Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν φωτογραφίες ή κείμενα, να αναφέρουν την πηγή ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία.

ΥΔΑΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

ΤΑ ΥΔΑΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

Το νερό, από τα πανάρχαια χρόνια, υπήρξε για τον άνθρωπο πηγή ζωής, αλλά και πηγή μνήμης, θρύλων και πολιτισμού. Η σημασία του υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε οι λαοί το τίμησαν μέσα από τους μύθους τους, το ανέδειξαν σε στοιχείο ιερό και δημιούργησαν γύρω από τις πηγές, τα ποτάμια και τα τρεχούμενα νερά ιστορίες, δοξασίες και παραδόσεις.

Το νερό έγινε έτσι στοιχείο έμπνευσης και δημιουργίας. Εκεί όπου υπήρχε τρεχούμενο νερό, οι άνθρωποι έκτιζαν βρύσες, συνήθως δημόσιες, για να μπορούν να τις χρησιμοποιούν όλοι, πλούσιοι και φτωχοί. Οι παλιές αυτές βρύσες δεν ήταν μόνο τόποι άντλησης του νερού· έγιναν σημεία συνάντησης, κοινωνικής ζωής και επικοινωνίας, αλλά και δείγματα της αρχιτεκτονικής παράδοσης και της λαϊκής τέχνης κάθε τόπου.

Στη Χλώρακα σώζονται τρεις παλιές βρύσες: ο «Πύρκος», νοτιοανατολικά του παρεκκλησίου του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, το «Καμαρούϊ», στη λεωφόρο Χλώρακας προς την Κάτω Πάφο, και η παλιά «Βρύση», κοντά στο κέντρο της κοινότητας.

ΗΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ

Η βρύση του Πύρκου βρισκόταν περίπου πεντακόσια μέτρα νότια της εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ήταν κτισμένη σε ύψωμα, από όπου ο άνθρωπος μπορούσε να κατοπτεύει μεγάλο μέρος του κάμπου και της ακτογραμμής της Χλώρακας. Ίσως από αυτή τη θέση, από την οποία ο τόπος φαινόταν σαν να απλωνόταν μπροστά στα μάτια του παρατηρητή, να προήλθε και η ονομασία της.

Η βρύση βρισκόταν σε χωράφι ιδιοκτησίας της οικογένειας του Λεωνή Χριστοδούλου Σιαμμά. Όταν το χωράφι πουλήθηκε, οι νέοι ιδιοκτήτες κατεδάφισαν τη βρύση. Αργότερα ξανακτίστηκε λίγα μέτρα πιο πέρα, όμως το νέο κτίσμα δεν διατηρεί ούτε το αρχικό σχήμα ούτε την παλιά μορφή της.

Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΥΠΑΤΙΟ

Από τις τρεις παλιές βρύσες της Χλώρακας, εκείνη που βρίσκεται κοντά στον Άγιο Υπάτιο είναι η μόνη που σώζεται σχεδόν όπως κτίστηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια.

Βρίσκεται λίγα μέτρα από την κεντρική πλατεία της κοινότητας, στην πλευρά ενός χειμάρρου, σε τόπο που άλλοτε ήταν καταπράσινος. Θεόρατες δρύες και άλλα δέντρα, άγρια βλάστηση, καλαμιώνες και πλούσια πανίδα δημιουργούσαν τότε ένα τοπίο γεμάτο ζωή. Από τους καλαμιώνες οι κάτοικοι έφτιαχναν ψαθαρκές, τις οποίες κρεμούσαν στα βολίκια των σπιτιών και πάνω τους τοποθετούσαν τα ψωμιά τους.

Σήμερα πολλά από εκείνα έχουν χαθεί. Η γη ξεχερσώθηκε, η φυσική βλάστηση υποχώρησε και στη θέση παλιών φυσικών χώρων κτίστηκαν θέατρα, εκκλησίες και άλλα οικοδομήματα. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις αλλαγές, η παλιά Βρύση παρέμεινε όρθια, περιποιημένη και συντηρημένη, σαν ένα μικρό απομεινάρι ενός κόσμου που έφυγε.

