεωμένος ο σύρτης, υπήρχε και το «μουττοκόνταρο», ένα λεπτότερο ξύλο, στο οποίο έδεναν τα γκέμια του ζώου, ώστε αυτό να ακολουθεί σταθερά την κυκλική πορεία πάνω στην τραπεζιά.

Το αλακάτι δεν ήταν απλώς ένα γεωργικό εργαλείο. Ήταν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Γύρω από το πηγάδι, τον τροχό, το γαϊδούρι και το νερό οργανωνόταν καθημερινά η ζωή του γεωργού. Ήταν η εποχή που το νερό δεν έβγαινε με το πάτημα ενός διακόπτη, αλλά με κόπο, υπομονή και ιδρώτα.

ΟΙ ΚΛΟΥΝΟΙ

Οι Κλούνοι ήταν ένα απότομο φαράγγι, ένα μικρό κομμάτι γης που η φύση είχε πλάσει με μοναδική ομορφιά. Βρισκόταν στα ριζά των αβαθών γκρεμών, στις παρυφές του χωριού, και ήταν γεμάτο άγρια βλάστηση: καλαμιώνες, βάτα, σχοινιά και μυρσίνια. Θεόρατες δρύες και βελανιδιές ξεπρόβαλλαν πάνω από το βαθύ πράσινο, ενώ μέσα στην πυκνή και σχεδόν αδιαπέραστη βλάστηση είχαν τις φωλιές τους αμέτρητες αλεπούδες και άλλα άγρια ζώα. Εκεί υπήρχε σχεδόν ολόκληρη η μεσογειακή χλωρίδα.

Ήταν ένας τόπος σαν να τον είχε κατασκευάσει το ίδιο το χέρι του Θεού. Τα άγρια βάτα και η πυκνή βλάστηση τον προστάτευαν από τη βόσκηση και την ανθρώπινη επέμβαση. Για εκατοντάδες χρόνια παρέμενε σχεδόν απρόσβλητος, ένας μικρός φυσικός παράδεισος στις παρυφές της Χλώρακας.

Μέσα από τη γη ανάβλυζε νερό και σχημάτιζε μικρά ρυάκια, που κυλούσαν ανάμεσα στους καλαμιώνες. Το νερό έτρεχε χειμώνα και καλοκαίρι, ποτίζοντας τη χλωρίδα που φύτρωνε εκεί πλούσια και ποικιλόμορφη.

Ήταν ένας πράσινος τόπος απαράμιλλου κάλλους, ένας τόπος άγριας χλωρίδας και πανίδας.

Ύστερα όμως ήρθαν οι άνθρωποι και τα άλλαξαν όλα.

Η φυσική βλάστηση καταστράφηκε και τα άγρια ζώα που για αιώνες ζούσαν εκεί εκδιώχθηκαν. Ό,τι δεν μπορούσαν να καταστρέψουν τα ανθρώπινα χέρια, το ανέλαβαν οι μηχανές και οι μπουλντόζες. Ξεριζώθηκε η βλάστηση, ισοπεδώθηκε η γη και τα τρεχούμενα νερά θάφτηκαν βαθιά μέσα στο χώμα.

Τα έκαψαν όλα, τα ισοπέδωσαν όλα, χάραξαν οικόπεδα και έκτισαν σπίτια και πολυκατοικίες. Η γη μετατράπηκε σε εμπόρευμα και η φύση υποχώρησε μπροστά στην ασταμάτητη εκμετάλλευσή της.

Σήμερα, στην περιοχή των Κλούνων, αντί για τα θεόρατα δέντρα ξεφυτρώνουν πανύψηλα κτίρια, που σκιάζουν την πεδινή παράκτια περιοχή και περιορίζουν τη θέα προς τη θάλασσα. Ένας πνεύμονας πρασίνου και οξυγόνου χάθηκε. Μαζί του χάθηκε και ένα μέρος από τον θαλασσινό αέρα που άλλοτε περνούσε ελεύθερα μέσα από το φαράγγι.

Οι παλιοί χώροι γέμισαν πολυκατοικίες, δρόμους και σκαλοπάτια. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχαν φωλιές άγριων πτηνών και ζώων, σήμερα σταθμεύουν αυτοκίνητα.

Και για άλλη μια φορά η ανθρώπινη καταστροφή ολοκληρώθηκε. Η λεγόμενη πρόοδος δεν μπόρεσε να συλλάβει τον όλεθρο που μπορεί να φέρει όταν αποκοπεί από το μέτρο και τον σεβασμό προς τη φύση. Προχώρησε χωρίς ευαισθησία, με μοναδικό γνώμονα το πρόσκαιρο κέρδος.

Κι έτσι, μαζί με τα δέντρα και τα νερά, χάθηκε και ένα κομμάτι της παλιάς Χλώρακας.

ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ ΤΗΣ ΡΗΓΑΙΝΑΣ

Στα παράλια της Χλώρακας σώζονται ακόμη τα απομεινάρια ενός πέτρινου αυλακιού, το οποίο, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, έφερνε νερό από την Τάλα προς το παλάτι της Ρήγαινας στα Παλιόκαστρα. Στα σύνορα Χλώρακας και Λέμπας σώζεται επίσης ο πύργος πάνω στον οποίο στηριζόταν το αυλάκι.