Όπως σε πολλά μέρη της Κύπρου, έτσι και στη Χλώρακα, το νερό συνδέθηκε με παλιές δοξασίες. Οι άνθρωποι πίστευαν πως στις πηγές κατοικούσαν καλές νεράιδες αλλά και κακές ανεράδες και προσπαθούσαν να τις καλοπιάσουν με προσφορές, όπως βασιλόπιττες και μελομακάρουνα, για να γλυκάνουν εκείνες και μαζί τους τα νερά.

Οι γεροντότεροι κάτοικοι θυμούνται ακόμη πως, τα παλιά χρόνια, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, μετά την εκκλησία, οι κάτοικοι πήγαιναν στην παλιά Βρύση του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες τους με το καινούριο, αγιασμένο νερό. Προηγουμένως γινόταν δέηση από τον ιερέα, ο οποίος ευλογούσε το νερό στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και ύστερα ράντιζε την κεφαλή των ανθρώπων με ένα κλωνί δεντρολίβανου ή βασιλιτσιάς.

Έτσι το νερό της Βρύσης δεν ήταν μόνο νερό. Ήταν ευλογία, έθιμο και μνήμη. Ήταν ένας μικρός τελετουργικός δεσμός ανάμεσα στον άνθρωπο, στη φύση και στην πίστη.

ΤΡΕΞΙΜΙΑ ΝΕΡΑ

Εκτός από τις βρύσες, η Χλώρακα είχε και τα τρεξιμιά νερά της. Χείμαρροι κατέβαιναν από διάφορες περιοχές και ακολουθούσαν τις φυσικές χαράξεις της γης. Ένας από αυτούς βρισκόταν στα Διπλαρκάτσια, στα σύνορα με την πόλη της Πάφου, άλλος στην περιοχή του Αγίου Νικολάου και άλλος στην περιοχή των Κλούνων. Υπήρχε ακόμη χείμαρρος στα σύνορα με τη Λέμπα.

Στην περιοχή των Διπλαρκατσιών ο χείμαρρος πήρε το όνομά του από τη συνάντησή του με έναν διπλανό χείμαρρο, σχηματίζοντας έτσι ένα διπλό αργάκι. Από αυτή την ιδιομορφία του τοπίου, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε και η ονομασία «Διπλαρκάτσια».

Στον Άη Νικόλα υπήρχε μεγάλο λαγούμι που προχωρούσε προς τα ενδότερα της κοινότητας. Από εκεί ανάβλυζε νερό, το οποίο κατευθυνόταν προς το ρυάκι κάτω από το γήπεδο της Χλώρακας και από εκεί συνέχιζε την πορεία του προς τη θάλασσα των Ροδαφινιών. Το στόμιο του λαγουμιού βρισκόταν δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, όμως αργότερα επιχωματώθηκε και έκλεισε. Λίγα μέτρα πιο πέρα σώζεται ένα από τα «φωτιστικά» του λαγουμιού, δηλαδή άνοιγμα προς την επιφάνεια της γης, από το οποίο μπορούσαν να επιθεωρούν το εσωτερικό του και να ελέγχουν για τυχόν κατολισθήσεις.

Στα στάσιμα νερά των τρεξιμιών νερών φύτρωνε παλαιότερα ένα υλικό που έμοιαζε με σχοινί. Οι κάτοικοι το χρησιμοποιούσαν για να δένουν τις πατροπαράδοτες κυπριακές καρέκλες.

Η Χλώρακα ήταν κτισμένη πάνω σε πετρώδες οροπέδιο, με λιγοστά αλλά εύφορα χώματα. Σ' αυτά οι γεωργοί καλλιεργούσαν αγγουριές και άλλα κηπευτικά. Τα αγγούρια της Χλώρακας απέκτησαν με τα χρόνια μεγάλη φήμη και έγιναν γνωστά πέρα από τα όρια της κοινότητας.

Για να ποτίσουν τις αγγουριές και τις άλλες ρέντες, οι γεωργοί έσκαβαν βαθιούς λάκκους, από τους οποίους ανέβαζαν το νερό με αλακάτια. Όταν όμως τα νερά στέρευαν, έφερναν νερό από τη γειτονική Έμπα μέσα από πρόχειρα αυλάκια που κατασκεύαζαν οι ίδιοι. Τα τρεξιμιά νερά, άλλωστε, δεν ήταν πάντοτε σταθερά, αφού η Κύπρος γνώριζε κατά διαστήματα μεγάλες ανομβρίες.

ΜΩΡΟΖΟΣ

Τα πηγάδια ήταν ορύγματα μέσα στη γη, τα οποία επικοινωνούσαν με τα υπόγεια νερά. Το νερό μπορούσε να αντληθεί είτε με αντλία είτε με δοχεία που ανυψώνονταν μηχανικά ή με το χέρι.

Τα παλιά χρόνια, σχεδόν σε κάθε αυλή και χωράφι υπήρχαν λάκκοι που οι ιδιοκτήτες έσκαβαν με μεγάλο κόπο, γιατί το νερό ήταν απαραίτητο για κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Στις αυλές χρησιμοποιούσαν μικρά αλακάτια, τα οποία γύριζαν με το χέρι, αφού το νερό προοριζόταν κυρίως για οικιακή χρήση. Για την άρδευση των αγρών, όμως, χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερα αλακάτια, τα οποία κινούσαν τα γαϊδούρια, επειδή απαιτούνταν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού.

Κατά τις δεκαετίες του Μεσοπολέμου, καθώς η τεχνολογία προόδευε, άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως μηχανές εσωτερικής καύσεως, με τις οποίες η άντληση του νερού από μεγάλα βάθη έγινε πολύ ευκολότερη.

Μια περιοχή της Χλώρακας, όπου σχεδόν κάθε αγρός διέθετε πηγάδι και μηχανή, ονομαζόταν «Μωροζός». Πολλοί διερωτώνται ακόμη πώς προήλθε η ονομασία.

Ύστερα από μικρή έρευνα, κατέληξα στην υπόθεση ότι η ονομασία ίσως σχετίζεται με το νερό των πηγαδιών, το οποίο ήταν υφάλμυρο, επειδή η περιοχή γειτνίαζε με τη θάλασσα. Έτσι, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, «Μωροζός» θα μπορούσε να συνδέεται με την έννοια του «πελλού» νερού, δηλαδή του νερού που δεν ήταν γλυκό αλλά υφάλμυρο. Πρόκειται, ωστόσο, για ερμηνεία της τοπικής ονομασίας και όχι για βέβαιη ετυμολογία.

ΑΛΑΚΑΤΙΑ

Το αλακάτιν ήταν ένας παλιός μηχανισμός άντλησης νερού από τα πηγάδια. Οι χωρικοί το χρησιμοποιούσαν για να ποτίζουν τα περβόλια, να δίνουν νερό στα ζώα, να πλένουν τα ρούχα τους, να παίρνουν νερό για να πιουν και να μαγειρέψουν.

Το αλακάτι λειτουργούσε με τη δύναμη ενός γαϊδουριού. Το ζώο περπατούσε πάνω στην τραπεζιά, περιστρεφόμενο γύρω από το πηγάδι, και με την κίνησή του έθετε σε λειτουργία τον μεγάλο τροχό του μηχανισμού. Πάνω στον τροχό ήταν στερεωμένη μια αλυσίδα από κάους, δηλαδή μικρούς κάδους, οι οποίοι ήταν ενωμένοι μεταξύ τους με πύρους, ώστε να μπορούν να κινούνται και να σχηματίζουν έναν ελλειψοειδή κύκλο.