Η Ρήγαινα, αν και θεωρείται πρόσωπο που συνδέεται με την πραγματική ιστορία της Κύπρου, πέρασε μέσα από τη λαϊκή παράδοση και έγινε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές των θρύλων του νησιού. Οι παραδόσεις τη συνδέουν με τον Διγενή Ακρίτα και της αποδίδουν κάστρα, φρούρια και χωριά σε διάφορα μέρη της Κύπρου.

Στους θρύλους εμφανίζεται ως πανέμορφη κυρά και δυνατή πολεμίστρια. Άλλοτε παρουσιάζεται καλή και συμπονετική και άλλοτε αυστηρή και αδίστακτη. Μα πάντοτε είναι δυνατή, έξυπνη και δύσκολο να νικηθεί, καθώς κατοικεί σε οχυρωμένους πύργους.

Η Ρήγαινα της Πάφου, σύμφωνα με την παράδοση, κατοικούσε στα σημερινά Παλιόκαστρα, ανάμεσα στην Κάτω Πάφο και τη Χλώρακα. Εκεί είχε το κάστρο της, μέσα στην απέραντη πεδιάδα που εκτεινόταν από τον φάρο της Πάφου μέχρι την Κισσόνεργα, και από εκεί διαφέντευε ολόκληρη την παράκτια περιοχή.

Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, αλλά εξίσου ξακουστή ήταν και η εξυπνάδα και η πονηριά της.

Ο λαϊκός θρύλος θέλει τον ξακουστό Διγενή Ακρίτα να φτάνει μέχρι την Πάφο κυνηγώντας έναν Σαρακηνό εχθρό του. Όταν εκείνος προσπάθησε να δραπετεύσει διά θαλάσσης, ο Διγενής τού έριξε μια τεράστια πέτρα, την «Πέτρα του Ρωμιού», και βύθισε το πλοίο του.

Στο πέρασμά του από την Πάφο, ο Διγενής συνάντησε τη Ρήγαινα και την ερωτεύτηκε παράφορα. Αποφάσισε να την παντρευτεί. Η Ρήγαινα, όμως, δεν τον ήθελε ούτε για άντρα της ούτε για εχθρό της. Έτσι, με τη γνωστή πονηριά της, του έθεσε έναν όρο: αν ήθελε να την παντρευτεί, έπρεπε πρώτα να πραγματοποιήσει έναν άθλο. Να κτίσει ένα μακρύ αυλάκι και να φέρει νερό από την Τάλα στους αγρούς της.

Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση. Και, προς μεγάλη απογοήτευση της Ρήγαινας, κατόρθωσε να ολοκληρώσει το δύσκολο έργο και να φέρει το νερό στους αγρούς της μέχρι τη Χλώρακα.

Η Ρήγαινα, όμως, εξακολουθούσε να μη θέλει να τον παντρευτεί. Φοβούμενη την οργή του, προσπάθησε να φύγει από την Πάφο. Οργισμένος ο Διγενής άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και της την έριξε. Η πέτρα, σύμφωνα με μια από τις παραδόσεις, βρίσκεται μέχρι σήμερα δίπλα στη δυτική πλευρά του αρχαίου θεάτρου της Κάτω Πάφου και είναι γνωστή ως «Πέτρα του Διγενή». Άλλοι τη συνδέουν με την Πέτρα του Ρωμιού και άλλοι με το νησί του Διγενή στην Πόλη Χρυσοχούς.

Η Ρήγαινα, αντιδρώντας στην οργή του, καθώς ήταν κι αυτή δεινή και δυνατή πολεμίστρια, του έριξε το αδράχτι της. Ήταν ένας μεγάλος πέτρινος κίονας από τσιόνι, ύψους περίπου τεσσάρων μέτρων και διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου. Ο κίονας έπεσε, σύμφωνα με την παράδοση, σε χωράφι της Χλώρακας, κάτω από τη συνοικία του Μουττάλλου. Αργότερα μεταφέρθηκε από Τουρκοκυπρίους και τοποθετήθηκε στην αυλή του σχολείου τους, όπου, σύμφωνα με την αφήγηση, βρίσκεται ακόμη.

Στην παραλιακή περιοχή της Χλώρακας υπήρχαν μέχρι τη δεκαετία του 1960 μεγάλα τμήματα του αυλακιού της Ρήγαινας. Με τα χρόνια, όμως, πολλά από αυτά καταστράφηκαν από τους ανθρώπους, όταν έγιναν αναδασμοί και άλλαξαν οι χρήσεις των χωραφιών.

Σήμερα σώζεται μόνο ένα μικρό τμήμα του. Βρίσκεται πίσω από την τελευταία στάση των λεωφορείων, στο τέλος της λεωφόρου Χλώρακας προς την Κάτω Πάφο, πριν από την περιοχή που ονομάζεται Κτιστά ή Παλιόκαστρα. Η ονομασία «Παλιόκαστρα» συνδέεται με την παράδοση ότι εκεί βρισκόταν κάποτε το παλάτι της Ρήγαινας.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο που άφησε πίσω της η παλιά Χλώρακα: όχι μόνο τα νερά που έτρεχαν άλλοτε στη γη της, αλλά και οι ιστορίες που έτρεχαν από στόμα σε στόμα. Οι βρύσες, τα πηγάδια, τα τρεξιμιά νερά, τα αλακάτια, οι Κλούνοι και το αυλάκι της Ρήγαινας δεν είναι απλώς στοιχεία του τοπίου. Είναι κομμάτια μιας ζωής που πέρασε και μιας μνήμης που, όσο ακόμη υπάρχει κάποιος να τη διηγείται, δεν έχει στερέψει.