Η μία πλευρά της αλυσίδας κατέβαινε μέσα στο νερό του πηγαδιού. Καθώς το αλακάτι γύριζε, οι κάοι γέμιζαν νερό και ανέβαιναν προς την επιφάνεια. Όταν έφταναν στο πάνω μέρος, το νερό χυνόταν μέσα στο στεγανό σώμα του αλακατιού και από ειδικό άνοιγμα διοχετευόταν σε μια λεκάνη και ύστερα στο πετραύλακο, απ' όπου κατέληγε στον χώρο άρδευσης.

Στην κορυφή του άξονα που έδινε την κίνηση στο αλακάτι ήταν στερεωμένο ένα χοντρό και δυνατό ξύλο, ο «σύρτης». Εκεί έζεγναν το γαϊδούρι για να τραβά και να περιστρέφει τον μηχανισμό. Σε μια ακτίνα περίπου ενός ογδόου του κύκλου, στο ίδιο σημείο όπου ήταν στερεωμένος ο σύρτης, υπήρχε και το «μουττοκόνταρο», ένα λεπτότερο ξύλο, στο οποίο έδεναν τα γκέμια του ζώου, ώστε αυτό να ακολουθεί σταθερά την κυκλική πορεία πάνω στην τραπεζιά.

Το αλακάτι δεν ήταν απλώς ένα γεωργικό εργαλείο. Ήταν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Γύρω από το πηγάδι, τον τροχό, το γαϊδούρι και το νερό οργανωνόταν καθημερινά η ζωή του γεωργού. Ήταν η εποχή που το νερό δεν έβγαινε με το πάτημα ενός διακόπτη, αλλά με κόπο, υπομονή και ιδρώτα.

ΟΙ ΚΛΟΥΝΟΙ

Οι Κλούνοι ήταν ένα απότομο φαράγγι, ένα μικρό κομμάτι γης που η φύση είχε πλάσει με μοναδική ομορφιά. Βρισκόταν στα ριζά των αβαθών γκρεμών, στις παρυφές του χωριού, και ήταν γεμάτο άγρια βλάστηση: καλαμιώνες, βάτα, σχοινιά και μυρσίνια. Θεόρατες δρύες και βελανιδιές ξεπρόβαλλαν πάνω από το βαθύ πράσινο, ενώ μέσα στην πυκνή και σχεδόν αδιαπέραστη βλάστηση είχαν τις φωλιές τους αμέτρητες αλεπούδες και άλλα άγρια ζώα. Εκεί υπήρχε σχεδόν ολόκληρη η μεσογειακή χλωρίδα.

Ήταν ένας τόπος σαν να τον είχε κατασκευάσει το ίδιο το χέρι του Θεού. Τα άγρια βάτα και η πυκνή βλάστηση τον προστάτευαν από τη βόσκηση και την ανθρώπινη επέμβαση. Για εκατοντάδες χρόνια παρέμενε σχεδόν απρόσβλητος, ένας μικρός φυσικός παράδεισος στις παρυφές της Χλώρακας.

Μέσα από τη γη ανάβλυζε νερό και σχημάτιζε μικρά ρυάκια, που κυλούσαν ανάμεσα στους καλαμιώνες. Το νερό έτρεχε χειμώνα και καλοκαίρι, ποτίζοντας τη χλωρίδα που φύτρωνε εκεί πλούσια και ποικιλόμορφη.

Ήταν ένας πράσινος τόπος απαράμιλλου κάλλους, ένας τόπος άγριας χλωρίδας και πανίδας.

Ύστερα όμως ήρθαν οι άνθρωποι και τα άλλαξαν όλα.

Η φυσική βλάστηση καταστράφηκε και τα άγρια ζώα που για αιώνες ζούσαν εκεί εκδιώχθηκαν. Ό,τι δεν μπορούσαν να καταστρέψουν τα ανθρώπινα χέρια, το ανέλαβαν οι μηχανές και οι μπουλντόζες. Ξεριζώθηκε η βλάστηση, ισοπεδώθηκε η γη και τα τρεχούμενα νερά θάφτηκαν βαθιά μέσα στο χώμα.

Τα έκαψαν όλα, τα ισοπέδωσαν όλα, χάραξαν οικόπεδα και έκτισαν σπίτια και πολυκατοικίες. Η γη μετατράπηκε σε εμπόρευμα και η φύση υποχώρησε μπροστά στην ασταμάτητη εκμετάλλευσή της.

Σήμερα, στην περιοχή των Κλούνων, αντί για τα θεόρατα δέντρα ξεφυτρώνουν πανύψηλα κτίρια, που σκιάζουν την πεδινή παράκτια περιοχή και περιορίζουν τη θέα προς τη θάλασσα. Ένας πνεύμονας πρασίνου και οξυγόνου χάθηκε. Μαζί του χάθηκε και ένα μέρος από τον θαλασσινό αέρα που άλλοτε περνούσε ελεύθερα μέσα από το φαράγγι.

Οι παλιοί χώροι γέμισαν πολυκατοικίες, δρόμους και σκαλοπάτια. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχαν φωλιές άγριων πτηνών και ζώων, σήμερα σταθμεύουν αυτοκίνητα.

Και για άλλη μια φορά η ανθρώπινη καταστροφή ολοκληρώθηκε. Η λεγόμενη πρόοδος δεν μπόρεσε να συλλάβει τον όλεθρο που μπορεί να φέρει όταν αποκοπεί από το μέτρο και τον σεβασμό προς τη φύση. Προχώρησε χωρίς ευαισθησία, με μοναδικό γνώμονα το πρόσκαιρο κέρδος.

Κι έτσι, μαζί με τα δέντρα και τα νερά, χάθηκε και ένα κομμάτι της παλιάς Χλώρακας.

ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ ΤΗΣ ΡΗΓΑΙΝΑΣ

Στα παράλια της Χλώρακας σώζονται ακόμη τα απομεινάρια ενός πέτρινου αυλακιού, το οποίο, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, έφερνε νερό από την Τάλα προς το παλάτι της Ρήγαινας στα Παλιόκαστρα. Στα σύνορα Χλώρακας και Λέμπας σώζεται επίσης ο πύργος πάνω στον οποίο στηριζόταν το αυλάκι.

Η Ρήγαινα, αν και θεωρείται πρόσωπο που συνδέεται με την πραγματική ιστορία της Κύπρου, πέρασε μέσα από τη λαϊκή παράδοση και έγινε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές των θρύλων του νησιού. Οι παραδόσεις τη συνδέουν με τον Διγενή Ακρίτα και της αποδίδουν κάστρα, φρούρια και χωριά σε διάφορα μέρη της Κύπρου.

Στους θρύλους εμφανίζεται ως πανέμορφη κυρά και δυνατή πολεμίστρια. Άλλοτε παρουσιάζεται καλή και συμπονετική και άλλοτε αυστηρή και αδίστακτη. Μα πάντοτε είναι δυνατή, έξυπνη και δύσκολο να νικηθεί, καθώς κατοικεί σε οχυρωμένους πύργους.

Η Ρήγαινα της Πάφου, σύμφωνα με την παράδοση, κατοικούσε στα σημερινά Παλιόκαστρα, ανάμεσα στην Κάτω Πάφο και τη Χλώρακα. Εκεί είχε το κάστρο της, μέσα στην απέραντη πεδιάδα που εκτεινόταν από τον φάρο της Πάφου μέχρι την Κισσόνεργα, και από εκεί διαφέντευε ολόκληρη την παράκτια περιοχή.

Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, αλλά εξίσου ξακουστή ήταν και η εξυπνάδα και η πονηριά της.

Ο λαϊκός θρύλος θέλει τον ξακουστό Διγενή Ακρίτα να φτάνει μέχρι την Πάφο κυνηγώντας έναν Σαρακηνό εχθρό του. Όταν εκείνος προσπάθησε να δραπετεύσει διά θαλάσσης, ο Διγενής τού έριξε μια τεράστια πέτρα, την «Πέτρα του Ρωμιού», και βύθισε το πλοίο του.

Στο πέρασμά του από την Πάφο, ο Διγενής συνάντησε τη Ρήγαινα και την ερωτεύτηκε παράφορα. Αποφάσισε να την παντρευτεί. Η Ρήγαινα, όμως, δεν τον ήθελε ούτε για άντρα της ούτε για εχθρό της. Έτσι, με τη γνωστή πονηριά της, του έθεσε έναν όρο: αν ήθελε να την παντρευτεί, έπρεπε πρώτα να πραγματοποιήσει έναν άθλο. Να κτίσει ένα μακρύ αυλάκι και να φέρει νερό από την Τάλα στους αγρούς της.

Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση. Και, προς μεγάλη απογοήτευση της Ρήγαινας, κατόρθωσε να ολοκληρώσει το δύσκολο έργο και να φέρει το νερό στους αγρούς της μέχρι τη Χλώρακα.

Η Ρήγαινα, όμως, εξακολουθούσε να μη θέλει να τον παντρευτεί. Φοβούμενη την οργή του, προσπάθησε να φύγει από την Πάφο. Οργισμένος ο Διγενής άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και της την έριξε. Η πέτρα, σύμφωνα με μια από τις παραδόσεις, βρίσκεται μέχρι σήμερα δίπλα στη δυτική πλευρά του αρχαίου θεάτρου της Κάτω Πάφου και είναι γνωστή ως «Πέτρα του Διγενή». Άλλοι τη συνδέουν με την Πέτρα του Ρωμιού και άλλοι με το νησί του Διγενή στην Πόλη Χρυσοχούς.

Η Ρήγαινα, αντιδρώντας στην οργή του, καθώς ήταν κι αυτή δεινή και δυνατή πολεμίστρια, του έριξε το αδράχτι της. Ήταν ένας μεγάλος πέτρινος κίονας από τσιόνι, ύψους περίπου τεσσάρων μέτρων και διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου. Ο κίονας έπεσε, σύμφωνα με την παράδοση, σε χωράφι της Χλώρακας, κάτω από τη συνοικία του Μουττάλλου. Αργότερα μεταφέρθηκε από Τουρκοκυπρίους και τοποθετήθηκε στην αυλή του σχολείου τους, όπου, σύμφωνα με την αφήγηση, βρίσκεται ακόμη.

Στην παραλιακή περιοχή της Χλώρακας υπήρχαν μέχρι τη δεκαετία του 1960 μεγάλα τμήματα του αυλακιού της Ρήγαινας. Με τα χρόνια, όμως, πολλά από αυτά καταστράφηκαν από τους ανθρώπους, όταν έγιναν αναδασμοί και άλλαξαν οι χρήσεις των χωραφιών.

Σήμερα σώζεται μόνο ένα μικρό τμήμα του. Βρίσκεται πίσω από την τελευταία στάση των λεωφορείων, στο τέλος της λεωφόρου Χλώρακας προς την Κάτω Πάφο, πριν από την περιοχή που ονομάζεται Κτιστά ή Παλιόκαστρα. Η ονομασία «Παλιόκαστρα» συνδέεται με την παράδοση ότι εκεί βρισκόταν κάποτε το παλάτι της Ρήγαινας.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο που άφησε πίσω της η παλιά Χλώρακα: όχι μόνο τα νερά που έτρεχαν άλλοτε στη γη της, αλλά και οι ιστορίες που έτρεχαν από στόμα σε στόμα. Οι βρύσες, τα πηγάδια, τα τρεξιμιά νερά, τα αλακάτια, οι Κλούνοι και το αυλάκι της Ρήγαινας δεν είναι απλώς στοιχεία του τοπίου. Είναι κομμάτια μιας ζωής που πέρασε και μιας μνήμης που, όσο ακόμη υπάρχει κάποιος να τη διηγείται, δεν έχει στερέψει.